του Δημήτρη Α. Τραυλού-Τζανετάτου

Ι. Όπως είναι γνωστό, στο ελληνικό σύστημα των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων (ν. 1876/1990) επίλεκτη θέση κατείχε ο θεσμός της διαιτητικής επίλυσης των συλλογικών διαφορών εργασίας, ο οποίος ενεργοποιείται βασικά εφόσον αποτύχουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και η διαδικασία μεσολάβησης, ως έσχατο αναπλήρωμα της «ελλειμματικής συλλογικής αυτονομίας», έσχατο μέσο ρύθμισης των συλλογικών διαφορών εργασίας. Το κρίσιμο για την εργατική πλευρά αυτό ζήτημα έρχεται να αντιμετωπίσει η αναγνώριση στα συνδικάτα των εργαζομένων υπό ορισμένες προϋποθέσεις της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία. Η διασφάλιση της πλήρους ανεξαρτησίας του διαιτητή, στο πλαίσιο της διοικητικής και γραμματειακής στήριξης του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), αποτελούσε και, παρά τις διαδοχικές θεσμικές μεταβολές της διαιτησίας, εξακολουθεί να αποτελεί εγγύηση για την αντικειμενικότητα της σχετικής απόφασης. Το καίριας σημασίας για την ειρηνική, ιδίως εν όψει αδυναμίας της αγωνιστικής, επίλυση των συλλογικών διαφορών εργασίας, δικαίωμα της εργατικής πλευράς, όπως είναι γνωστό, καταργήθηκε με το άρθρο 3 της ΠΥΣ 6/2012. Μετά την θεώρηση της ρύθμισης αυτής ως αντισυνταγματικής από το ΣτΕ (2307/2014 Ολομ), το δικαίωμα αυτό επανήλθε με το ν. 4303/2014 (άρθρο τέταρτο παρ. 3). Την τελική της μορφή, συνδεδεμένη με δραστικούς περιορισμούς, έλαβε με το ν. 4635/2019 (άρθρο 57).

ΙΙ.

Ο προβλεπόμενος από το νέο ρυθμιστικό καθεστώς δραστικός περιορισμός της δυνατότητας άσκησης του επίμαχου δικαιώματος ήταν επόμενο να οδηγήσει σε σοβαρή λειτουργική υποβάθμισή του. Τούτο δε καθώς μετά την ισχύ της νέας ρύθμισης παρατηρείται μια προϊούσα μείωση των σχετικών προσφυγών, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση και του υποστηρικτικού της διαιτητικής διαδικασίας ρόλου του ΟΜΕΔ. Ωστόσο, παρά την υποβάθμισή του αυτή, ο ΟΜΕΔ εξακολουθούσε μέχρι πρότινος να λειτουργεί χωρίς σοβαρές αποκλίσεις από το, καθοριστικό του ρόλου του, θεσμικό πλαίσιο και της διέπουσας αυτό καταστατικής αντίληψης και φιλοσοφίας. Έτσι, πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις σχετικές ρυθμίσεις του ν. 1876/1990 (άρθρο 17), ο ΟΜΕΔ ως ΝΠΙΔ, αποτελεί έναν, ανεξάρτητο από το κράτος και τους κοινωνικούς ανταγωνιστές, οργανισμό και παρέχει διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη στο σώμα μεσολαβητών και διαιτητών και στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων. Κεντρική ιδέα και ιδρυτικό και λειτουργικό θεμέλιο του ΟΜΕΔ είναι η υποστήριξή του από το κεφάλαιο, δηλαδή βασικά τον ΣΕΒ, και την εργασία, δηλαδή βασικά τη ΓΣΕΕ. Το μοντέλο αυτό συνεργασίας κεφαλαίου και εργασίας, που υπηρετεί την ειρηνική διευθέτηση των συλλογικών διαφορών εργασίας, εκφράζεται μέσω της σύνθεσης του επταμελούς ΔΣ του ΟΜΕΔ (τρεις εκπρόσωποι της εργοδοτικής και εργατικής πλευράς και ο εκλεγόμενος από αυτούς Πρόεδρος). Εξάλλου, η πραγματοποιούμενη ομοφώνως από το ΔΣ του ΟΜΕΔ επιλογή, πρόσληψη και ανανέωση της θητείας των μεσολαβητών και διαιτητών δεν σημαίνει οποιαδήποτε μορφή εξάρτησης του έργου τους από το ΔΣ του ΟΜΕΔ ή το κράτος. Αντιθέτως το σώμα μεσολαβητών – διαιτητών είναι πλήρως ανεξάρτητο και κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

ΙΙΙ.

Ωστόσο, με την έναρξη του νέου έτους εμφανίστηκαν πρωτόγνωρες δυσλειτουργίες και στρεβλώσεις, υπονομευτικές αν όχι αναιρετικές, του ρόλου του ΟΜΕΔ, ιδίως αναφορικά με την ανεξάρτητη από κρατικές ή «κοινωνικοεταιρικές» παρεμβάσεις λειτουργία του. Πιο συγκεκριμένα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

Πρώτον: Η ισχύουσα πρακτική του ΟΜΕΔ να ανανεώνει τη θητεία των εκάστοτε Προέδρων δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωση του καθηγητή του Εργατικού Δικαίου Κώστα Παπαδημητρίου, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη δράση του ΟΜΕΔ σε χαλεπούς καιρούς, τίμησε τον ρόλο του. Έτσι, αντί της ανανέωσης της θητείας του, επιλέχθηκε από το ΔΣ του ΟΜΕΔ ένας πρώην Αεροπαγίτης, ο οποίος μπορεί να είχε μια λαμπρή πορεία στον Άρειο Πάγο, αλλά δεν φαίνεται να διαθέτει τα απαιτούμενα από το ν. 1876/1990 (άρθρο 17 αριθ. 3) προσόντα (εμπειρία σε θέματα εργασιακών σχέσεων ή οικονομίας της εργασίας ή του εργατικού δικαίου). Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο νέος Πρόεδρος, παρά την όποια ετοιμότητα και προθυμία του, θα δυσκολευτεί σημαντικά να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του, διατρέχοντας τον κίνδυνο να απoλέσει τον πρωταγωνιστικό, εξισορροπητικό των σχέσεων κεφαλαίου και εργασίας, ρόλο κατά την λειτουργία του ΔΣ του ΟΜΕΔ.

Με την έναρξη του νέου έτους εμφανίστηκαν πρωτόγνωρες δυσλειτουργίες και στρεβλώσεις, υπονομευτικές αν όχι αναιρετικές, του ρόλου του ΟΜΕΔ, ιδίως αναφορικά με την ανεξάρτητη από κρατικές ή «κοινωνικοεταιρικές» παρεμβάσεις λειτουργία του

Δεύτερον: Άξιο ιδιαίτερης υπογράμμισης είναι η με ομόφωνη απόφαση του ΔΣ του ΟΜΕΔ απογύμνωση του Οργανισμού τόσο από νεοπροσληφθέντα, έχοντα όλα τα προσόντα για μια ευδόκιμη εξέλιξη, όσο και από παλαιά, δοκιμασμένα και έμπειρα μέλη του σώματος μεσολαβητών – διαιτητών. Το πρωτόγνωρο στην ιστορία του ΟΜΕΔ γεγονός πλήττει ιδίως την ήδη απορρυθμισμένη διαιτητική διαδικασία, καθώς και την όποια εναπομείνασα αξιοπιστία του ΟΜΕΔ. Αξίζει δε να σημειωθεί στη θέση αυτή ότι στους «απολυθέντες» ανήκουν διαιτητές οι οποίοι συνέβαλαν στην έκδοση αποφάσεων υπέρ των προσφυγόντων συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων (βλ. π.χ. 9/2024 διαιτητική απόφαση που επικύρωσε την 4/2024 διαιτητική απόφαση).

Τρίτον: Ως κορύφωση των προαναφερθεισών δυσλειτουργιών και καινοφανών πρακτικών πρέπει να θεωρηθεί μια πρωτοφανής παρέμβαση του ΔΣ του ΟΜΕΔ σε εκκρεμούσες, μάλιστα ευρισκόμενες προ της ολοκλήρωσής τους διαιτητικές διαδικασίες. Πρόκειται πιο συγκεκριμένα για την απαράδεκτη και ανεπίτρεπτη αφαίρεση από τον φυσικό χειριστή της υπόθεσης, διαιτητή, του οποίου έληξε η θητεία και την αντικατάστασή του είτε από τον αναπληρωτή του είτε από νεοκληρωθέν μέλος του σώματος διαιτητών. Οι παρεμβάσεις αυτές αφορούν τρέχουσες εκκρεμείς διαιτητικές διαδικασίες, τις οποίες χειρίζεται ως δικηγόρος των προσφυγόντων στις υπηρεσίες του ΟΜΕΔ σωματείων ο εκλεκτός μου μαθητής και φίλος Ν. Ρουκλιώτης, οι οποίες ενεργοποιήθηκαν κατόπιν προσφυγών των συνδικαλιστικών οργανώσεων α) των εργαζομένων στην εταιρεία «Praktiker – Hellas» και β) της «Ένωσης Τεχνικών Ιδιωτικής Τηλεόρασης Αττικής (ΕΤΙΤΑ) και γ) «Τεχνικών Ιδιωτικής Τηλεόρασης Βορείου Ελλάδος» (ΕΤΙΤΒΕ). Και στην μεν πρώτη περίπτωση αντικαταστάθηκε ένα μέλος της τριμελούς διαιτητικής επιτροπής, του οποίου έληξε η θητεία, τον αντικατέστησε ο αναπληρωτής του, ο οποίος απουσίαζε από την σχετική διαδικασία. Ενώ στην περίπτωση των εργαζομένων τεχνικών στις τηλεοπτικές ιδιωτικές επιχειρήσεις αντικαταστάθηκαν κατόπιν κληρώσεως δύο μέλη της τριμελούς επιτροπής διαιτησίας. Είναι πρόδηλο ότι, πέραν των προβλημάτων τυπικής νομιμότητας της σχετικής διαδικασίας και αμφισβήτησης του κύρους των επίμαχων αποφάσεων, γεννάται ένα καίριο ζήτημα αφορόν την ουσία της κρίσης των νέων μελών της διαιτητικής επιτροπής, τα οποία, ως μη συμμετασχόντα από την αρχή της σχετικής διαδικασίας, που συχνά συνδέεται με δυσεπίλυτα, πολύπλοκα νομικά ζητήματα, θα βρεθούν ενώπιον δυσυπέρβλητων, αν όχι ανυπέρβλητων δυσχερειών να συμβάλουν ουσιαστικά την ολοκλήρωση της εκκρεμούς διαδικασίας. Έτσι διατρέχουν τον κίνδυνο, αφενός μεν η συμβολή τους να αποκτήσει διακοσμητικό χαρακτήρα, αφετέρου δε να εκτεθούν στη μομφή συμβολής τους στην αλλοίωση της ευρισκόμενης ήδη σε τελική διαμόρφωση απόφασης.

Όπως ήταν επόμενο, τα προαναφερθέντα σωματεία αντέδρασαν έντονα στις αιφνιδιαστικές, αυθαίρετες και απαράδεκτες παρεμβάσεις του ΟΜΕΔ μέσω αποστολής εμπεριστατωμένων εξωδίκων προς αυτόν, με κοινοποίηση προς την εργοδοτική πλευρά («Praktiker – Hellas» και «Ένωση Ιδιωτικών Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας» [ΕΙΤΣΕΕ]). Με τα εξώδικα αυτά τα σωματεία των εργαζομένων καλούν τον ΟΜΕΔ να ανακαλέσει την αντικατάσταση στην πρώτη περίπτωση του αναπληρωματικού του παυθέντος μέλους και στην δεύτερη περίπτωση των δύο νεοκληρωθέντων διαιτητών. Επιπλέον ως προς την περίπτωση αυτή ζητούν ορθώς την γνωστοποίηση των αποφάσεων του ΔΣ του ΟΜΕΔ, με τις οποίες έγινε αφενός μεν η αντικατάσταση, αφετέρου δε ανετράπησαν οι προθεσμίες υποβολής υπομνήματος με αποτέλεσμα να στερούνται οι συνδικαλιστικές οργανώσεις τη δυνατότητα αντίκρουσης τυχόν ενστάσεων που ενδεχομένως θα προέβαλε η εργοδοτική πλευρά. Οι νεόκοπες, αυθαίρετες και υποσκάπτουσες, αν όχι ανατρέπουσες, το λειτούργημα του διαιτητή, αλλά και τον ρόλο του ΟΜΕΔ ως ανεξάρτητου από κρατικές ή «κοινωνικοεταιρικές» παρεμβάσεις οργανισμού, όχι απλώς σεβόμενου, αλλά διασφαλίζοντος την ανεξαρτησία του σώματος των διαιτητών, δεν θα πρέπει να θεωρηθούν προϊόντα άτυχων εκτιμήσεων ή μεμονωμένα περιστατικά. Αντιθέτως υπάρχει η βάσιμη υποψία ότι εντάσσονται στη νέα «λογική», «τελολογία» και «φιλοσοφία» του ΟΜΕΔ, η οποία παραβλέπει, αν δεν ανατρέπει, την «καλόπιστη συνεργασία» κεφαλαίου – εργασίας που αποτελεί τον ιδρυτικό λόγο και το θεσμικό θεμέλιο του ΟΜΕΔ. Δεν φαίνεται, έτσι, να αποτελεί απλή σύμπτωση το γεγονός ότι οι νέες αυτές μεθοδεύσεις ακολούθησαν ευνοϊκές για τα συμφέροντα των εργαζομένων αφενός μεν διαιτητικές αποφάσεις του ΟΜΕΔ (βλ. αποφάσεις ΤΡΙΜ. 4/2024, ΠΕΝΤ. 9/2024, ΤΡΙΜ. 2/2024, ΠΕΝΤ. 4/2024), αφετέρου δε δικαστικές αποφάσεις (βλ. 5193/2024 ΜΕφΑθ και 605/2025 ΤριμΕφΑθ), οι οποίες υιοθέτησαν βασικά την επιχειρηματολογία των, εκπροσωπούμενων από τον δικηγόρο Ν. Ρουκλιώτη, εναγόμενων συνδικάτων. Κατόπιν όλων αυτών οι προαναφερθείσες παρεμβάσεις, συνδυαζόμενες με την ανάδειξη νέου προέδρου και της μη ανανέωσης της θητείας νέων και παλαιών μελών του σώματος μεσολαβητών – διαιτητών, φαίνεται να αποτελούν σύμπτωμα γενικότερης διαδικασίας εκτροπής του ΟΜΕΔ από τον βασικό θεσμικό του ρόλο, προάγγελο ίσως μιας θεσμικής «ανακατασκευής» ή και κατάργησής του. Με ενδιαφέρον πάντως αναμένεται η αντίδραση του ΟΜΕΔ στα επίμαχα εξώδικα. Σύμφωνα ωστόσο με τις προηγηθείσες παρατηρήσεις και το γενικότερο κλίμα αποδιάρθρωσης του εργατικού δικαίου, ιδίως του συλλογικού, η πιθανότητα θετικής αντίδρασης είναι μικρή, αν όχι ανύπαρκτη. (*)

* Ο Δημήτρης Α. ΤραυλόςΤζανετάτος υπήρξε μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του Ν. 1876/1990 για τις «Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις», μέλος του Δ.Σ. καθώς και Αναπληρωτής Πρόεδρος του ΟΜΕΔ. Επίσης, ως συμπαραστάτης δικηγόρος, συνέβαλε στην έκδοση της βαρυσήμαντης απόφασης 2005/2004 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που έκρινε ως συνταγματική και σύμφωνη με το διεθνές εργατικό δίκαιο την προβλεπόμενη από τον Ν. 1876/1990, διαιτησία.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!