Όταν η P.J. Harvey κέρδισε πρώτη φορά το Βραβείο Mercury, με το Stories from the City, Stories from the Sea (Ιστορίες της πόλης, Ιστορίες της θάλασσας), δεν μπόρεσε να το παραλάβει γιατί βρίσκονταν εγκλωβισμένη στην, καλυμμένη από τον καπνό και την σκόνη των Δίδυμων Πύργων, Νέα Υόρκη. Κανείς δεν θα φανταζόταν ότι μόλις μία βδομάδα πριν από τα δεκάχρονα της 11ης Σεπτέμβρη θα γινόταν η πρώτη καλλιτέχνις στην ιστορία του θεσμού που θα κέρδιζε το Γκράμι δύο φορές και μάλιστα με το Let England Shake (Αφήστε την Αγγλία να σείεται), ένα άλμπουμ καταγγελία της θηριωδίας του πολέμου.

Αν και όπως έχει επισημανθεί τα θέματα της βίας και του πόνου κάθε άλλο παρά άγνωστα ήταν στην δουλειά της P.J. Harvey, αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι ότι τώρα προβάλει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της γι’ αυτά πέρα από τη σφαίρα των προσωπικών δοκιμασιών και των στενών ανθρώπινων σχέσεων, που χαρακτήριζαν τις μέχρι τώρα δουλειές της. Η προηγούμενη αυτή περιδίνησή της στις μάχες των ευάλωτων και σαστισμένων μικρόκοσμων, σε στιγμές συγκρούσεων και δοκιμασιών επιβίωσης είναι, όμως, που προσδίδει την ιδιαιτερότητα της προσέγγισης της στο θέμα του πολέμου. Αποφεύγοντας την συνθηματολογία, παντρεύει την καθαρή και χωρίς μισόλογα καταγγελία με τη διείσδυση στις εικόνες και τα συναισθήματα που γεννά ο πόλεμος ως προσωπική και συλλογική εμπειρία.

Πώς οργώνεται η ένδοξή μας χώρα;
Όχι με μεταλλικά υνιά.
Η χώρα μας οργώνεται με τανκς και με πόδια
Πόδια που παρελαύνουν

Πώς θερίζεται η ένδοξη μας χώρα;
Όχι με σιτάρι και καλαμπόκι.

Ποιο είναι το ένδοξο φρούτο της χώρας μας;
Το φρούτο της είναι παραμορφωμένα παιδιά…
Το φρούτο της είναι ορφανά παιδιά.

(The Glorious Land – Η Ένδοξη Χώρα)

Η προσωπική αυτή στροφή της P.J. Harvey δεν είναι άσχετη, φυσικά, από το περιβάλλον μέσα στο οποίο εμπνεύστηκε το έργο της, που ξεκίνησε από μία απλή ιδέα. «Γνώριζα ότι υπήρχαν ποιητές και εικαστικοί καλλιτέχνες που στέλνοταν επίσημα στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ και φέρναν πίσω τις δουλειές τους»… « Ήμουν περίεργη γιατί δεν υπάρχει κανένας τραγουδοποιός σε αυτή τη θέση. Αυτό έγινε, λοιπόν, το πλαίσιο της εκκίνησης μου. Όρισα τον εαυτό μου, στο μυαλό μου τουλάχιστον, επίσημο τραγουδοποιό-ανταποκριτή». Ως ποιήτρια, όμως, η P.J. Harvey δεν μεταφέρει τον εαυτό της στα ορεινά υψίπεδα του Αφγανιστάν ή στις αμμώδεις εκτάσεις και τις γυμνές πόλεις του Ιράκ. Επιλέγει να αναφερθεί σε μία στιγμή ορόσημο της τραγωδίας των ιμπεριαλιστικών πολέμων από το παρελθόν, την ήττα του στρατού της Αντάντ στην Καλλίπολη, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον «Μεγάλο Πόλεμο» αλλιώς, τον πιο θανατηφόρο στα χαρακώματα και τα μέτωπα, που ξεκλήρισε μια ολόκληρη (νέα) γενιά στην Ευρώπη.

Η χρονική και ιστορική απόσταση τής επιτρέπει να διαπραγματευτεί το θέμα της πιο ελεύθερα, όπως και το γεγονός ότι, αν και η μάχη της Καλλίπολης δόθηκε από τον στρατό του Ηνωμένου Βασιλείου, τα θύματά της ήταν στην πλειοψηφία τους Αυστραλοί και Νεο-Ζηλανδοί στρατιώτες.Μία «εθνική επέτειο» που υπενθυμίζει τις θυσίες των λαών των υποτελών χωρών για τη μαμά-μητρόπολη-πατρίδα και αδειάζει τον ίδιο τον «εθνικό μύθο» σαν δικαιολογία για τις θυσίες του πολέμου. Τα νοήματα, έτσι, βρίσκονται ανάμεσα στις λέξεις, τα χαρακώματα, τις πληγές. Η προσέγγιση της αυτή διαπερνάει και το στοιχείο της μουσικής της.

Γύρω από την κιθαριστική (ή έγχορδη) βάση της, για κάποιους υπενθύμιση των τραγουδοποιών διαμαρτυρίας του ’60, υφαίνει τον τελικό της ήχο με θραύσματα ποικίλων αναφορών. Από (αποδομημένα) αντιπολεμικά τραγούδια του ’60 μέχρι κούρδικη μουσική και ρέγγε ρυθμούς. Αυτό που παραμένει όμως είναι ο κιθαριστικός ήχος που ανοίγει, σερνάμενος και τρίζοντας, υπόγειες διόδους, χορεύοντας ανασφαλώς ανάμεσα σε αυτό που μοιάζει με επίπονη απόδοσή του και ανήσυχη, εύθραυστη μελωδικότητα. Η ίδια η μουσική της, έτσι, γίνεται το σημείο εκφοράς της κρίσης, του πόνου, της θλίψης του πολέμου. Τέλος, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι, πέρα από το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο που μπορούν να ανιχνευτούν στη στροφή της P.J. Harvey αλλά και στη βράβευση της, η δουλειά της, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Φεβρουάριο, ακούγεται σήμερα και σαν προφητεία.

Η Δύση κοιμάται. Αφήστε την Αγγλία
να σείεται, υπό το βάρος σιωπηλών νεκρών.
Φοβάμαι ότι το αίμα μας δεν θα σηκωθεί ποτέ.
Της Αγγλίας οι γιορτινές μέρες είναι παρελθόν.

Αυτά τραγουδάει στο Let England Shake παίζοντας με το βρετανικό «σύνδρομο μετα-αποικιακής μελαγχολίας», και θυμίζoντας ίσως τις ομοιότητες του τέλους της εποχής των αυτοκρατοριών, που σήμανε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, με τη δική μας εποχή και την αγωνία τής άλλοτε κραταίας χώρας της. Ακόμα περισσότερο η «προφητική» της ματιά ή, μάλλον, το ένστικτό της, την οδηγούν στο να αναλογιστεί τι γίνεται όταν ο πόλεμος πια «έρχεται σπίτι».

Αυτά είπα στον γέροντα δίπλα στη γεννήτρια
Στεκόταν στο χαλικόστρωτο μονοπάτι δίπλα στο δύσοσμο ποτάμι
Γύρισε προς τα μένα και διερεύνησε τον χώρο
Είπε, «ο πόλεμος είναι εδώ τώρα στην αγαπημένη μας πόλη».

Αφήστε την να καεί, αφήστε την να καεί!

(Written on the Forehead – Γραμμένο στο μέτωπο)

Στίχοι, που μετά το «θερμό» αγγλικό καλοκαίρι αποκτούν άλλο νόημα. Πολύ πιο άμεσο, πολύ πιο κοντινό.

Χρήστος Γιοβανόπουλος

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!