Ποιος θα φανταζόταν ότι από τον εμβατηριακό ρυθμό της Αΐντα του Βέρντι περνάμε διαμέσου Ραβέλ στους τζαζ ρυθμούς του μπούγκι-γούγκι; Εξηγήσεις για τη μουσική εξέλιξη της κλασικής μουσικής προς την τζάζ βρίσκονται στη νέα ταινία του 65χρονου Γάλλου ηθοποιού, σεναριογράφου και σκηνοθέτη Εμανουέλ Κουρκόλ «Η ορχήστρα του αδερφού μου», για τη γνωριμία δύο άγνωστων μεταξύ τους αδερφών, που βρέθηκαν κοντά από τραγική συγκυρία, η κοινή όμως αγάπη για τη μουσική τούς ένωσε για πάντα. Μετά την επιτυχία της προηγούμενης ταινίας του «Ένας Θρίαμβος» (2020) για μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα κρατουμένων που ανέβασε Μπέκετ, ο Κουρκόλ εστιάζει εδώ στη μουσική, που έχει τη δύναμη να μιλήσει απευθείας στο συναίσθημα.

Μαθαίνοντας πως πάσχει από λευχαιμία, ο διάσημος 37χρονος διευθυντής ορχήστρας Τιμπό Ντεζορμό (Μπενζαμέν Λαβέρν) ανακαλύπτει πως είναι υιοθετημένος, ενώ μαθαίνει πως έχει έναν αδερφό, τον Τζίμι Λεκόκ (Πιερ Λοτέν), έναν ευέξαπτο μεροκαματιάρη στο Ουαλανκούρ, της βόρειας Γαλλίας, στον οποίο στρέφεται, αναζητώντας απεγνωσμένα συμβατό δότη για μεταμόσχευση μυελού των οστών. Μετά την επέμβαση, ο Τιμπό επιστρέφει στα μέρη της καταγωγής του, για να γνωρίσει τον άγνωστο αδερφό που του έσωσε τη ζωή. Ανακαλύπτοντας έκπληκτος πως ο Τζιμί είναι τρομπονίστας στην τοπική φιλαρμονική ορχήστρα των μεταλλορύχων του Ουαλανκούρ, αντιλαμβάνεται ότι η μουσική αποτελεί το ενωτικό τους στοιχείο. Ένας διαφορετικός κόσμος ανοίγεται στον Τιμπό, όταν έρχεται σε επαφή με τους υπόλοιπους μουσικούς και μαθαίνει τα προβλήματα της εγκαταλελειμμένης κωμόπολης, με κλειστό το εργοστάσιο και απελπισμένους εργαζόμενους, που μετά από 8 μήνες απεργία, βρίσκονται στα όρια κατάρρευσης. Όταν ο μαέστρος της φιλαρμονικής αναζητά εργασία στο εξωτερικό, ο Τιμπό προορίζει τον Τζιμί για μαέστρο, αλλά αυτός έχει άλλες φιλοδοξίες.

Οι απανωτές τραγικές ανατροπές και οι ευπρόσδεκτες αποκαλύψεις δίνουν ώθηση στην αρχική τραγωδία να εξελιχθεί μέσα από μια ελπιδοφόρα πορεία, όπου τα δυο άγνωστα αδέρφια, στα πλαίσια της γνωριμίας τους, ανταλλάσσουν και μοιράζονται ιδέες και μουσικές, χτίζοντας συναισθηματικές γέφυρες, παρά τις ατυχίες και τις απογοητεύσεις.

Πατώντας σε δίπολα, με τον καλοαναθρεμένο αναγνωρισμένο μαέστρο στον αντίποδα του οργισμένου μάγκα επαρχιώτη, αναδεικνύονται οι ταξικές διαφορές που τους χωρίζουν. Αντιλαμβανόμενος ο Τιμπό τις χαμένες ευκαιρίες που μπορεί να είχε ο εξίσου ταλαντούχος στη μουσική Τζιμί, διαπιστώνει πόσο το ταξικό επίπεδο και το εκπαιδευτικό περιβάλλον καθορίζουν την τύχη ενός ανθρώπου. Το προοδευτικό τους δέσιμο αναδεικνύεται μέσα από σκηνές σε αντίστοιχες δραστηριότητες, ως δείγμα γονιδιακής συγγένειας. Όσο ο Τζιμί παρακολουθεί την πρόβα του Τιμπό μέσα στο στούντιο, θαυμάζοντάς τον, τόσο και ο Τιμπό αργότερα, παρατηρεί και αυτός την πρόβα της φιλαρμονικής, διαπιστώνοντας πως ο Τζιμί έχει μουσικό αυτί.

Η πολιτιστική διαφορά μητρόπολης και περιφέρειας αναδεικνύεται μέσα από τα προβλήματα της ερασιτεχνικής φιλαρμονικής ορχήστρας, που παρά το χαμηλό επίπεδο των μουσικών, λόγω έλλειψης ωδείων στην περιοχή, προετοιμάζονται φιλότιμα για έναν τοπικό διαγωνισμό, προκειμένου να ματαιώσουν τις βλέψεις του Δημάρχου να μετατρέψει την αίθουσα που κάνουν πρόβες σε κάντρι σχολή χορού.

Με αξιοζήλευτη οικονομία, δίχως πολυλογίες ή μεταβατικές εικόνες, η αφήγηση ξετυλίγεται άμεσα περνώντας από τη μια σκηνή στην άλλη και σε διαφορετικό στάδιο, διατηρώντας αρμονική αναλογία μεταξύ δραματικών και κωμικών στοιχείων.

Οι απανωτές αποκαλύψεις και τα διαδοχικά εκφραστικά επιφωνήματα του Τζιμί, από τον οίκτο, προς το σάστισμα και σε μια αμήχανη σιωπή με διάρκεια, μόλις του συστηθεί ο Τιμπό, προκαλούν γέλιο, όπως και όταν στα όρια μαύρου χιούμορ, ο Τιμπό αναφέρει στον αδερφό του ως αστείο πως θα χρειαστεί και ένα νεφρό, ενώ γέλιο βγάζουν και οι σκηνές με τις διενέξεις της φιλαρμονικής, αλλά και όταν τα δυο αδέρφια μεθυσμένα καταλήγουν στο τμήμα, αποδεικνύοντας πως αξίζει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με χιούμορ.

Το ερασιτεχνικό επίπεδο της επαρχιακής φιλαρμονικής, σε πλήρη αποσυντονισμό και φάλτσες νότες με τους μουσικούς να διαφωνούν διαρκώς, παρουσιάζεται στα όρια καρικατούρας, ανακαλώντας τους τσακωμούς στο γαλατικό χωριό του Αστερίξ, στον αντίποδα της πειθαρχίας στην πρόβα της συμφωνικής υπό τη διεύθυνση του Τιμπό. Στα όρια γραφικότητας, η επαρχία χρωματίζεται από τη ζεστασιά της λαϊκότητας και του παρεΐστικου κλίματος που επικρατεί στη φιλαρμονική, όπου όλοι μαζί τσακώνονται στις συνελεύσεις και όλοι μαζί γιορτάζουν, πίνοντας και τραγουδώντας γαλλικά σκωπτικά τραγούδια.

Η μουσική, στο επίκεντρο αυτής της ταινίας, εμπλουτίζει το δραματικό σημαινόμενο μέσα από αξιοσημείωτες μουσικές συνθέσεις. Η κατάρρευση του Τιμπό εν μέσω πρόβας, συνδυάζεται με την τραγικότητα που περικλείει η ουβερτούρα του «Έγκμοντ» του Μπετόβεν, την οποία ερμηνεύουν. Γραμμένη σε μια εποχή που μαίνονται οι Ναπολεόντιοι πόλεμοι, αυτή η δυσοίωνη μουσική απηχεί την τυραννία των Ισπανών δυναστών στις Κάτω Χώρες (16ο αι.) και την τραγική κατάληξη της επανάστασης, με ηγέτη τον Κόμη του Έγκμοντ. Το αίσθημα της ήττας του Κόμη αντανακλάται στον Τιμπό, υπονοώντας μια προδιαγεγραμμένη μοίρα. Στην εισαγωγή της ταινίας, τα διαδοχικά πλάνα, καθώς ο Τιμπό διευθύνει την ορχήστρα, συγχρονίζονται στο ρυθμό αυτής της ταραγμένης μπετοβενικής δυναμικής, αναδεικνύοντας το μοιραίο πάθος του, ενώ δίνουν έμφαση στον εμψυχωτικό ηρωισμό. Μακάβρια αίσθηση τυλίγει και την επιλογή του σπαρακτικού διάσημου «Αντάτζιο» του Μότσαρτ, από το κονσέρτο για πιάνο αρ. 23 σε λα μείζονα, έργο Κ488, που παίζει ο Τιμπό στο πιάνο, κατά τη διάρκεια πρόβας. Με το διάσημο θλιμμένο τζαζ κομμάτι «I Remember Clifford», από τον τρομπετίστα Λι Μόργκαν και τον Αρτ Μπλάκι στα ντραμς, από δίσκο του Τιμπό, γίνεται αναφορά στον διακεκριμένο τρομπετίστα Κλίφορντ Μπράουν, που σκοτώθηκε 25 χρονών, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, αλλά και στον τρομπετίστα Λι Μόργκαν, που το ερμηνεύει, που είχε επεισοδιακό θάνατο στα 33 χρόνια του, ενώ ο δίσκος της Blue Note που χαρίζει ο Τζιμί στον αδερφό του, έχει την πρώτη ηχογράφησή του κομματιού, από το σεξτέτο του Λι Μόργκαν. Το ξεφάντωμα των δύο αδερφών στέφεται με το ποπ «Laissez-moi Danser» της Νταλιντά, ενώ στο κομβικό σημείο μιας τραγικής αποκάλυψης, το νοσταλγικό τραγούδι «Emmenez-moi», του Αζναβούρ, ανεβάζει τη συναισθηματική φόρτιση. Αυτό έπαιζε η φιλαρμονική, όταν ο Τιμπό ανακάλυψε πως ο Τζιμί είναι τρομπονίστας και τους στίχους αυτού του τραγουδιού απαγγέλνει όταν λυγίζει. Ο Τζιμί «κόλλησε» με την τζάζ ακούγοντας στο ραδιόφωνο Μάιλς Ντέιβις, παρακολουθεί νεόκοπους μαέστρους που προβάρουν το «Αποσημέρο ενός φαύνου» του Ντεμπυσσί, παίζει την 3η συμφωνία του Μάλερ για την οντισιόν, ενώ η φανφάρα υποδέχεται τον Τιμπό ερμηνεύοντας το «When the Saints go marching in». Καθισμένος στο πιάνο, ο Τιμπό εξηγεί στον Τζιμί ομοιότητες και διαφορές μεταξύ κλασικής και τζαζ, μετατρέποντας στο τέλος την Αΐντα του Βέρντι σε διασκεδαστικό μπούγκι-γούγκι. Η υποτιθέμενη πρωτοποριακή σύνθεση «Quadrature» του Τιμπό, ανήκει στον Μισέλ Πετροσιάν, συνθέτη της πρωτότυπης μουσικής, όπως και το νοσταλγικό βαλς που συνοδεύει τους τίτλους τέλους.

Αποκορύφωμα της ταινίας αποτελεί το εμβληματικό «Μπολερό» του Ραβέλ, που ο Τιμπό σκέφτεται να διευθύνει σε συναυλία μέσα στο εργοστάσιο, σε δική του μεταγραφή για χορωδία από τους απεργούς και τη φιλαρμονική του Ουαλανκούρ.

Όπως τους εξηγεί, ο Ραβέλ εμπνεύστηκε το πρωτοποριακό αυτό κομμάτι, μετά την επίσκεψή του σε εργοστάσιο, με τον επαναλαμβανόμενο αναγνωρίσιμο ρυθμό να μιμείται τον θόρυβο των μηχανών. Το κλείσιμο της ταινίας κορυφώνεται με αυτό το θριαμβευτικό Μπολερό, που αγκαλιάζουν οι πάντες σε μια συνταρακτική ώσμωση, απογειώνοντας το συναίσθημα. Ο Κουρκόλ παίρνει το πιο αναγνωρίσιμο γαλλικό μουσικό έργο της κλασικής μουσικής και το μετατρέπει σε ύμνο, για την παρηγορητική και επουλωτική δύναμη της μουσικής, ως ανυπέρβλητο υπαρξιακό ανάχωμα στο θάνατο.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!