Με τη συνάντηση Γεραπετρίτη-Φιντάν, την εβδομάδα που μας πέρασε, ανοίγει και επίσημα ο διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας, σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, αρχής γενομένης από τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στις 18 Σεπτεμβρίου, στην Ν. Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Σύμφωνα με τις δηλώσεις των δύο υπουργών, η πρώτη φάση των διερευνητικών επαφών επισφραγίζεται, με την συμφωνία για μια διαδικασία διαλόγου βασισμένη σε τρεις άξονες. Πρώτον, τις πολιτικές επαφές, με θέμα την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στις οποίες η Ελλάδα θα εκπροσωπείται από την υφυπουργό Εξωτερικών κ. Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. Δεύτερον, την ενίσχυση των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης με ευθύνη των υπουργείων άμυνας των δύο χωρών. Και τρίτον, την λεγόμενη «θετική ατζέντα».

Θετικά υποδέχθηκε τον Γ. Γεραπετρίτη ο τουρκικός Τύπος ενώ και ο ίδιος έσπευσε να δηλώσει για μια ακόμη φορά πως «δεν πρέπει να χαθεί το θετικό μομέντουμ». Είναι εμφανές ότι οι ΝΑΤΟϊκές προτροπές για άρον-άρον κλείσιμο των θεμάτων με την Τουρκία ορίζουν την ατζέντα των διμερών συνομιλιών. Ο αναβαθμισμένος ρόλος της υφυπουργού Αλ. Παπαδοπούλου, με μακρά διπλωματική θητεία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά και η παρουσία του ανθρώπου «ειδικών αποστολών» Γ. Γεραπετρίτη, δείχνει πως η ελληνική κυβέρνηση βιάζεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των «συμμάχων», ακόμη και αν αυτό σημαίνει υποχώρηση από τις εθνικές μας θέσεις.

Άλλωστε, μέχρι τον Δεκέμβριο, και τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) στη Θεσσαλονίκη αναμένεται να έχουμε και τα πρώτα απτά αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής. Με τη «θετική ατζέντα» να αποδίδει καρπούς σε μια σειρά τομείς οικονομικής συνεργασίας (τουρισμός κ.ά.). Θα είναι άλλωστε η τρίτη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν μέσα σε λιγότερο από 6 μήνες. Ήδη στο εσωτερικό έχει ξεκινήσει το μασάζ για την αποδοχή των ΝΑΤΟϊκής κοπής τετελεσμένων, από την μία μεριά με υποσχέσεις για ένα καλύτερο μέλλον από κοινού ανάπτυξης και ευημερίας και από την άλλη με την απειλή των αδιέξοδων διλλημάτων «πόλεμος ή Χάγη;» από μερίδα των συστημικών δημοσιολογουντων (Κ. Φίλης, Α. Συρίγος κ.ά.).

Όλα τα παραπάνω βάζουν για τα καλά τη χώρα μας στο μεγάλο παζάρι του γεωπολιτικού αναδασμού στην περιοχή. Η ελληνοτουρκική συνεννόηση δεν είναι ένα στενά διμερές θέμα. Είναι ο μοχλός ρυμούλκησης της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο, και ταυτόχρονα ένα ακόμη βήμα ανάδειξής της σε βασικό περιφερειακό παίκτη. Η έκβαση του διαλόγου ενδιαφέρει μια σειρά χώρες με αντικρουόμενα συμφέροντα και επιδιώξεις (Ρωσία, Ισραήλ, Ευρώπη κ.ά.), που σίγουρα θα επιδιώξουν να παρέμβουν έμπρακτα στη διαδικασία αυτή.

Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα, προσερχόμενη στον διάλογο αυτό, με τη λογική του υπάκουου συμμάχου των ΗΠΑ, προδιαγράφει μια διαδικασία εκχώρησης κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων (αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, μειωμένες θαλάσσιες ζώνες κ.ά.) με αντάλλαγμα μια πρόσκαιρη ηρεμία στο Αιγαίο. Πράγματι, η Τουρκία δεν παραιτείτε από καμιά αναθεωρητική της θέση. Απλά προς ώρας –για λόγους τόσο εσωτερικούς-οικονομικούς, όσο και διπλωματικούς-γεωπολιτικούς– απέχει από τις συνήθεις τραμπούκικες επιθετικές ενέργειες. Την ίδια στιγμή συνεχίζει την πίεση στις μεθοριακές περιοχές με τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών –σημαντικά αυξημένες τους τελευταίους μήνες– ενώ αυξάνει την επιθετικότητα απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία,την οποία η Αθήνα φαίνεται να εγκαταλείπει για μια ακόμη φορά.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!