της Ούρσουλας Λε Γκεν

Εκείνη τη νύχτα, ενώ η Τακβέρ κοιμήθηκε, ο Σεβέκ έμεινε ξάγρυπνος, με τα χέρια κάτω απ’ το κεφάλι, κοιτάζοντας τα σκοτάδια, ακούγοντας τη σιωπή. Θυμήθηκε το μακρύ ταξίδι του απ’ τη Σκόνη, τους αμμόλοφους και τους αντικατοπτρισμούς της ερήμου, το φαλακρό ηλιοκαμένο μηχανοδηγό με το αγαθό βλέμμα που του είχε πει ότι πρέπει να δουλεύεις μαζί με το χρόνο, κι όχι εναντίον του.

Αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια ο Σεβέκ είχε μάθει κάτι για τη θέλησή του. Μες στην απογοήτευση, είχε μάθει τη δύναμή της. Καμιά κοινωνική ή ηθική επιταγή δεν την ισοφάριζε. Ούτε κι η πείνα μπορούσε να τη νικήσει. Όσο πιο λίγα είχε, τόσο πιο απόλυτη γινόταν η ανάγκη του να υπάρχει.

Μιλώντας οντονιανά (Σ.τ.Σ: η μητρική του γλώσσα), αναγνώριζε αυτή την ανάγκη σαν την «κυτταρική λειτουργία» του, τον αναλογικό όρο για την ατομικότητα του ατόμου, την εργασία που ήταν σε θέση να κάνει καλύτερα, άρα και τη μέγιστη συνεισφορά του στην κοινωνία του. Μια υγιής κοινωνία θα τον άφηνε να επιτελέσει ελεύθερα αυτή τη λειτουργία, καθώς απ’ τη συνεργασία τέτοιων λειτουργιών αντλούσε τη δύναμη και την προσαρμοστικότητα της. Αυτή ήταν μια βασική ιδέα στην Αναλογία της Όντο. Το γεγονός ότι η οντονιανή κοινωνία της Ανάρες είχε απολέσει το ιδανικό δε μείωνε στα μάτια του την προσωπική του ευθύνη απέναντι σ’ αυτό το ιδανικό – ακριβώς το αντίθετο. Χωρίς το μύθο του Κράτους η αληθινή αμοιβαιότητα κι η αλληλεγγύη ατόμου και κοινωνίας καθίστατο πασιφανής. Ήταν δυνατόν να ζητούνται θυσίες απ’ το άτομο, αλλά ποτέ συμβιβασμοί: γιατί, παρ’ όλο που μόνο η κοινωνία ήταν σε θέση να παράσχει ασφάλεια και σταθερότητα, ωστόσο μόνο το άτομο, το πρόσωπο, είχε τη δυνατότητα της ηθικής επιλογής, τη δυνατότητα της αλλαγής, αυτή την ουσιαστικότατη λειτουργία της ζωής. Η οντονιανή κοινωνία είχε συλληφθεί ως διαρκής επανάσταση, κι η επανάσταση άρχιζε από τον σκεφτόμενο νου.

Ο Σεβέκ τα είχε συλλογιστεί όλα αυτά, με τους ίδιους όρους, γιατί η συνείδηση του ήταν εντελώς οντονιανή.

Ήταν, λοιπόν, βέβαιος τώρα ότι η απόλυτη θέλησή του να δημιουργήσει, αποτελούσε, με οντονιανούς όρους, τη δικαιολογία της ίδιας της ύπαρξής του, Η αίσθηση ότι κατ’ αρχήν ήταν υπεύθυνος απέναντι στη δουλειά του δεν τον απομάκρυνε απ’ τους συντρόφους του, απ’ την κοινωνία του, όπως πίστευε παλιότερα. Αντίθετα, τον συνέδεε αδιάσπαστα με όλους.

Κατάλαβε έτσι ότι όποιος δοκίμαζε αυτό το συναίσθημα ευθύνης για κάτι, ήταν υποχρεωμένος να το μεταφέρει παντού, σε όλους τους χώρους. Ήταν λάθος να θεωρεί τον εαυτό του απλώς όχημα αυτού του συναισθήματος και, τίποτε άλλο – ήταν λάθος να θυσιάζει οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση σ’ αυτό.

Τέτοια θυσία ήταν αυτή που είχε αναγνωρίσει για τον εαυτό της η Τακβέρ όταν ήταν έγκυος, κι είχε μιλήσει γι’ αυτή με φρίκη, με ένα είδος αυτοπεριφρόνησης, γιατί ήταν κι εκείνη Οντονιανή και η διάσταση μέσων και σκοπού αποτελούσε και για την ίδια σφάλμα. Τόσο γι’ αυτήν όσο και για κείνον, δεν υπήρχε σκοπός. Υπήρχε μια διαδικασία, μια πορεία, κι αυτό ήταν όλο. Μπορούσες να πάρεις μια κατεύθυνση γεμάτη υποσχέσεις ή να τραβήξεις λάθος δρόμο, αλλά δεν ξεκινούσες με την πρόθεση κάπου, κάποτε να σταματήσεις. Όλες οι ευθύνες, όλες οι υποχρεώσεις αποκτούσαν έτσι μια ουσία, μια διάρκεια.

Η πληρότητα, σκέφτηκε ο Σεβέκ, είναι λειτουργία του χρόνου, Η αναζήτηση της ηδονής είναι κυκλική, επαναλαμβανόμενη, αχρονική. Η αναζήτηση της ηδονής απ’ την πλευρά του θεατή, του κυνηγού συγκινήσεων, του αχαλίνωτου ερωτύλου, τελειώνει πάντα στο ίδιο μέρος. Έχει ένα τέλος. Τελειώνει και πρέπει να ξαναρχίσει. Δεν είναι ταξίδι κι επιστροφή, αλλά κλειστός κύκλος, κλειδωμένο δωμάτιο, κελί…

Και η αμοιβαία δέσμευση του με την Τακβέρ, η σχέση τους, εξακολούθησε να παραμένει ζωντανή όλα αυτά τα τέσσερα χρόνια του χωρισμού. Είχαν κι οι δυο υποφέρει, υποφέρει πολύ, αλλά κανένας τους δεν είχε σκεφτεί να γλιτώσει απ’ τα βάσανα αρνούμενος αυτόν το δεσμό.

Γιατί, στο κάτω-κάτω, συλλογίστηκε ξαπλωμένος στη ζεστασιά του ύπνου της Τακβέρ, αυτή ήταν η χαρά που αναζητούσαν κι οι δυο τους – η τελείωση της ύπαρξης. Γλιτώνοντας απ’ τα βάσανα, χάνεις και την πιθανότητα της χαράς. Μπορεί να γευτείς πολλές ηδονές, αλλά δε φτάνεις ποτέ στην πληρότητα. Ποτέ δε μαθαίνεις τι σημαίνει να γυρίσεις σπίτι.

Η Τακβέρ αναστέναξε απαλά μες στον ύπνο της, σαν να συμφωνούσε – κατόπιν γύρισε πλευρό ακολουθώντας κάποιο όνειρο γαλήνης.

Η πληρότητα, σκέφτηκε ο Σεβέκ, είναι λειτουργία του χρόνου, Η αναζήτηση της ηδονής είναι κυκλική, επαναλαμβανόμενη, αχρονική. Η αναζήτηση της ηδονής απ’ την πλευρά του θεατή, του κυνηγού συγκινήσεων, του αχαλίνωτου ερωτύλου, τελειώνει πάντα στο ίδιο μέρος. Έχει ένα τέλος. Τελειώνει και πρέπει να ξαναρχίσει. Δεν είναι ταξίδι κι επιστροφή, αλλά κλειστός κύκλος, κλειδωμένο δωμάτιο, κελί.

Και έξω απ’ αυτό το κλειδωμένο δωμάτιο βρίσκεται το τοπίο του χρόνου, μέσα στο οποίο το πνεύμα μπορεί, με τύχη και θάρρος, να οικοδομήσει τις εύθραυστες, προσωρινές κι απίθανες πόλεις της πίστης: ένα τοπίο ακατοίκητο από ανθρώπινα όντα.

Μια πράξη είναι ανθρώπινη μόνο όταν συμβαίνει στο τοπίο του παρελθόντος και του μέλλοντος. Η πίστη, που επιβεβαιώνει τη συνέχεια παρελθόντος και μέλλοντος, ενώνοντας το χρόνο σε ένα όλον, είναι η ρίζα της ανθρώπινης δύναμης – τίποτα καλό δε γίνεται χωρίς αυτήν.

Έτσι, ξανακοιτάζοντας πίσω, αυτά τα τέσσερα τελευταία χρόνια, ο Σεβέκ δεν τα είδε σαν ξοδεμένα, αλλά σαν τμήμα του οικοδομήματος που αυτός κι η Τακβέρ έχτιζαν με τη ζωή τους. Το καλό όταν δουλεύεις μαζί με το χρόνο, κι όχι εναντίον του, είναι ότι τίποτα δε χάνεται. Ακόμα και τα βάσανα μετράνε…

* Απόσπασμα από το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας της Ούρσουλα Λε Γκεν «The Dispossessed: An Ambiguous Utopia», 1974 (ελληνική έκδοση: «Ο αναρχικός των δύο κόσμων», εκδόσεις Parsec, 1992).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!