Αρχική συνεντεύξεις πολιτισμός Πάνος Κούγιας, σκηνοθέτης: Να κραυγάζουμε δυνατά την ελευθερία μας

Πάνος Κούγιας, σκηνοθέτης: Να κραυγάζουμε δυνατά την ελευθερία μας

Μια συζήτηση με αφορμή το θεατρικό «Camille Claudel Mudness»

Συνέντευξη στην Μαρία Ατσελέ

Ο Πάνος Κούγιας είναι απόφοιτος του Θεάτρου Τέχνης και του τμήματος Ρωσικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στο θέατρο έχει συνεργαστεί με τους σκηνοθέτες: Θέμελη Γλυνάτση, Θανάση Δόβρη, Μαριάννα Κάλμπαρη, Φώτη Μακρή, Λευτέρη Γιοβανίδη, με τους φορείς του : Θεάτρου Τέχνης, του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, του ΚΘΒΕ, του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής». Έχει συμμετάσχει στις ταινίες Ελεύθερο Θέμα, της Στέλλας Θεοδωράκη και Not Medea, του Νικόλα Ανδρουλάκη. Στο θέατρο το έργο Camille Claudel Mudness, του Γιάννη Λασπιά, είναι η δεύτερη σκηνοθεσία του μετά το Ex-Να ψοφήσουν οι πρωταγωνιστές, του Γκάμπριελ Καλντερόν. Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή την νέα θεατρική δουλειά του, το Camille Claudel Mudness.

 

Είστε ένας νέος σκηνοθέτης. Πόσο πρόκληση είναι να σκηνοθετείτε ένα κλασικό έργο;

Κοιτάξτε, είναι ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο που γράφτηκε το 2013, επομένως «κλασικό» με τη λογική που κατατάσσουμε τα κείμενα του «κλασικού ρεπερτορίου» δεν είναι. Παρ’ όλ’ αυτά είναι γεγονός ότι ο συγγραφέας έλκει στοιχεία ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, «φλερτάρει» με τη φόρμα ενός θεάτρου «εποχής» όσον αφορά τον λόγο, τη δομή του κειμένου, τον πυρήνα της θεατρικής δράσης.

Ταυτόχρονα διαχειριζόμαστε την ιστορία δύο πραγματικών προσώπων, της γλύπτριας Camille Claudel και της ψυχιάτρου Constance Pascal, που έζησαν στις αρχές του περασμένου αιώνα στη Γαλλία.

Η κινητήριος ιδέα μας σε αυτήν την παράσταση ήταν ότι αφενός μιλάμε για δύο ιστορικά πρόσωπα, αφετέρου όμως για μια συνάντηση η οποία δεν έγινε ποτέ. Αυτό αυτομάτως σου δίνει την ελευθερία να στήσεις τη γνωριμία τους από το μηδέν. Είναι δύο γυναίκες; Στο χώρο και στον τόπο που επιλέγουμε να τις δούμε εμείς, είναι κάτι παραπάνω από αυτό; Είναι δύο σύμβολα του φύλου τους; Είναι δύο αγάλματα σε μια γκαλερί που ζωντανεύουν για να πουν την ιστορία, κάτι που θα κολάκευε ενδεχομένως την Camille ή ένα περιστατικό σε ψυχιατρικό άσυλο που θα αφορούσε περισσότερο την Pascal;

Αν κάτι έχει πετύχει η παράσταση είναι να συζητά θαρραλέα για όλα τα παραπάνω σενάρια.

Οι δύο ετερόκλητες φαινομενικά γυναίκες, η Camille Claudel και η Constance Pascal, έρχονται να συνταιριάξουν σε ένα δυνατό, ανυπότακτο και ειλικρινές «κατηγορώ» απέναντι σε μια κοινωνία ανδρική που τις αντιμετώπισε μειονεκτικά. Απέναντι σε μια κοινωνία που τις εμπόδισε να ζήσουν και να εργαστούν ισάξια με αυτούς. Απέναντι σε μια οικογένεια που φέρθηκε το ίδιο σκληρά και αμείλικτα στις αποφάσεις τους για ελευθερία και αυτοδιαχείριση

Περιγράψτε μας τις σχέσεις μεταξύ αυτών των δυο ιδιαίτερων γυναικών που αναφέρετε στο έργο Camille Claudel Mudness…

Ιστοριολογικά η Constance Pascal ήταν μια ψυχίατρος αβρή, «γωνιώδης», «αιχμηρή» αλλά και δίκαιη στις στιγμές που έπρεπε – μια αγωνίστρια των καιρών της. Αυτό είναι ένα στοιχείο που με γοήτευσε εξ αρχής στην αναζήτηση του ρόλου και εντέλει κρατήθηκε και στην παράσταση.

Από την άλλη, η Camille Claudel είναι ένας χείμαρρος συναισθημάτων, μια γυναίκα που βίωσε τα πάντα στην πλήρη ανάπτυξή τους, μια μεταρσιωτική καλλιτέχνης που αδικήθηκε κατάφορα από το σύστημα της εποχής της.

Σε αυτήν την υποτιθέμενη συνάντησή τους βλέπουμε να εκτιλύσσονται αυτοί οι δύο διαφορετικοί κόσμοι που στην ανάπτυξή τους τελικά συγκλίνουν και ταυτίζονται.

Το μέτρο της λογικής και η αμετροέπεια της Τέχνης, η διεκδίκηση μιας θέσης στο επιστημονικό οικοδόμημα και την κοινωνία και ο κατακερματισμός –η εκτέλεση όπως την χαρακτήριζε η ίδια– των γλυπτών και η αδιαφορία για την κοινή γνώμη.

Αυτές οι δύο ετερόκλητες φαινομενικά γυναίκες έρχονται να συνταιριάξουν σε ένα δυνατό, ανυπότακτο και ειλικρινές «κατηγορώ» απέναντι σε μια κοινωνία ανδρική που τις αντιμετώπισε μειονεκτικά. Απέναντι σε μια κοινωνία που τις εμπόδισε να ζήσουν και να εργαστούν ισάξια με αυτούς. Απέναντι σε μια οικογένεια που φέρθηκε το ίδιο σκληρά και αμείλικτα στις αποφάσεις τους για ελευθερία και αυτοδιαχείριση.

Αυτά τα «κοινά τους βάσανα» λοιπόν, όπως τα αποκαλεί και ο Αισχύλος, έρχονται να γίνουν μια δυνατή αγκαλιά που συντελείται επί σκηνής, μπροστά στα μάτια μας. Και με το που καταφέρνουν να βρουν «απάγκιο» η μία στον ώμο της άλλης, οι δρόμοι τους θα χωρίσουν λόγω ενός εξωτερικού παράγοντος, πάλι κοινωνικοπολιτικού. Την έναρξη του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό για εμένα είναι ένα μεγαλοφυές εύρημα του συγγραφέα.

Πώς είναι η συνεργασία σας με την Μάνια Παπαδημητρίου και την Αγγελική Καρυστινού;

Είναι από όλες τις απόψεις, ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα για έναν νέο σκηνοθέτη.

Η Μάνια Παπαδημητρίου είναι μια δεξαμενή ιδεών, συναισθημάτων και γενναιοδωρίας. Είναι από τις ηθοποιούς που έχουν απόλυτη αίσθηση του ρυθμού και παράλληλα ένα γενεσιουργό υποκριτικό «νεύρο» που σε αφήνει μαγεμένο σε κάθε του έκφανση. Αυτό είναι κάτι που με συγκινεί πολύ.

Από την άλλη, η Αγγελική Καρυστινού έχει ένα ανεξάντλητο, αστείρευτο ταλέντο στον αυτοσχεδιασμό που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πυροδοτηθεί από το πιο μικρό πράγμα στην πρόβα και να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο.

Να αναφέρω ακόμα ότι την παράσταση «ντύνει» μουσικά επί σκηνής η Μαρίνα Χρονοπούλου, καθηγήτριά μου στο Θέατρο Τέχνης, που από πολύ νωρίς αγκάλιασε με ευγένεια αυτήν την προσπάθεια με μουσικές εμπνευσμένες που συγκινούν και μετουσιώνουν εικαστικά την παράσταση.

Ποιο είναι το μήνυμα της παράστασης;

Σε όποια κοινωνία, όποια θρησκεία και αν έχει, όποιο πολίτευμα ή καθεστώς και αν υπηρετεί, να μην ξεχνάμε να κραυγάζουμε δυνατά την ελευθερία μας και να διεκδικούμε ισάξια τα δικαιώματά μας. Και όταν αυτό δεν είναι εφικτό, να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε κάθε στοιχείο της ύπαρξής μας για να το πετύχουμε.

Σχόλια

Exit mobile version