Στο κοινωνικό σινεμά των πολυβραβευμένων Βέλγων Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν συχνά αναδεικνύεται ότι κάθε εμπόδιο στη νόμιμη ένταξη μεταναστών στην κοινωνία καταλήγει σε εξώθηση στην παρανομία και σε εργασιακή εκμετάλλευση. Στην «Υπόσχεση» (1996) αδήλωτοι και δίχως χαρτιά μετανάστες δουλεύουν σε οικοδομές, με σκληρές συνθήκες «μαύρης» εργασίας, στη «Σιωπή της Λόρνα» (2008), μια νεαρή Αλβανίδα που αναζητά βέλγικη υπηκοότητα αναγκάζεται να δεχτεί «λευκό» γάμο και σπρώχνεται σταδιακά στην εκπόρνευση, ενώ στο αστυνομικής πλοκής «Άγνωστο κορίτσι» (2016), γίνεται αναφορά στους αόρατους, δίχως νομική υπόσταση μετανάστες, μέσα από την αναζήτηση μιας γιατρίνας, που διερευνώντας τα αίτια θανάτου μιας ανώνυμης νεαρής μετανάστριας, επιχειρεί να της δώσει όνομα και ταυτότητα.

Επεκτείνοντας την κοινωνική προβληματική της νεορεαλιστικής παράδοσης του κόσμου των παιδιών στο σινεμά του Τρυφώ, οι Νταρντέν σε αρκετές ταινίες τους τοποθέτησαν πρωταγωνιστές παιδιά και εφήβους, για να καταγγείλουν το αδυσώπητο πρόσωπο του καπιταλισμού, με θύματα αδύναμους, ενσταλάζοντας ωστόσο την πίκρα ενός ωμού ρεαλισμού, για να απαλείψουν το συναισθηματισμό, όπως στο «Ροζετά» (1999), όπου μόλις τεθεί ζήτημα επιβίωσης, η εκμετάλλευση και η προδοσία γίνονται μονόδρομος, μακριά από κάθε αλληλεγγύη. Παράλληλα, όπως στα μυθιστορήματα των Ντίκενς και Ντοστογιέφσκι, για την παιδική εξαθλίωση στον 19ο αιώνα και οι Νταρντέν σε αρκετές ταινίες τους ασχολήθηκαν με τις κοινωνικές συνθήκες που οδήγησαν στην εγκατάλειψη παιδιών, όπως στο «Παιδί» (2005), όπου γίνεται αναφορά στα κυκλώματα παράνομου εμπορίου βρεφών ή στο «Παιδί με το ποδήλατο» (2011), για τον εύθραυστο ψυχισμό ενός αγοριού που έχει βιώσει απόρριψη και εγκατάλειψη.

Στο τελευταίο τους πόνημα «Τόρι και Λοκίτα», ταινία που τιμήθηκε με το Ειδικό βραβείο της 75ης επετειακής διοργάνωσης του Φεστιβάλ Καννών, οι Νταρντέν δημιουργούν ένα αυθεντικό ουμανιστικό δράμα ρεαλιστικής κοπής, που μακριά από τον συναισθηματισμό και το μελόδραμα, τολμά να παρουσιάσει μέσα από ένα σκοτεινό παραμύθι κοινωνικού ρεαλισμού, τη στυγνή εκμετάλλευση ασυνόδευτων ανήλικων μεταναστών.

Δίχως να αποσαφηνίζεται αν πρόκειται για αδέρφια, ο δεκάχρονος Τόρι (Πάμπλο Σιλς) και η έφηβη Λοκίτα (Τζόλι Μπούντου), που ταξίδεψαν ολομόναχα από την Αφρική μέχρι το Βέλγιο, παλεύουν να αποκτήσουν τα απαραίτητα έγγραφα διαμονής και δικαιώματος εργασίας, ώστε να στέλνουν χρήματα στις οικογένειές τους, αλλά και τα αποδεικτικά στοιχεία αδερφικής συγγένειας, ώστε να μην χωριστούν. Λόγω των γραφειοκρατικών καθυστερήσεων προσφεύγουν σε κυκλώματα έκδοσης πλαστών εγγράφων, τα οποία κοστίζουν ακριβά, οπότε αναγκάζονται να καταφύγουν σε παράνομες δραστηριότητες. Έτσι, διακινούν ναρκωτικά, για λογαριασμό του επιτήδειου σεφ Μπετίμ, αλλά όλα τα χρήματα που κερδίζουν τα αρπάζουν οι μεσάζοντες συμπατριώτες τους, με πρόσχημα την αποπληρωμή του χρέους για το ταξίδι τους. Οπότε, η Λοκίτα αναγκάζεται να αποχωριστεί τον Τόρι, αποδεχόμενη  μια απάνθρωπη δουλειά, στα όρια φυλακής και σκλαβιάς.

Ο δυνατός δεσμός αγάπης και αλληλεγγύης δυο παιδιών που επιλέγουν να αντιμετωπίσουν μαζί, ως αδέρφια, τα βάσανα της ξενιτιάς σε έναν εχθρικό κόσμο βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ταινίας δύο σκηνοθετών, που οι ίδιοι είναι αγαπημένα αδέρφια! Η Λοκίτα, ως μεγαλύτερη αδερφή αλλά και μάνα, προστατεύει και φροντίζει το μικρότερο αγόρι, το ενθαρρύνει στο σχολείο, ενώ το βράδυ του σιγοτραγουδάει για να διώξει τα άσχημα όνειρα. Ο Τόρι, που μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, ζωγραφίζει την Λοκίτα, όταν η δασκάλα ζητά να ζωγραφίσουν κάποιον δικό τους, ενώ θυμίζοντας το αγόρι, στο «Παιδί με το ποδήλατο», απεικονίζεται διαρκώς να τρέχει, όπως όταν προσπαθεί να προλάβει τον Μπετίμ που πάει στην Λοκίτα, για να της στείλει τις ζωγραφιές του. Αντίστοιχα, η Λοκίτα τρώει, βλέποντας στο κινητό την φωτογραφία του Τόρι, και όταν της το παίρνουν, σε βαθιά απόγνωση μακριά του, αυτοτραυματίζεται ή παθαίνει κρίσεις πανικού.

Εξαρχής τα δυο ανήλικα παιδιά απεικονίζονται να βαδίζουν βράδυ στους δρόμους, μεταφέροντας το παράνομο εμπόρευμα, με την κάμερα να καταγράφει διαρκώς τις δοσοληψίες, μέσα από κοντινά πλάνα στα χρήματα, όπως στο σινεμά του Μπρεσόν. Τα λεφτά συλλέγονται, μετριούνται και στη συνέχεια παραδίνονται στον Μπετίμ, με αντίτιμο μονάχα ένα ελάχιστο ποσό και κέρασμα μια πίτσα.

Μέσα από τις ταινίες τους, οι Νταρντέν κατάφεραν να απογειώσουν ένα ρεαλισμό που έγκειται στις εξαιρετικές λιτές ερμηνείες ερασιτεχνών, όσο και στην αδιάκοπη κίνηση της κάμερας, που ακολουθεί τους ηθοποιούς σε μεγάλης διάρκειας λήψεις. Όπως και στο «Ροζετά» (1999), η κάμερα δεν αφήνει από το οπτικό πεδίο τα δυο παιδιά, γεμίζοντας ασφυκτικά τα πλάνα με την παρουσία τους, ενώ συχνά κινηματογραφούνται με γυρισμένη πλάτη, αποδίδοντας αίσθηση άγχους.

Ακολουθώντας την παράδοση του σινεμά ντιρέκτ και με εργαλείο μια κινηματογράφηση με κάμερα στον ώμο, σε μια ρεπορταζιακής αμεσότητας καταγραφή της πραγματικότητας, παρόμοια με την ωμή αίσθηση ρεαλιστικού πουρισμού που λάνσαραν και οι Δανοί σκηνοθέτες, στο «Δόγμα ’95», οι Νταρντέν, που ξεκίνησαν κινηματογραφώντας κοινωνικά ντοκιμαντέρ, ήταν οι πρώτοι που εισήγαγαν αυτό το στυλ στην κινηματογραφική μυθοπλασία, για να μιλήσουν με απτό τρόπο για τις κοινωνικές επιπτώσεις της φτωχοποίησης. Επίσης, στα χνάρια του απλού νοήματος στο σινεμά του Κεν Λόουτς, και οι Νταρντέν μέσα από τις απλές -μα ποτέ απλοϊκές- ιστορίες, αποκαλύπτουν τον περίπλοκο μηχανισμό γραφειοκρατικού εκβιασμού, που μετατρέπει εξαθλιωμένους και δίχως χαρτιά μετανάστες, αρχικά σε φτηνό εργατικό δυναμικό δίχως εργασιακά δικαιώματα και στη συνέχεια, μέσα από τα κατάλοιπα της βελγικής αποικιοκρατίας, σε αόρατους ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας, δίχως νομική υπόσταση, που εξωθούνται να επιβιώσουν σε συνθήκες σύγχρονης σκλαβιάς.

Στοχεύοντας σε πολιτικό στοχασμό, μέσα από έναν ωμό ρεαλισμό απαλλαγμένο από κάθε συναισθηματισμό, οι αδερφοί Νταρντέν δεν μεταχειρίζονται μουσική υπόκρουση στις ταινίες τους, παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με πρωταγωνιστές παιδιά. Απορρίπτοντας σχεδόν παντού τη χρήση μη διηγητικής μουσικής, οι Νταρντέν δεν χρησιμοποιούν εδώ μουσική υπόκρουση, ωστόσο, για άλλη μια φορά, σε ταινία με πρωταγωνιστές ανήλικα παιδιά, επιλέγουν ως διηγητική μουσική, δυο τραγούδια, που τραγουδούν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές. Έτσι, πρώτη φορά μουσική ακούγεται όταν ο Τόρι ξαπλωμένος δίπλα στην Λοκίτα, μουρμουράει μια στροφή από ένα αφρικάνικο νανούρισμα, που ζητά να το συνεχίσει η Λοκίτα, σε μια νοσταλγική ανάμνηση της πατρίδας. Δεύτερη φορά το ίδιο νανούρισμα το τραγουδάει η απομονωμένη Λοκίτα, όταν δυσκολεύεται να κοιμηθεί, ανακαλώντας στη μνήμη της τον αγαπημένο της Τόρι. Τρίτη και τελευταία φορά, το ίδιο νανούρισμα λειτουργεί πλέον σαν μοιρολόι, υπογράφοντας τη μοιραία κατάληξη.

Το δεύτερο τραγούδι, το οποίο μάλιστα κλείνει και την ταινία στους τίτλους τέλους, είναι ο ήχος κλήσης στο κινητό της Λοκίτα, αγαπημένο τραγούδι που έχει ηχογραφήσει να το τραγουδάνε με τον Τόρι και δεν είναι άλλο, από την πασίγνωστη μεσαιωνικής έμπνευσης μπαλάντα «Alla fiera dell’ Est» (1976), του φολκ-ροκ Ιταλού τραγουδοποιού Άντζελο Μπραντουάρντι, που μάλιστα την ελληνική του απόδοση «Στη γιορτή της αυγής», την είχε ερμηνεύσει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Αυτό το αφηγηματικό τραγούδι τύπου «όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι» δεν επιλέχτηκε τυχαία, καθώς το πρωταρχικό γεγονός της αγοράς ενός ποντικιού σε ένα παζάρι πυροδότησε σειρά αλυσιδωτών καταστάσεων, σαν ντόμινο, ακολουθώντας το ίδιο αφηγηματικό σχήμα αλληλένδετης εξέλιξης των διαδοχικών γεγονότων στην ταινία. Στο τραγούδι γίνεται αναφορά στις πολύπλοκες επιπτώσεις ενός απλού αρχικά γεγονότος, όπου το ένα κακό φέρνει το άλλο, σε συσχετισμό με τον παραμυθένιο παραβολικό χαρακτήρα της ταινίας, καταλήγοντας πως τίποτα δεν θα είχε ενδεχομένως συμβεί, αν τα παιδιά είχαν εγκαίρως προμηθευτεί τα απαραίτητα έγγραφα. Παράλληλα, το τραγούδι αφηγείται και μια κατάσταση, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει πάντα το μικρό, σε μια μεταφορά της καθεστηκυίας τάξης. 

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή, θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, [email protected]

INFO

1) Οι προβολές με ελεύθερη είσοδο του ντοκιμαντέρ «Βόρεια Εύβοια: Το Σχέδιο», (Νέλλη Ψαρρού- Ιωάννη Λαζάρου), στο στέκι «Παίρνω Αμπάριζα» (Γαλακήδων 11 κ Λυσίου, Γαλάτσι), μεταφέρθηκαν, λόγω κακοκαιρίας, Κυριακή 12/2/2023 στις 19:00 και Σάββατο 18/2/2023 στις 19:00, όπου ακολουθεί και συζήτηση με τους συντελεστές.

2) Αφιέρωμα στον κορυφαίο Ινδό δημιουργό Σατγιαζίτ Ρέι διοργανώνει η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, 16-20/2/2023, ταυτόχρονα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Περισσότερα στο www.tainiothiki.gr

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!