της Τασίας Λιόντου*

Το κλείσιμο των σχολείων δεν έσκασε σαν βόμβα και, για να είμαστε και ειλικρινείς, δεν δυσαρέστησε και κανέναν. Ίσα ίσα που απάλλαξε από περισσό άγχος. Η Γ΄ Λυκείου απέκτησε ξαφνικά το χρόνο που χρειαζόταν για τις επαναλήψεις της, η Α΄ και η Β΄ σταμάτησε να διαβάζει για τα διαγωνίσματα του δεύτερου τετραμήνου και εξασφάλισε τον απαιτούμενο χρόνο για ανελέητο σερφάρισμα και για τον πολυπόθητο ύπνο. Οι καθηγητές, για να μην βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, γλίτωσαν το διόρθωμα, την προετοιμασία για τη γιορτή της 25ης, την παρέλαση, τη γραφειοκρατία.

Τις πρώτες μέρες ξεχύθηκε η πιτσιρικαρία στα καφέ και τις πλατείες. Το είδε αυτό το υπουργείο και έσπευσε να αγοράσει λογισμικά και προγράμματα για να μας δείξει αφενός την ετοιμότητά του, αφετέρου ότι είναι εύκολο, πολύ εύκολο, να αντικατασταθεί αυτό που συμβαίνει στις τάξεις και, γιατί όχι, ίσως κατάφερνε να καθηλώσει το μαθητόκοσμο. Και πάρε Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο, και πάρε Webex, σύγχρονη, ασύγχρονη. Και κάντε εγγραφές, και πάρτε κωδικούς, και φορτώστε τις κυψέλες.

Ευτυχώς, όμως, οι καθηγητές είναι πάνω από όλα «καλοί» μαθητές και τόσα χρόνια έχουν μάθει καλά το «μάθημά» τους. Ξέρουν καλά, λοιπόν, ότι το μάννα δεν θα πέσει εξ’ ουρανού και ότι για άλλη μια φορά είναι μόνοι τους στην προσπάθεια να στηρίξουν τα παιδιά τους.

Ξεκίνησε, λοιπόν, ο καθένας να ψάχνει τρόπους να ξανασυνδέσει το νήμα με την τάξη του, με όποιον τρόπο ο καθένας είχε εύκολο, με τηλέφωνα, με μέιλ, με μηνύματα. Από τις πρώτες επαφές αντιλαμβανόσουν ότι, όταν οι μαθητές σου βρέθηκαν μέσα στους τέσσερις τοίχους, δεν πανηγύριζαν πια για το κλείσιμο, ούτε ζούσαν ευτυχισμένοι στους παραδείσους της τεχνολογίας. Αγωνιούσαν αν είναι όλοι οι δάσκαλοι τους καλά, ρωτούσαν για τις οικογένειες τους, και ας μην τις ξέρουν, μιλούσαν με αγωνία για τους παππούδες τους που δεν ακούν, για τους γονείς τους που πάνε στη δουλειά και είναι εκτεθειμένοι. Ήθελαν να σου πουν ότι τώρα διαβάζουν άρθρα, όπως τους έλεγες να κάνουν και σε έγραφαν, και μαθαίνουν ότι χάνονται άνθρωποι αβοήθητοι, ότι υπάρχουν κράτη που βάζουν πάνω από τον άνθρωπο το κέρδος και δεν παίρνουν τα μέτρα που πρέπει. Ένιωθες τον φόβο και την αγωνία τους και καταλάβαινες ότι ξαφνικά μεγάλωσαν. Χαίρονταν που τους πήρες τηλέφωνο, γιατί έχουν περάσει μαζί σου ένα-δύο ή και τρία χρόνια, με τις γκρίνιες, με τις καλές και τις κακές στιγμές. Καταλάβαινες ότι τώρα τα Αρχαία, η Ιστορία και η Έκθεση είναι το όχημα για να τους πεις ότι πρέπει να συνεχίσουν, ότι πρέπει να παλέψουν, ότι έχουν βάλει στόχους και ότι δεν είναι μόνοι σε αυτό. Τούς έβαλες δουλειά να κάνουν για να είσαι σε συνεχή επαφή μαζί τους. Και όταν, πριν κλείσουν, σου έλεγαν «ευχαριστώ, κυρία, που με πήρατε», ήθελες να φωνάξεις: Εγώ ευχαριστώ.

* Η Τασία Λιόντου είναι φιλόλογος στο Λύκειο Ασπροπύργου

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!