Για τη νέα ποιητική συλλογή της Άννας Γρίβα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης

«Να φεύγουμε / να οστρακιζόμαστε. / Αυτό δε θέλαμε; / Όστρακο εμείς / και εξορία. / Παρά τις δοκιμές / παρά τα χρόνια / αυτή η λεπτομέρεια / ανήκεστος πάντα. Αγάπα με –έλεγες- / κι άλλο δεν είμαστε / από το όχημα / προς λίγη σάρκα.» (Μόνοι)
Με όπλα την ορμή και τη διαύγεια, την αφαίρεση και τη λεπτομέρεια και μια ευδιάκριτη συνείδηση του ηγεμονικού ρόλου της φύσης, η δεύτερη ποιητική συλλογή της νεαρής ποιήτριας Άννας Γρίβα εκπλήσσει, προβληματίζει και συγκινεί.
Η έντονη παρουσία των ζώων στο Οι μέρες που ήμασταν άγριοι σε συνδυασμό με την ανάδειξη της σαρκοβόρας πτυχής του εαυτού μας μέσα από αναφορές στη μνήμη των σαρκοφάγων, στον θρήνο του δελφινιού, στο μάθημα των μυρμηγκιών, λειτουργούν ως μοχλός υπενθύμισης της καίριας επέμβασης του ενστίκτου, της δύναμης της παρόρμησης και της ανθρώπινης προαίρεσης για «κατανάλωση σάρκας» -κυριολεκτικά ή μεταφορικά- υπερτονίζοντας έντεχνα την συνύπαρξη του αγνού και του θηριώδους στη φύση μας. Συγχρόνως, η διαδικασία της βλάστησης, της ανθοφορίας ως σημείο αναγέννησης ή αναζωπύρωσης, κόλασης ή παραδείσου έχει έντονη παρουσία δίνοντας αφορμή για στοχασμό ή για ενδοσκόπηση.
«Σκοτεινό το κεντρί μας / δεν ξέρεις αν δείχνει / με φορά προς τους άλλους / ή αν γέρνει και κρύβεται / να τσιμπήσει τα νώτα μας / το ονειρευόμαστε συχνά / όταν στο ξύλινο τραπέζι / μεγαλώνει ακόμη το δέντρο / και στην καρδιά του νεκρού αγριμιού / δυναμώνει ο χτύπος / και τρομαγμένοι ψιθυρίζουμε / πως το ένα είναι ο θάνατος / το άλλο η ζωή» (Αμφίβια)
Το ποίημα, σαν ον υπαρκτό, κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλη την ποιητική συλλογή καθιστώντας τη γραφή μια παράμετρο η οποία επηρεάζει. Επιπλέον, η γέννηση και η παιδικότητα αλαφραίνουν την παρουσία του σκότους, της μελαγχολίας, του θρήνου με την επέμβαση ενός λαμπερού, καίριου φωτός. Διαμορφώνεται έτσι ένα σύμπαν εσωτερικό, προσωπικό και συγχρόνως παγκόσμιο το οποίο, μέσα από τη δύναμη της γραφής, της γλώσσας και της ματιάς της Άννας Γρίβα, καθιστά τον αναγνώστη συμμέτοχο, τον κάνει συχνά να λυγίζει καθώς τον χαστουκίζει, τον κανακεύει, τον αφυπνίζει, τον παρηγορεί. Σε αυτό το πλαίσιο, το σώμα ως φορέας ζωής και θανάτου, ασφυξίας και μοναξιάς, επαφής και χαράς, κυοφορίας ιδεών και εμβρύων είναι πανταχού παρόν δίνοντας στον χρόνο διάσταση άλλοτε καθορισμένη και απολύτως σαφή και άλλοτε ανύπαρκτη.
«Σκαλίζω το μέτωπο / να βγάλω τις σκέψεις / και ξεθάβω παράσιτα / τότε που αρνήθηκα / το στήθος που φούσκωνε / τυλίγοντάς το / σε έναν βρόμικο επίδεσμο / με μπαγιάτικο αίμα / στις άκρες να αχνίζει / τα πλευρά μου ακόμη / κρατούν την οσμή του / κι εξαπατώ και βλάπτομαι / που δε μεγάλωσα ποτέ.»  (Αθανασία)
Οι μέρες που ήμασταν άγριοι είναι οι μέρες που ξυπνήσαμε άρρωστοι, διαπιστώνοντας ότι απωλέσαμε κάτι πολύτιμο, οι ώρες που είμαστε γεμάτοι οργή, οι στιγμές που παλέψαμε, μεθύσαμε και εντέλει πιστέψαμε ότι θα είμαστε διαρκώς εν ζωή… «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι» είναι οι μέρες που κοιταχτήκαμε βαθιά στον καθρέφτη και κάτι συνέβη, κάτι πέρα από την φυγή – η αλλαγή.

Τζούλια Γκανάσου, πεζογράφος

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!