Με γύρισε στο παρελθόν αυτό το μικρού σχήματος βιβλίο. Θυμήθηκα τότε που διαβάζαμε το Τρία Κλικ Αριστερά και ξέραμε απ’ έξω τους στίχους. Ή τότε –δεν ξέρω πια αν είναι αληθινή εικόνα ή παιχνίδι της μνήμης– που την είδα χαμένη να περπατά κάπου στη Στουρνάρη.

Κατερίνα Γώγου: Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο που καίγεται από μόνος του, ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη με επιμέλεια της Ευτυχίας Παναγιώτου.

Συνεντεύξεις, αδημοσίευτα κείμενα και ποιήματα, χειρόγραφα, ποιήματα σε φωτογραφίες… Ένας ολόκληρος κόσμος απλώνεται μπροστά στον αναγνώστη και σαν να είναι ψηφίδες από παζλ, όλα αυτά φτιάχνουν μια εικόνα της Κατερίνας Γώγου και μας βοηθούν να καταλάβουμε την ίδια, την ποίησή της, αλλά και την εποχή που την γέννησε.

Πραγματικά εξαιρετική η δουλειά της ποιήτριας Ευτυχίας Παναγιώτου.

 *  *  *

Εμείς οι «παλιότεροι» ζήσαμε το φαινόμενο Γώγου και έπαιξε η ποίησή της σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Τι σημαίνει για σας, τη νεότερη γενιά;

Από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα, όταν δεν ζει πια η Κατερίνα Γώγου, οι γενιές γίνονται πιο πολυσυλλεκτικές, σύνθετες,αντιφατικές, με λιγότερους συλλογικούς δεσμούς, πίστεις ή ακόμη ανάγκες. Δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους μιας ολόκληρης γενιάς. Κάποιοι συνομήλικοί μου ίσως διάβασαν στίχους της κυρίως σε θρανία ή τοίχους, άλλοι πάλι ίσως διάβασαν τα πρώτα δύο της βιβλία, τα οποία ήταν και τα πιο γνωστά. Άλλοι θα τη γνώρισαν από δημοσιεύματα και από αφηγήσεις, που ενίοτε μας συνεπαίρνουν γιατί μεταφέρουν εκείνη την ιστορική σπίθα της ταύτισης νέων και τέχνης. Κάποιους, το συλλογικό φαντασιακό που συνδέθηκε με την ποιήτρια ίσως τους απωθεί.

Βρίσκω γόνιμο, πάντως, το ότι η Κατερίνα Γώγου δεν υπήρξε είδωλο με όρους ταύτισης. Η ψυχραιμία της ανάγνωσης ανταμείβει σήμερα, ανοίγει δρόμους μέσα μας, και ίσως είναι πιο ακριβής. Τα ποιήματα της Γώγου υπάρχουν πια συγκεντρωμένα και μπορούμε να τα διαβάσουμε ξανά. Και το βιβλίο Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του μεταφέρει στους νεότερους που θέλουν να την προσεγγίσουν το πνεύμα των ποιημάτων, την προσωπικότητα της ποιήτριας αλλά και το κλίμα της εποχής εκείνης.

Εσύ πώς διάλεξες να ασχοληθείς με την επιμέλεια αυτής της έκδοσης; Τι άλλαξε στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τη Γώγου, κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού στο παρελθόν;

Η ιδέα των συνεντεύξεων απασχολούσε τον εκδότη και τους συνεργάτες του εδώ και μερικά χρόνια. Γνώριζαν ότι είχα ασχοληθεί στενά με την Κατερίνα Γώγου στο πλαίσιο της διδακτορικής μου έρευνας και συγγραφής και με κάλεσαν να συζητήσουμε για το ενδεχόμενο μιας έκδοσης.

Για μένα ήταν σημαντικό να ακουστούν τα λόγια της ποιήτριας μέσα στον χρόνο και να αφήσουμε να φανεί όσο το δυνατόν πιο καθαρά ο αισθητικός, πολιτισμικός και ιστορικός χαρακτήρας των συνεντεύξεων και των ντοκουμέντων προτού τα κρίνουμε. Στο παρόν στάδιο, ήθελα, δηλαδή, να ασχοληθώ με το αρχείο της Γώγου: τη συγκέντρωση και ταξινόμηση του υπάρχοντος υλικού, που ήταν ακροβολισμένο σε ιδιωτικά και άλλα αρχεία.

Δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό στον τρόπο που την αντιμετώπιζα, ιστορική ήταν η προσέγγιση, είτε εστίαζα σε λογοτεχνικά κείμενα είτε σε συνεντεύξεις, αλλά είδα μάλλον τα πράγματα από μια απόσταση. Ότι κάνω μια χρήσιμη δουλειά στο κομμάτι της έρευνας και της επιμέλειας.

Μπορεί να υπάρξει ποίηση που να αγκαλιαστεί μ’ αυτόν τον τρόπο σήμερα;

Δύσκολη ερώτηση, ποιος ξέρει… Για να αγκαλιαστεί μαζικά η ίδια η ποίηση χρειάζεται κάτι παραπάνω ίσως από τα γραπτά ποιήματα, όσο προσβάσιμα ή ακαριαία κι αν είναι. Μια ιστορική συγχρονία μεταξύ αναγνωστών, δημιουργού και αναγκών γύρω από ένα ευαίσθητο θέμα. Μπορεί όμως να υπάρξει ποίηση που να αγαπηθεί με ένταση σε κάποιους κύκλους ή ιδιωτικά. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

Ο τρόπος θα είναι διαφορετικός, μάλλον, λιγότερο ηχηρός στη συλλογική του έκφραση.

Ποιους στίχους της ξεχωρίζεις εσύ; Τι θα διάλεγες ως μότο σε ένα δικό σου βιβλίο;

Η Γώγου συμβολίζει τον άνθρωπο συχνά ως δέντρο. Ο συμβολισμός εξελίσσεται στα ποιήματα, δυσοίωνα, η αλήθεια.Στο Ιδιώνυμο (1980) ακούμε το στίχο «οι ρίζες δεν είναι για να γυρίζουμε πίσω / είναι για να βγάζουνε κλαριά». Στο Ξύλινο παλτό (1982) το σώμα του ποιητικού υποκειμένου παρομοιάζεται με κορμό δέντρου σε συνθήκες σωφρονισμού, όπως για παράδειγμα σε εκείνο το χαρακτικό ανωνύμου με τον τίτλο Το στραβό δέντρο, που παρατίθεται στο Επιτήρηση και τιμωρία του Φουκώ. Το ποιητικό υποκείμενο, αν και σε καταστολή, προσπαθεί με τα χέρια-κλαδιά του, γράφοντας, να αντισταθεί σε ένα αόρατο «γερμανικό μωρό που μεγαλώνει». Άσχετα από την ταυτότητα ή και την τύχη του ποιητικού υποκειμένου στο βιβλίο και μετά, η χειρονομία της αντίστασης συνυφαίνεται παραδειγματικά στην ποιητική γλώσσα προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, αλλά και δέος.

Η επίσημη κριτική παρέμεινε μάλλον αμήχανη εκείνα τα χρόνια. Θα έλεγα ότι μάλλον υποτιμητικά την αντιμετώπισε. Ποια ερμηνεία δίνεις εσύ;

Σε μια μελέτη μου, που κάποια στιγμή εύχομαι να δημοσιευτεί, παρουσιάζω την πρόσληψη των ποιημάτων της Γώγου όχι απλώς από την επίσημη κριτική, αλλά και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από συγκεκριμένους ιδεολογικούς χώρους που την υπερασπίστηκαν. Φαίνεται ότι μεγαλύτερο μέρος της πρόσληψης εστίασε στην ιδεολογική ένταξη της ποίησης της Γώγου και όχι στη γενεαλογία των ποιημάτων, δηλαδή στις ιστορικές αφηγήσεις τους, που εμένα προσωπικά μου κέντρισαν την προσοχή. Η υπερβολική ενασχόληση με το τι έκανε ή δεν έκανε η κριτική τότε,και μάλιστα χωρίς αναφορά σε εξαιρέσεις, συνέβαλε στην ενίσχυση διπολικών και απλουστευτικών στρατοπέδων παλιάς κοπής, εμποδίζοντάς μας να μάθουμε και κάτι για τον εαυτό μας από τα ποιήματα.

Από την άλλη θα έλεγα πως υπάρχει μια αντίφαση: Η επαναστατική απορριπτική ποίηση από τη μια η προβολή από τα Μέσα που καταγγέλλοντα, από την άλλη. Λέει η ίδια πως βάζει τη φωτογραφία της στα εξώφυλλα γιατί αυτό είναι ένας τρόπος να υπογράφει αυτά που γράφει «καθαρά και ξάστερα». Δεν αξιοποιείται όμως και η κινηματογραφική φήμη την οποία απορρίπτει;

Στις συνεντεύξεις η ίδια επιλέγει να λογοδοτήσει για τον εαυτό της ως προς τις ιδεολογικές της επιλογές, και εκεί οι αναγνώστες μπορεί να βρουν τις απαντήσεις της. Όταν εκδίδει όμως ποίηση, η Κατερίνα Γώγου παύει να είναι η ηθοποιός της Φίνος Φιλμ, είναι άλλη, ακόμη και στην όψη. Το πρόσωπό της στα εξώφυλλα, διαφορετικό ανά στάδια ζωής, συνομιλεί αρμονικά με την αισθητική των ποιημάτων.

Υπάρχει ένα αφηγηματικό ποίημά της, λοιπόν, που απαντά πιο εύγλωττα. Εκεί το ποιητικό υποκείμενο ακροβατεί σε έναν ομφάλιο λώρο μεταξύ ουρανού και γης δρομολογώντας την απόδρασή του από μια δυστυχισμένη επίγεια ζωή. Τα χέρια του μένουν ελεύθερα, έξω από το «ξύλινο παλτό» που φοράει (το οποίο σημαίνει στην αργκό «τάφος», «κάσα»), και δείχνει προς τον κοινωνικό μας θάνατο. Τα χέρια μένουν ελεύθερα και απροστάτευτα για να προλάβουν να καταγράψουν το α-διανόητο: «μια λύπη που δεν έχει όνομα. Μια λύπη που δεν έχει ξανά ποτέ γραφτεί». Μια λύπη διχοστασίας και ρήξης ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και την ψυχική ζωή, μια λύπη που παύει να είναι προσωπική παρότι βιώνεται προσωπικά. Παρατηρώντας από ψηλά το πρόσωπό του όπως φιγουράρει «στις βρόμικες βιτρίνες», το ποιητικό υποκείμενο, η ποιήτρια, αν θέλετε, αναβιώνει ένα καρυωτακικό αίσθημα τραγικής γελοιότητας και γράφει: «Οι ατζέντηδες μου ’χουν τραβήξει δυο χαρακιές / με δείχνουν πως γελάω».

Άσχετα από το ποιοι είμαστε, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τον σπαρακτικό και μοναδικό τρόπο με τον οποίο η Γώγου ανασκαλεύει και φέρνει στην επιφάνεια πολυπρόσωπες εξουσίες που μας ασκούνται και που ασκούμε σε πολλά μέτωπα, οικογενειακά και δημόσια – μερικές φορές με τραγικές συνέπειες.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!