Στην κρίσιμη οκταετία της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα (2009-2017), με το παράδοξο φαινόμενο των αυξημένων δολοφονιών μαύρων από αστυνομικούς, υπήρξε πληθώρα ταινιών της χολιγουντιανής βιομηχανίας για διαφυλετικά ζητήματα, όπως «Υπηρέτριες» (2011/Τέιτ Τέιλορ), «Μαντέλα: ο δρόμος προς την ελευθερία» (2013/Τζάστιν Τσαντγουίκ), «12 χρόνια σκλάβος» (2013/Στηβ ΜακΚουίν), «Mudbound:Δάκρυα στον Μισισιπή» (2017/Ντι Ρις) και «Αγώνας για δικαιοσύνη» (2019/Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον). Πότε ως αισθηματικά μελοδράματα και πότε ως κοινωνικοπολιτικές ή ιστορικές υπερπαραγωγές, αυτές οι ταινίες καθιέρωσαν μια νέα γενιά σημαντικών Αφροαμερικανών σκηνοθετών και ηθοποιών. Ανάμεσά τους και η 51χρονη Αφροαμερικάνα Άβα Ντυβερνέ, σκηνοθέτρια της ταινίας «Σέλμα» (2014), για τα γεγονότα που οδήγησαν στη θρυλική πορεία κατά των φυλετικών διακρίσεων, στην Αλαμπάμα, το 1965. Στη νέα της ταινία «Καταγωγή», η Ντυβερνέ επιχειρεί να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το βιβλίο «Caste: The Origins of Our Discontents», της 63χρονης δημοσιογράφου και συγγραφέως Ιζαμπέλ Γουίλκερσον, πρώτης Αφροαμερικάνας που βραβεύτηκε το 1994 με Πούλιτζερ. Σε αυτό το βιβλίο, που εκδόθηκε το 2020, δυο μήνες μετά τη δολοφονία του Τζορζ Φλόιντ, η φυλετική διαστρωμάτωση στις ΗΠΑ προσομοιάζεται με τις κάστες στην Ινδία και τη ναζιστική Γερμανία.

Με σκηνοθετική μαεστρία, η Ντυβερνέ επιχειρεί να συμπεριλάβει σημαντικές θεωρίες, από το  βιβλίο της Γουίλκερσον, παράλληλα με προσωπικά και βιογραφικά στοιχεία της, συνδυασμένα με δραματοποιημένες σκηνές, που ζωντανεύουν αληθινά πρόσωπα, μαρτυρίες και ιστορικά επεισόδια από τα παραδείγματα που παραθέτει, σε μια πολυεπίπεδη υβριδική μυθοπλασία κατακερματισμένης αφήγησης, μεταξύ μελοδράματος και ντοκιμαντέρ. Η Ντυβερνέ δημιουργεί μια ταινία για την επίπονη δημιουργική διαδικασία συγγραφής ενός βιβλίου, επιχειρώντας παράλληλα να καταγράψει το χρονικό των κοινωνικών αλλά και προσωπικών γεγονότων, που επηρέασαν την Γουίλκερσον, στη δεκαετία του 2010, εποχή έξαρσης απανωτών ρατσιστικών δολοφονιών στις ΗΠΑ, που πυροδότησε το αντιρατσιστικό κίνημα Black Lives Matter.

Έχοντας αποφασίσει να χαλαρώσει τους εντατικούς ρυθμούς εργασίας για να αφιερωθεί στον σύζυγό της (Τζον Μπέρνθαλ), καθηγητή μαθηματικών και οικονομολογίας, αλλά και στην άρρωστη ηλικιωμένη μητέρα της, η διακεκριμένη δημοσιογράφος-συγγραφέας Ιζαμπέλ Γουίλκερσον (Αντζενού Έλις-Τέιλορ), ήδη πολυάσχολη με τις ομιλίες της ανά την επικράτεια, σοκάρεται ακούγοντας τα ηχητικά ντοκουμέντα από τις κλήσεις στην Άμεση Δράση για την υπόθεση ρατσιστικής δολοφονίας του 17χρονου Αφροαμερικάνου Τρέιβον Μάρτιν το 2012. Μετά και το επίσης πραγματικό ρατσιστικό επεισόδιο το 2017 στο Σάρλοτσβιλ στη Βιρτζίνια, όπου υπέρμαχος των νεοναζί οδήγησε το αμάξι του πάνω στο πλήθος, σε αντιρατσιστική διαδήλωση, σκοτώνοντας τελικά μια Λευκή γυναίκα, η Ιζαμπέλ διερωτάται για την επαναφορά εικόνων της Κου Κλουξ Κλαν και της ναζιστικής Γερμανίας και αναζητά διασυνδέσεις με τους διωγμούς των Εβραίων από τους ναζί. Παρά τις δυο απανωτές απώλειες στον ίδιο χρόνο του συζύγου και της ηλικιωμένης μητέρας της, δεν παύει να διερευνά το συνδετικό ιστό μεταξύ εβραϊκών διωγμών, ρατσιστικών διαχωρισμών στην Αμερική και του συστήματος του κοινωνικού διαχωρισμού της κάστας στην Ινδία, με την παγκόσμια άνοδο του νεοναζισμού, φιλοδοξώντας να γράψει νέο βιβλίο. Για το σκοπό αυτό ταξιδεύει σε Γερμανία και Ινδία, όπου επισκέπτεται μνημεία, μουσεία και βιβλιοθήκες, ενώ συζητάει με ντόπιους καθηγητές και ερευνητές.

Το σκεπτικό των επιχειρημάτων της Γουίλκερσον παρουσιάζεται πότε προφορικά στα αποσπάσματα που διαβάζει και πότε σε δραματοποιημένες σκηνές, παράλληλα με σκηνές φιλικών γευμάτων, όπου αναπτύσσονται αντικρουόμενες απόψεις. Κατά τη διάρκεια φιλικού δείπνου με Γερμανούς, μετά τη γνωστοποίηση ότι στη Γερμανία, η επίδειξη της σβάστικας θεωρείται έγκλημα που τιμωρείται με φυλάκιση, η Ιζαμπέλ κάνει αναφορά στα αγνώστου αριθμού θύματα δουλείας που διήρκησε 246 χρόνια, δηλαδή σε 13 γενεές, συν 100 χρόνια νόμων του Τζιμ Κρόου, του νομοθετημένου φυλετικού διαχωρισμού βίας και δολοφονιών, προκαλώντας τη διαφωνία της Γερμανίδας φίλης που υποστηρίζει πως «αν η αμερικάνικη δουλεία συνδέεται με την υποδούλωση για το κέρδος, για τους Εβραίους κατά το Ολοκαύτωμα, ο τελικός στόχος ήταν ο αφανισμός».

Παρακινημένη από μια φωτογραφία σε Βερολινέζικο μουσείο, μιας κρίσιμης συνάντησης του 1934, η Ιζαμπέλ ζητά τα πρακτικά και ανακαλύπτει πως οι Ναζί θέσπισαν διαχωριστικούς νόμους για τους Εβραίους, βασισμένους στους αντίστοιχους νόμους φυλετικών διαχωρισμών που είχαν ήδη θεσπιστεί στην Αμερική. Βαθιά πεπεισμένη πως «πρέπει να σκεφτούμε την καταπίεση με τρόπο που δεν επικεντρώνεται στη φυλή», η Ιζαμπέλ ανιχνεύει αντίστοιχα φαινόμενα διαχωρισμού στην Ινδία, όπου οι Ντάλιτ, κατώτεροι παρίες, αντιμετωπίζονται με αντίστοιχη βία και διακρίσεις. Στην Ινδία συναντά τον καθηγητή δρα Σουράτζ Γιένγκτε, ο οποίος κάνει αναφορά στο θεμελιώδες βιβλίο «Annihilation of caste», του Μπιμράο Αμπεντκάρ (1891-1956), Ινδού πολιτικού και κοινωνικού μεταρρυθμιστή, ενάντια στις κοινωνικές διακρίσεις των Ντάλιτ. Ο Γιένγκτε αναφέρεται και στην πρόσφατη αυτοχειρία του Ντάλιτ φοιτητή Ροχίθ Βεμούλα το 2016, που ξεσήκωσε κοινωνικές αναταραχές στην Ινδία, ενώ από τις συζητήσεις και τα δραματοποιημένα επεισόδια της νεότητας του Αμπεντκάρ, αποσαφηνίζεται πως είχε βρεθεί φοιτητής στο Χάρλεμ, διαπιστώνοντας ομοιότητες μεταξύ Αφροαμερικανών και Ντάλιτ, όπως αντίστοιχα είχε αναγνωρίσει και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ κατά την επίσκεψή του στην Ινδία το 1959, διασυνδέοντας Αφροαμερικάνους, με τους Ντάλιτ, τους Παλαιστίνιους, τους Ρομά, καθώς και τους αυτόχθονες παγκοσμίως.

Στην ταινία αναδεικνύεται και ένας σπάνιος στο σινεμά, δυναμικός γυναικείος πρωταγωνιστικός χαρακτήρας όμορφης πληθωρικής Αφροαμερικάνας, που είναι καταξιωμένη επαγγελματικά με πολιτική σκέψη και επιδιώκει να συνεχίσει δίχως να λυγίσει από τις πολλαπλές δραματικές συγκυρίες στην προσωπική της ζωή. Για να στηρίξει και μέσα από το οπτικοακουστικό εργαλείο του σινεμά τις θεωρίες του βιβλίου, η Ντυβερνέ μεταφέρει στις δραματοποιημένες σκηνές σημαντικές ιστορικές περιόδους και πρόσωπα, μαζί με σημαντικά βιβλία, πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Γουίλκερσον. Μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού δυο Αφροαμερικάνων ανθρωπολόγων που σπούδαζαν στο Βερολίνο το 1933, η Ντυβερνέ κάνει αναφορά στα πάνω από 20 000 «απαγορευμένα» επί Χίτλερ βιβλία που κάηκαν παραδειγματικά, με την Ιζαμπέλ να υπενθυμίζει τη ρήση του Γερμανοεβραίου ποιητή Χάινριχ Χάινε «εκεί που καις βιβλία καταλήγεις να καις ανθρώπους». Σε δραματοποιημένη σκηνή πάλι, η σκηνοθέτρια αναφέρεται στους ανθρωπολόγους συγγραφείς Ντέιβις και Γκάρντνερ που μαζί με τις γυναίκες τους εγκαταστάθηκαν στα μέσα του ’30, στο Μισισίπι, για να μελετήσουν αθόρυβα, την κοινωνική ιεραρχία του Νότου, όπως παρατίθεται στη θεμελιώδη μελέτη «Deep South: A Social Anthropological Study of Caste and Class» (1941).

Στο εντυπωσιακό φινάλε, η σκηνοθέτρια επιχειρεί μέσα από δυναμικό μοντάζ να εικονοποιήσει τον αγώνα της Ιζαμπέλ να οργανώσει τις θεωρίες της, γράφοντας σε πίνακα τα βασικά σημεία, παράλληλα με την ανάγνωση αποσπασμάτων του βιβλίου, που συνενώνουν το αντιρατσιστικό-αντιφασιστικό κείμενο, με σκληρές δραματοποιημένες σκηνές.

Στο «Μουσείο Κληρονομιάς» (The Legacy museum), στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, όπου παρουσιάζεται η ιστορία της δουλείας και του ρατσισμού στην Αμερική, η Ιζαμπέλ στέκεται με φόντο τις ιστορικές ταμπέλες διαχωρισμού «δεν επιτρέπεται η είσοδος σε νέγρους, εβραίους και σκύλους», παράλληλα με τη σοκαριστική δραματοποιημένη σκηνή ενός πικνίκ στην εξοχή το ’30, με χαμογελαστούς λευκούς πολίτες του Νότου με τα παιδιά τους, που καταλήγει σε αναμνηστική φωτογράφηση της ομήγυρης, με ανατριχιαστικό φόντο έναν κρεμασμένο αφροαμερικάνο, κάτι σύνηθες για την εποχή. Ωστόσο, θεωρώ παράληψη την έλλειψη σχολιασμού για τις φωτογραφίες όπου αρχές του 2000, Αμερικανοί στρατιώτες ποζάρουν πατώντας πάνω σε γυμνά σώματα Αράβων, στο Γκουαντάναμο.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου,
[email protected]

INFO

  • Το «24ο φεστιβάλ Γαλλόφωνο Κινηματογράφου» διεξάγεται 2-10/4/2024 ταυτόχρονα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα, Χανιά, Καβάλα και Καστοριά. Στην Αθήνα η διοργάνωση φιλοξενείται σε Δαναό, Άστορ, Ταινιοθήκη της Ελλάδος και Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Πρόγραμμα: www.festivalfilmfrancophon.gr
  • Η Ένωση Σκηνοθετών – Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου (ΕΣΠΕΚ) οργανώνει τη δράση «LANDMARKS II – Το σινεμά στο κέντρο / Η Αθήνα στο σινεμά», προβάλλοντας 13 ταινίες μεσαίου και μικρού μήκους, που έχουν ταυτιστεί με το κέντρο της Αθήνας, στους 4 ιστορικούς κινηματογράφους του κέντρου, Έλλη, Άστυ, Άστορ και Cinobo Όπερα, τις επόμενες 4 Δευτέρες του Απριλίου.
  • Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος (11/4-17/4/2024) παρουσιάζει μεγάλο αφιέρωμα «ΑΣΤΥΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ», με 24 παλιότερες και σύγχρονες ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, μικρού και μεγάλου μήκους, με θέμα την πόλη και την ανοικοδόμηση. Περισσότερα σύντομα στο tainiothiki.gr
Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!