Αρχική πολιτική οικονομία Μεσοπρόθεσμο 2022-2025

Μεσοπρόθεσμο 2022-2025

Tου Κώστα Μελά*

Η κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή το μεσοπρόθεσμο σχέδιο 2022-2025. Στην κατάρτισή του βαρύνοντα ρόλο έχουν δύο στοιχεία: οι αναμενόμενοι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης, και η δημοσιονομική προσαρμογή με την επαναφορά υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων την περίοδο 2023-2025 (στην οποία αναφέρεται το πρόγραμμα. Σαφέστατα αυτά προβλέπεται να συνεχισθούν στο μέλλον).

Με βάση αυτούς τους άξονες, οι εκτιμήσεις/προβλέψεις των βασικών μεγεθών της Ελληνικής 0ικονομίας παρουσιάζονται στον πίνακα που θα βρείτε σε αυτή τη σελίδα.

Είναι φανερό ότι το οικονομικό επιτελείο στηρίζει πρωτίστως την εκτιμώμενη μεγέθυνση του ΑΕΠ, την περίοδο 2022-2025, κυρίως στις επενδύσεις και εξαγωγές, δεδομένου ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης της συνολικής κατανάλωσης –ιδιωτικού και δημοσίου τομέα– υπολείπεται σαφώς του αντίστοιχου ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Η κύρια οικονομική ώθηση αναμένεται να προέλθει από τις ροές του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την επιταχυνόμενη ανάκαμψη του εξωτερικού τουρισμού (στο 80% του προ κρίσης επιπέδου εισπράξεων). Όπως εκτιμάται, στο σύνολο των ετών 2022-2025, τα τρία τέταρτα της ανάπτυξης αναμένεται να προέλθουν μεσοσταθμικά από τις συνιστώσες της εγχώριας ζήτησης, με τον εξωτερικό τομέα να συνεισφέρει κατά το υπόλοιπο ένα τέταρτο. Κινητήρια δύναμη της εγχώριας ζήτησης αναμένεται να αποτελέσουν οι επενδύσεις, φτάνοντας τη συμμετοχή τους στο ΑΕΠ στο 16,7% το 2025, από 11,1% το 2020.

Παράλληλα το 2021 θεωρείται το έτος λήξης της πανδημίας και ως εκ τούτου και όλων των έκτακτων μέτρων που έχουν υιοθετηθεί προκειμένου να υπάρξει αντιμετώπιση των συνεπειών της σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Αυτό απεικονίζεται στις παρεμβάσεις στο σκέλος των δαπανών του προϋπολογισμού οι οποίες ουσιαστικά μηδενίζονται (προβλέπονται δαπάνες 351 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων 200 εκατομμύρια για κάλυψη αυξημένων υγειονομικών δαπανών και 131 εκατομμύρια για το μισθολογικό κόστος του έκτακτου υγειονομικού προσωπικού). Επίσης στο σκέλος των εσόδων δεν υπάρχει καμία παρέμβαση που να αναφέρεται στην αντιμετώπιση της πανδημίας (οι παρεμβάσεις ύψους -1,725 δισ. ευρώ, αφορούν τη μείωση κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (816 εκατομμύρια ευρώ) και την αναστολή καταβολής ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στον ιδιωτικό τομέα (767 εκατομμύρια ευρώ). Συγχρόνως η ελληνική οικονομία μπαίνει στο δρόμο της δημοσιονομικής προσαρμογής με βάση όσα είχαν συμφωνηθεί για τη διαχείριση και τη μείωση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ. Έτσι σχεδιάζεται η επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα: 2% το 2023, 2,8% το 2024 και 3,7% το 2025. Όπως επισημαίνεται, το πρωτογενές έλλειμμα φέτος θα διαμορφωθεί στο 7,15% για να υποχωρήσει σημαντικά το 2022, στο 0,5%. Στο ΜΠΔΣ διευκρινίζεται ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα που απεικονίζονται κυρίως προς τα τελευταία έτη του Προγράμματος αποτελούν το βασικό σενάριο χωρίς τη λήψη άλλων μέτρων πολιτικής, που σε κάθε περίπτωση θα προσαρμοστούν στους στόχους σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα που θα τεθούν στη βάση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, απαλείφοντας τυχόν υπερβάσεις αυτών. Δηλαδή με απλά λόγια το κυβερνητικό επιτελείο υποστηρίζει ότι θα επιτύχει το συγκεκριμένο ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων χωρίς την επιβολή νέων μέτρων, απλά μέσω της εκτιμώμενης μεγέθυνσης της οικονομίας. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι αυτό θα συμβεί, πάλι η δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων δεν παύει να εμποδίζει τη δυνατότητα χρησιμοποίησής τους υπέρ της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας, της οποίας μεγάλα τμήματα υποφέρουν υπό το βάρος της ανεργίας, των χαμηλών μισθών και των βαρών των υποχρεώσεων στο δημόσιο στις τράπεζες κ.λπ.

Οι εξωγενείς κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία περιλαμβάνουν μία μεγαλύτερη επιμονή της πανδημίας (μεταλλάξεις, νέα έξαρση) ‒η οποία θα ανέβαλλε εκ νέου την ανάκαμψη‒, οι τυχόν διαταραχές της γεωπολιτικής σταθερότητας, του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος, και της υλοποίησης του Brexit

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ το ζήτημα των πρωτογενών πλεονασμάτων και του υψηλού λόγου ΔΧ/ΑΕΠ για περαιτέρω διερεύνηση σε άλλη ευκαιρία, ας σταθούμε τώρα στους υφιστάμενους κινδύνους που εξακολουθούν να υπάρχουν και η όξυνσή τους πιθανότατα θα δημιουργήσει εστίες αναταραχής και αβεβαιότητας που μπορούν να δημιουργήσουν αποκλίνουσες τάσεις από τις εκτιμώμενες.

Κατ’ αρχάς, είναι γνωστόν ότι η πανδημία διαμόρφωσε το τελευταίο ενάμισι έτος ένα περιβάλλον μεγάλων αβεβαιοτήτων εντός του οποίου οι μακροοικονομικές προβλέψεις διενεργούνται με μεγάλη επισφάλεια.

Την τελευταία περίοδο, η υλοποίηση των εμβολιαστικών προγραμμάτων διεθνώς δίνει διέξοδο στην αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, και διαμορφώνει ένα λιγότερο ασταθές περιβάλλον για τις οικονομίες και τις κοινωνίες.

Οι εξωγενείς κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές περιλαμβάνουν, αφενός, μία μεγαλύτερη επιμονή της πανδημίας (μεταλλάξεις, νέα έξαρση), η οποία θα ανέβαλλε εκ νέου την ανάκαμψη και, αφετέρου, μεγαλύτερες ασυμμετρίες στην ανάκτηση των οικονομικών απωλειών μεταξύ χωρών, σε συνάρτηση με την έκθεση στον τουρισμό. Πέραν αυτών, εξωτερικούς κινδύνους για την ελληνική οικονομία συνεχίζουν να αποτελούν τυχόν διαταραχές της γεωπολιτικής σταθερότητας, του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος, και της υλοποίησης του Brexit.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ, θετικές επιπτώσεις θα μπορούσαν να έχουν μία πιο γρήγορη ανάκαμψη του τουριστικού κλάδου, λόγω ταχύτερης βελτίωσης των επιδημιολογικών δεδομένων, και από δυνητικά μόνιμα κέρδη από την ψηφιακή εξοικείωση επιχειρήσεων και νοικοκυριών κατά τη διάρκεια της πανδημίας (τηλεκπαίδευση, τηλεργασία, ηλεκτρονικές συναλλαγές).

Οι ενδογενείς προκλήσεις είναι κυρίως οικονομικές, και συνοψίζονται, βραχυπρόθεσμα, στη στήριξη της ρευστότητας και της αγοράς εργασίας κατά τη μετάβαση στη μετά-Covid19 εποχή, ώστε να αποσοβηθούν μόνιμες επιπτώσεις στον παραγωγικό ιστό λόγω της πανδημίας, και στη βελτίωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας. Οι τελευταίες είναι υπαρκτές και έντονες και δεν αφορούν μόνο, όπως υπαινίσσεται η κυβέρνηση, τη δημοσιονομική προσαρμογή. Οι μακροοικονομικές ανισορροπίες (σύμφωνα και με τη Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία τις χαρακτηρίζει υπερβολικές ) στην Ελλάδα σχετίζονται με:

  • υψηλό δημόσιο χρέος,
  • υψηλή αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση (NIIP),
  • υψηλό ποσοστό ανεργίας και
  • μεγάλο μερίδιο μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) στους ισολογισμούς των τραπεζών.

Επίσης υπάρχει ο κίνδυνος εμφάνισης μεγάλων ασυμμετριών στην ανάκαμψη μεταξύ κλάδων, διόγκωσης του ιδιωτικού χρέους και των μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω των συνεπειών της πανδημίας, επίπτωσης των μέτρων στήριξης κατά της πανδημίας στο δημόσιο χρέος, αύξησης της μακροχρόνιας ανεργίας, συμπίεσης της απασχόλησης και κάμψης της παραγωγικότητας, αύξησης του ποσοστού του πληθυσμού στο κατώφλι της φτώχειας, και στασιμότητα ή μείωση της αμοιβής εργασίας.

Με απλά λόγια, οι δυσκολίες είναι τεράστιες για τα επόμενα έτη.

* Ο Κώστας Μελάς είναι οικονομολόγος και πανεπιστημιακός

Σχόλια

Exit mobile version