Στη Μεταμόρφωση, συγκεκριμένα, ο εμπορικός αντιπρόσωπος Γκρέγκορ Σάμσα που ζει σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, θα μεταμορφωθεί άθελά του(;) μέσα σε μια νύχτα σ’ ένα τεράστιο ζωύφιο. Θα μεταμορφωθεί ακριβώς τη στιγμή που «η ατομική του μηχανή» θα αρχίσει να μπλοκάρει και να δυσλειτουργεί. Ακριβώς τη στιγμή που η έλλειψη ελεύθερης βούλησης θα γίνει βρόγχος στο λαιμό του, θηλιά. Γιατί τα όποια εναπομείναντα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του Σάμσα θα αφανιστούν προκειμένου να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά στην εικόνα που οι άλλοι έχουν γι’ αυτόν, στην ψεύτικη εικόνα που υποδύεται όλα αυτά τα χρόνια για χάρη του οικογενειακού και του επαγγελματικού του περίγυρου, που εν τέλει δεν είναι άλλη από το απεχθές και υποταγμένο ζωύφιο στο οποίο και μεταμορφώνεται… Το τέλος; Οδυνηρό. Γιατί, τελικά, η κάθε απόκλιση από αυτό που θέτει η κοινωνία μας ως «υγιές» και «φυσιολογικό» είναι ασυγχώρητη και η θανατική ποινή η μόνη διέξοδος στο υποτιθέμενο αδιέξοδο…
Τα της παράστασης
Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι η ομάδα Σημείο Μηδέν, με τα μέχρι τώρα δείγματα δουλειάς της, βάζει τον πήχη όλο και πιο ψηλά στο χάρτη του ελληνικού θεατρικού τοπίου. Μόνο και μόνο από την επιλογή των έργων που παρουσιάζουν και τη σοβαρότητα με την οποία ενσκύπτουν στην ουσία της θεατρικής τους απόδοσης. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω στη χειμερινή σεζόν τους Δίκαιους του Καμί από την ίδια ομάδα, μια παράσταση που κυριολεκτικά «με κάλυψε πλήρως». Σε όλα τα επίπεδα. Πράγμα, όμως, που δεν συνέβει και αυτή τη φορά… Η παράσταση σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου -που υπογράφει και την πολύ καλή μετάφραση και τη διασκευή μαζί με τη Δανάη Σπηλιώτη- είχε όλα τα στοιχεία «ταυτότητας» με τα οποία μας συστήθηκε η ομάδα: φορμαλισμός, σωματοποιημένο θέατρο, διαρκής πειραματισμός και ευθεία αναμέτρηση του ηθοποιού με τον εαυτό του και τον ρόλο πάνω στο σανίδι… Η αλήθεια είναι πως στο σκηνοθετικό και ερμηνευτικό κομμάτι δεν βρήκα ουσιαστικό… ψεγάδι. Ο Μιλτιάδης Φιορεντζής ως Γκρέγκορ Σάμσα, μάλιστα, εκτέλεσε με ύφος και ήθος αληθινού πρωταθλητή το δύσκολο υποκριτικό του έργο, ενώ η επιλογή να υπάρχει ένας αφηγητής (Σάββας Στρούμπος) ως φωτεινή σκιά πίσω από τον χάρτινο τοίχο δημιούργησε μια αναπάντεχα κομψοτεχνημένη θεατρική ατμόσφαιρα. Αυτό, όμως, που μου έλειψε ήταν η «κατανόηση» του έργου. Όταν έσβησαν τα φώτα μού είχε μείνει η «εικόνα» και όχι το «νόημα». Ήταν τόσο έντονη η εικόνα σε βάρος του νοήματος, που ο λόγος του Κάφκα χάθηκε κάπου μέσα στο θεατρικό δρώμενο. Αναγνωρίζω πως ακόμα και αν διαβάσεις τον Κάφκα θα πρέπει να τον ξαναδιαβάσεις για να πεις πως κατάλαβες το δυσπρόσιτο και απόμακρο, αλλά τόσο μυστηριωδώς θελκτικό περιεχόμενό του. Όμως, μια παράσταση δεν μπορείς και δεν πρέπει να την ξαναδείς. Όταν ολοκληρωθεί πρέπει να έχεις ολοκληρωθεί και εσύ μαζί της. Να μην χρειαστεί να ανατρέξεις στο ίδιο το έργο ή στα όποια σημειώματα του προγράμματος για να νιώσεις την αλήθεια της…
Το tip του θεατή
Αν και δεν έχεις την ευκαιρία να δεις την παράσταση καθώς ολοκλήρωσε τον σύντομο κύκλο της, έχεις την ευκαιρία, με αφορμή όλα αυτά, να διαβάσεις ξανά ή για πρώτη φορά Κάφκα. Εμπειρία. Αλλά και να ακολουθήσεις την ομάδα στα επόμενα βήματά της, γιατί με τις όποιες αδυναμίες, οι δουλειές της είναι εμπειρία.