Στα εργατικά συνδικάτα και στα εργατικά κόμματα διαμορφώνεται μια εκπαιδευμένη ελίτ εργατών, οι οποίοι, από την ηγετική θέση τους στα συνδικάτα, δημιουργούν για τους εαυτούς τους υλικές και κοινωνικές συνθήκες διαφορετικές από αυτές των εργατών – μελών των μόνιμων και θεσμοποιημένων πλέον εργατικών οργανώσεων.

Ο Michels θεωρεί ότι ως επακόλουθο της κοινωνικής διαφοροποίησης της ηγεσίας από τη βάση αρχίζει η πολιτική συντηρητικοποίηση της ηγεσίας και η αποστασιοποίηση των μελών των ηγετικών ομάδων από τους αρχικούς ριζοσπαστικούς στόχους και την αριστερή πολιτική των οργανώσεών τους. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία επικαλείται, κατά το συγγραφέα, την έννοια της «αποτελεσματικότητας» (οι ηγέτες ειδικεύονται σε ορισμένα καθήκοντα και η ειδική γνώση τους καθιστά «αναντικατάστατους»). Η βάση του συνδικάτου τα αναθέτει όλα στους «αξιωματούχους», δεν πηγαίνει συχνά στις συνελεύσεις (ενίοτε δεν κάνει τον κόπο να εγγραφεί στο συνδικάτο ένας εργαζόμενος), αναπτύσσει στάσεις ευγνωμοσύνης στους ηγέτες που συχνά μεγαλοπιάνονται και ενισχύουν την εξουσία τους, θεωρώντας ότι επειδή σημαντικός αριθμός εργαζομένων τους ακολουθεί πιστά μπορούν να διαπραγματεύονται για κάθε ζήτημα που αφορά το κοινωνικό τους status. Από τη στιγμή δε που αρχίζουν οι οργανώσεις να μεγαλώνουν πέρα από κάποιο όριο, συσσωρεύοντας ταυτόχρονα έσοδα και κεφάλαια, διορίζονται αξιωματούχοι πλήρους απασχόλησης, ιδρύονται συνδικαλιστικές σχολές, εκδίδονται εφημερίδες και περιοδικά κ.ο.κ. Αυτό σημαίνει ότι οι ηγέτες των συνδικάτων αποκτούν διευθυντική εξουσία πρόσληψης και απόλυσης μισθωτών που νοιώθουν ότι οφείλουν την εργασία τους στους ηγέτες και την οργάνωση και από αυτή την άποψη αποτελούν στοιχείο συντηρητικοποίησης.
«Εν ολίγοις, συχνά οι κατέχοντες τα αξιώματα των συνδικάτων έχουν διακριτά συμφέροντα από αυτά των μελών τους, επειδή υπάρχουν επαγγέλματα, κλάδοι και χώροι εργασίας όπου χρειάζεται η παρουσία και δραστηριότητα διαμεσολαβητών μεταξύ εργοδοσίας και εργατών, επειδή πρέπει αυτοί να καλύπτουν διεσπαρμένους ανά την επικράτεια εργαζόμενους και να εκφράζουν το «μέσο όρο», έχουν εμπειρία και πρόσβαση στην πληροφόρηση και, τέλος, είτε λόγω της συνδρομής των εργοδοτών είτε λόγω της συνδρομής των μελών είτε και τα δύο, καταφέρνουν να έχουν προνομιακούς μισθούς και σχέση εργασίας σε σύγκριση με τα μέλη τους.
Αυτή η κατάσταση παγιώνεται περισσότερο όσο αυξάνουν τα παραπάνω μεγέθη με αποτέλεσμα να μειώνονται τα όρια των στρατηγικών επιλογών που έχουν στη διάθεσή τους τα συνδικάτα. Παραδείγματος χάριν, σε περιπτώσεις κοινωνικο-πολιτικής κρίσης που παίρνει το χαρακτήρα εξέγερσης ή/και επαναστατικής κατάστασης, συχνά τα μεγάλα συνδικάτα και οι συνομοσπονδίες έχουν υποστηρίξει ενεργητικά την άρχουσα τάξη της χώρας στο βαθμό που διακυβεύεται η κοινωνική θέση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από τυχόν κατάρρευση ή ανατροπή του συστήματος».

Θανάσης Τσακίρης στο”Η επικαιρότητα της σκέψης του Α.Γκράμσι για τα εργατικά συνδικάτα σε συνθήκες”νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας” και “παγκοσμιοποίησης”

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!