του Κωνσταντή Κυριακού

Η είδηση της απόφασης του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας να αποσύρει από το Γενικό Προξενείο στη Νέα Υόρκη το έργο σύγχρονης τέχνης της Τζόρτζια Λάλε με τίτλο «Neighborhood Guilt», προβλήθηκε αρκετά από τα ΜΜΕ τις τελευταίες μέρες και έδωσε υλικό για καινούργια διχόνοια στα κοινωνικά δίκτυα. Το ίδιο το έργο αποτελεί με βάση τα λεγόμενα της ίδιας της καλλιτέχνιδας «τιμή στη μνήμη των θυμάτων των γυναικοκτονιών παγκοσμίως και πιο συγκεκριμένα τις πολυάριθμες γυναίκες που δολοφονήθηκαν στην Ελλάδα το 2022» και έχει τη μορφή μιας ελληνικής σημαίας, φτιαγμένης από σεντόνια ροζ και λευκού χρώματος. Σε κάθε περίπτωση, είναι ελευθερία ενός καλλιτέχνη να εκφράσει αυτό που πρεσβεύει μέσα από τις δημιουργίες του και το έργο του να αξιολογείται στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού διαλόγου και όχι με λογοκρισία και απαγόρευση από πλευράς της διοίκησης ενός κράτους. Γενικά η λογοκρισία με όποιους όρους και αν γίνεται είναι κάτι αρνητικό. Άλλωστε, πρόκειται για το ίδιο υπουργείο Εξωτερικών που δείχνει τυφλή υπακοή στις ευρωατλαντικές προσταγές και έκανε υποχωρήσεις στα ελληνοτουρκικά, με υπόκλιση στον Ερντογάν από τον ίδιο τον υπουργό, για χάρη της «σωστής πλευράς της Ιστορίας». Τουλάχιστον αφελές οι ίδιοι άνθρωποι να θεωρούνται «πατριώτες» με ηθικολογίες για «ιερά σύμβολα».

Μέσα στη γενικότερη πολιτική κατάσταση που επικρατεί, τα δημοκρατικά στοιχεία του πολιτικού συστήματος αποσυντίθενται όλο και περισσότερο στα πλαίσια ενός αυταρχισμού και η Ελλάδα μαζί με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο βιώνει μια «μετα-δημοκρατία», όπως την ονομάζει ο κοινωνιολόγος Κόλιν Κράουτς. Οι κοινωνικές ανισότητες γίνονται όλο και πιο έντονες, με αποτέλεσμα να μοιράζονται επιδόματα, τάχα ως «μπαλώματα» και «χεράκι βοήθειας» από το κράτος. Παράλληλα συνεχίζει να αγνοείται η σημαντικότητα της δημογραφικής κατάστασης της χώρας, που επιβεβαιώνει την περιγραφή της ως «γερασμένη». Η Ελλάδα προχωράει σε εθνικές υποχωρήσεις και ευθυγραμμίζεται όλο και περισσότερο με τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των δυτικών μεγάλων δυνάμεων, ιδίως των ΗΠΑ, παραδίδοντας όλο και περισσότερο την ανεξαρτησία της και βυθίζοντας τον εαυτό της στην υποτέλεια. Η μετατροπή της σε «χώρο» από «χώρα» φαίνεται και στις πολιτικές για το μεταναστευτικό, με τη μετατροπή της σε διάδρομο για να παίξουν τις παρτίδες τους οι «ανθρωπιστικές» ΜΚΟ. Όλες τις παραπάνω πολιτικές, τις οποίες εφαρμόζει και ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση, βρίσκει αφορμή να τις βγάλει από το προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης, στρέφοντας προς όφελός της την έντονη αντιπαράθεση που δημιουργήθηκε γύρω από το ζήτημα του καλλιτεχνικού έργου και την απόφασή της να το αποσύρει. Μέσα σε όλη την παντοδυναμία και την απόλυτη κυριαρχία της, αποτελεί ευνοϊκό παράγοντα γι’ αυτήν το γεγονός ότι όσες πολιτικές δυνάμεις εμφανίζονται ως αντιπολιτευόμενες, δεν της ασκούν κριτική για τα μεγάλα προβλήματα του τόπου και της κοινωνίας και τις ευθύνες της σε αυτά αλλά για μικροπολιτικά ζητήματα, με αποτέλεσμα να εφαρμόζει τη δική της ατζέντα χωρίς να έχει κανένα εμπόδιο στο πέρασμά της.

ΕΙΝΑΙ ΑΜΦΙΒΟΛΟ το αν τα πρόσωπα και οι ομάδες που βγήκαν και υπερασπίστηκαν την Λάλε είναι όντως υποστηρικτές της ελευθερίας λόγου. Το κύμα υποστήριξης που ξεσήκωσε, αγνοεί το γεγονός ότι το ιδεολόγημα του «δικαιωματισμού» και της «πολιτικής ορθότητας», που εμφανίζεται ως ο «αντιφασισμός» και «αντιρατσισμός» της σημερινής εποχής, είναι μέρος της ιδεολογικής κατήχησης των δυτικών ελίτ. Το έργο της καλλιτέχνιδας, μέχρι να αποσυρθεί το εξέθετε το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη, που είναι μέρος του ίδιου κατεστημένου με την κυβέρνηση και τις ελλαδικές ελίτ, που ακολουθούν την ατζέντα της παγκοσμιοποίησης και της ΝΑΤΟφροσύνης. Είναι εξίσου αντιδημοκρατικό να παρουσιάζεται ως «φασίστας», «ακροδεξιός» ή «χουντικός» οποιοσδήποτε έχει απλώς ένσταση για την αισθητική του έργου ή θεωρεί το περιεχόμενο του ως μια γενίκευση που προσβάλει την Ελλάδα παρουσιάζοντας την ως «τόπο γυναικο-φονιάδων». Ακόμα και αν διαφωνεί κανείς με αυτή την οπτική, ο στιγματισμός άλλων απόψεων με δαιμονοποίηση και με τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς δεν είναι απάντηση. Το να μην αρέσει σε κάποιον ή να μην εγκρίνει το έργο, δεν σημαίνει ότι υποστηρίζει κάποια μορφή έμφυλων ανισοτήτων ή την κακοποίηση έως και τις δολοφονίες γυναικών. Δυστυχώς, είναι αναμενόμενο να συμβεί κάτι τέτοιο όταν όσοι διαμαρτύρονται για τις εθνικές υποχωρήσεις της κυβέρνησης (ιδίως της τωρινής της Ν.Δ.) και του πολιτικού συστήματος της Ελλάδας και μιλάνε για το ζήτημα των Πρεσπών του Αιγαίου ή την κατοχή της Κύπρου στιγματίζονται αδίκως ως «ακροδεξιοί» και «εθνικιστές». Είναι υποκριτικό να μιλάει κανείς για ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα, όταν δαιμονοποιήθηκαν τα δύο προηγούμενα χρόνια ως «ψεκασμένοι» όσοι διαμαρτυρήθηκαν για τα οργουελιανά ολοκληρωτικά μέτρα, τη βιοπολιτική της πανδημίας και τη στέρηση δικαιωμάτων των ανεμβολίαστων υγειονομικών. Αντίστοιχα, είναι υποκρισία να λένε για ελευθερία στην τέχνη, όσοι στήριξαν φέτος τον Απρίλιο την απόσυρση της συμμετοχής νεαρού δημιουργού κόμικς από φεστιβάλ στην Αθήνα, απλά και μόνο επειδή φτιάχνει σχέδια με την ελληνική σημαία, τον Ιερό Λόχο του Υψηλάντη και τους ήρωες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο.

ΑΠΟ ΕΚΕΙ και πέρα, η ουσία δεν βρίσκεται στο κατά πόσον είναι λανθασμένες οι απόψεις των δύο πλευρών που διχάζονται γύρω από το ζήτημα. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι γίνεται ένας αποπροσανατολισμός, ούτως ώστε αντί να επικεντρωθεί η συζήτηση σε σημαντικότερα ζητήματα (οικονομικά, πολιτικά, γεωπολιτικά, υπαρξιακά κ.λπ.) που πραγματικά απασχολούν την κοινωνία και τους πολίτες της, να βρεθεί ένας νέος «δαίμονας» ή «μπαμπούλας» να στοχοποιήσουν. Και φυσικά νικητής σε όλο αυτό είναι η ίδια η ελληνική κυβέρνηση. Είναι διαχρονική και αποτελεσματικότατη η κληρονομιά που άφησε το ρωμαϊκό imperium για τη χειραγώγηση των μαζών μέσα από το divide et impera (διαίρει και βασίλευε).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!