της Ιφιγένειας Καλαντζή*

 

Σε μια αίθουσα δικαστηρίου, ένα μικρό οργισμένο αγόρι με χειροπέδες, κατηγορούμενο πως μαχαίρωσε άνθρωπο, επιμένει να μηνύσει τους γονείς του, επειδή τον γέννησαν! Έτσι αρχίζει η συγκλονιστική ταινία Καπερναούμ (βραβείο Επιτροπής Κάννες 2018), της εντυπωσιακής 45χρονης Λιβανέζας ηθοποιού και σκηνοθέτριας Ναντίν Λαμπακί.Δίχως γραμμική αφήγηση, η ταινία παρακολουθεί το Γολγοθά του 12χρονου Ζαΐν, προσφυγόπουλου από τη Συρία, που το έχει σκάσει από τις άθλιες φτωχογειτονιές όπου ζούσε με την πολυμελή οικογένειά του, επειδή έδωσαν, παρά τη θέλησή της, την 11χρονη αδερφούλα του Σαχάρ στον ψιλικατζή της γειτονιάς. Βρώμικος και πεινασμένος συναντά στο καφέ ενός λούνα παρκ την Ραχήλ, μετανάστρια δίχως χαρτιά από την Αιθιοπία, που δουλεύει ως καθαρίστρια. Με αντάλλαγμα να προσέχει τον Γιονάς, το μωρό που ακόμα θηλάζει, του προσφέρει στέγη και τροφή στο τσίγκινο παράπηγμά της. Μαθημένος από τα πολυάριθμα μικρότερα αδερφάκια του, ο Ζαΐν ταΐζει και αλλάζει στοργικά το μωρό, αλλά μετά την εξαφάνιση της Ραχήλ αρχίζει ένας αγώνας επιβίωσης.

Εστιάζοντας στα παιδιά, η Λαμπακί καταγγέλλει ένα ολόκληρο σύστημα που τα αγνοεί, στη δίνη των μακροχρόνιων συρράξεων που επιβάλλει η κυρίαρχη Δύση σε αραβόφωνες περιοχές, εξαναγκάζοντας χιλιάδες ψυχές να επιβιώνουν αόρατοι, χωρίς χαρτιά στο περιθώριο, χαρακτηρισμένοι ως παράσιτα, με όνειρο να περάσουν στην Ευρώπη, νέα Γη της Επαγγελίας.

Μακρινά πλάνα που αποκαλύπτουν ένα περιθωριακό περιβάλλον, λαϊκά παζάρια και λασπωμένες παραγκουπόλεις εναλλάσσονται με κοφτά πλάνα, κοντά σε πρόσωπα, εκφράσεις και κυρίως στο διαπεραστικό δακρυσμένο βλέμμα των μικρών πρωταγωνιστών.

Με σημείο εκκίνησης το κρατητήριο, χώρος που επανέρχεται ανά διαστήματα, οι περιπέτειες του Ζαΐν ξεδιπλώνονται με πισωγυρίσματα στην καθημερινή βιοπάλη, κορυφώνοντας δεξιοτεχνικά την αγωνία, ενώ συμπληρώνουν σταδιακά τις συνθήκες που οδήγησαν ένα πιτσιρίκι να μαχαιρώσει άνθρωπο. Ο Ζαΐν πουλάει χυμούς για πενταροδεκάρες και κουβαλάει βαριά εμπορεύματα, ενώ τον πνίγει η αδικία, βλέποντας σχολιαρόπαιδα της ηλικίας του με σακίδια στον ώμο. Μοναδικές στιγμές ξενοιασιάς οι εξορμήσεις με την αδερφή του στην ταράτσα, με φόντο ρημαγμένες πολυκατοικίες, που φιλοξενούν πληθώρα αντίστοιχων περιπτώσεων.

Βίαιες εκρήξεις των άνεργων γονιών του Ζαΐν αντιπαρατίθενται με τρυφερά καθημερινά στιγμιότυπα, με τα αδερφάκια να κοιμούνται αγκαλιασμένα στρωματσάδα, σαν κουρνιασμένα κουτάβια, ενώ ξεχειλίζει από συγκινησιακή φόρτιση η σπαραξικάρδια σκηνή αποχωρισμού του Ζαΐν με την Σαχάρ. Κωμικές εκφάνσεις της χαμένης παιδικής αθωότητας αποτελούν οι ευρηματικοί τρόποι μεταφοράς του μωρού, πότε κρυμμένου μέσα σε καρότσι λαϊκής και πότε στο αυτοσχέδιο τροχήλατο από μια παλιά κατσαρόλα πάνω σε πατίνι, που σέρνει με σκοινί ο Ζαΐν.

Γκροτέσκο παζολινική λαϊκότητα προσεγγίζεται με παρακμιακές φυσιογνωμίες, όπως ο βγαλμένος από φασμπιντερικό σύμπαν κοκαλιάρης γέρος, με τα χοντρά γυαλιά και τη διασκευασμένη στολή σπάιντερμαν σε άνθρωπο-κατσαρίδα.

Ακολουθώντας μέσα από κοντινά το πρόσωπο του Ζαΐν που σουλατσάρει στο λούνα πάρκ, με φόντο πολύχρωμα φώτα και θορυβώδη παιχνίδια, η κάμερα αιχμαλωτίζει το μελαγχολικό βλέμμα του, καθώς αγναντεύει από ψηλά, αιωρούμενος στη ρόδα, τη θάλασσα όπου φημολογείται πως έκανε θαύματα ο Ιησούς, σε μια ταινία με τίτλο που ανακαλεί βιβλική αλληγορία.

Αναφορά στην αλά Τρυφώ παιδική ανεξαρτησία αποτελεί το σκαστό χαμόγελο του Ζαΐν στο τέλος, κοιτώντας το φακό, σε μια από τις λιγοστές φορές που χαμογελάει.

Τα ακάλυπτα στήθη της μπαλαρίνας του λούνα παρκ, που ξεγύμνωσε ο Ζαΐν, ανακαλούν πλάνα θηλασμού της Ραχήλ, ενώ το μητρικό γάλα πηγαίνει χαμένο, στα πλάνα που στραγγίζει κλαίγοντας το στήθος της, όταν βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα. Αυτή η υποβόσκουσα αίσθηση πρόωρου απογαλακτισμού, με τον μικρό Γιονάς να ψαχουλεύει μάταια το αγορίστικο στέρνο του Ζαΐν, συμβαδίζει και με την πρόωρη ενηλικίωση ενός πρωταγωνιστή, που δεν χάρηκε ποτέ παιδική ηλικία, αναλαμβάνοντας ευθύνες που δεν του αναλογούν.

Η Λιβανέζα Λαμπακί, γέννημα-θρέμμα μιας πολύπαθης περιοχής που συνορεύει με αμφισβητούμενης κυριαρχίας εδάφη ανάμεσα σε Ισραήλ και Παλαιστίνη, αξιοποιεί την κοινωνική λειτουργία του σινεμά. Η πρώτη της ταινία Caramel (2007) διαδραματίζεται σε ένα σαλόνι ομορφιάς, με πέντε γυναίκες ανάμεσα σε χρώματα, αρώματα και μουσικές, αποφεύγοντας να απεικονίσει τη Βυρηττό εν μέσω πολέμου. Στη δεύτερη, Όταν θέλουν οι γυναίκες (2011), σχολιάζει τη θρησκευτική μισαλλοδοξία χριστιανών και μουσουλμάνων, σε ένα απομονωμένο λιβανέζικο χωριό. Έτσι, ακολουθώντας την παράδοση κοινωνικής θεματικής του λαϊκού αραβόφωνου σινεμά, με μελοδραματικές αιχμές από την κωμωδία στην τραγικότητα, η Λαμπακί περνάει σε ένα καταγγελτικό κινηματογράφο. Η αυθεντικότητα περιθωριακών χαρακτήρων του ιταλικού νεορεαλισμού συνδυάζεται με το δυναμισμό αυθεντικής καταγραφής του σινεμά βεριτέ και κάμερα στο χέρι αλά Νταρντέν, εμπλουτισμένο με το σύγχρονο ακατέργαστο ρεαλισμό της βρετανικής σχολής, με άφθονα κοντινά και κοφτά πλάνα, σε ένα επεξεργασμένο μοντάζ απαράμιλλης έντασης.

Πρωτίστως όμως, χαμηλώνοντας την κάμερα στο ύψος των παιδιών εκμαιεύει καθηλωτικές ερμηνείες από ένα πιτσιρίκι και ένα μωράκι, παραπέμποντας στην ατόφια συγκίνηση του ιρανικού νεορεαλισμού. Με ερασιτέχνες ηθοποιούς βγαλμένους από τις ίδιες συνθήκες που περιγράφει στην ταινία της, η Λαμπακί επαναφέρει θρησκευτικούς συνειρμούς, στα χνάρια του μπρεσονικού σινεμά.

Κοινό σημείο στην ανοδική πορεία της αποτελεί η πρωτότυπη μουσική του συνθέτη Καλέντ Μουζανάρ, συζύγου της σκηνοθέτριας, που στο Καπερναούμ εντυπωσιάζει με ευαίσθητες πειραματικές συνθέσεις για έγχορδα, τσέλο και κρητική λύρα, ενίοτε πιάνο και κρουστά, με ψήγματα ανατολίτικων ρυθμών.

Κινηματογραφικές αναφορές με παιδιά, θύματα εκμετάλλευσης, ως αντανάκλαση της ταξικής ανισότητας, αποτελούν τόσο το σκληρό βραζιλιάνικο Πισότε το χαμίνι του Σάο Πάολο (1980) του Έκτορ Μπαμπένκο, όσο και το ινδικό Σαλάαμ Μπομπάι (1988) της Μίρα Ναΐρ, έλκοντας καταγωγή από την εικονογραφική παράδοση των μπαρόκ πινάκων πρώιμου κοινωνικού ρεαλισμού του Ισπανού Μουρίγιο, που τοποθέτησε στο κάδρο τα ως τότε αόρατα παιδιά ενός κατώτερου θεού, τα ξυπόλυτα και ρακένδυτα χαμίνια, ενώ φτάνει ως την ηθική συμπόνια κοινωνικής κριτικής που αναπτύχθηκε μέσα από τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα, με τους Ντίκενς, Άντερσεν και Ντοστογιέφσκι.

 

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είανι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

 

 

 

INFO

  • Στην κινηματογραφική Λέσχη του Φιλοπρόοδου Ομίλου Υμηττού, θα προβληθεί τη Δευτέρα 25/2/2019, 20:30, η ταινία Γκλόρια (1980) του Τζον Κασσαβέτη. Θα προλογίσει η θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου Ιφιγένεια Καλαντζή.
  • Στο καφενείο Κιούμπρικ (Εξάρχεια, Ανδρέα Μεταξά 12) θα προβληθούν από 24-27/2/2019, ταινίες νέων ανεξάρτητων μικρομηκάδων, παράλληλα με ομιλίες και έκθεση φωτογραφίας, με οικονομική συνεισφορά 2 ευρώ, ανά ομάδα προβολής.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!