Αρχική περίπτερο ιδεών Ακολουθώντας τους Έλληνες: Από την Κριμαία στα Ουράλια

Ακολουθώντας τους Έλληνες: Από την Κριμαία στα Ουράλια

Η Ρωσία είναι μία χώρα για την οποία γνωρίζουμε πολύ λίγα και καταλαβαίνουμε ακόμα λιγότερα. Αυτό, βέβαια, μπορεί να το πει κανείς για όλες τις χώρες του κόσμου, αφού εάν είσαι συνετός άνθρωπος ξέρεις ότι ακόμα και για την ίδια σου τη χώρα αυτά που γνωρίζεις και αντιλαμβάνεσαι είναι επίσης λίγα. Αλλά ενώ αυτό ισχύει σαν γενικός κανόνας, η εφαρμογή του στην περίπτωση της Ρωσίας έχει άλλες διαστάσεις και άλλες σημασίες. Πρώτα-πρώτα, η Ρωσία είναι μεν ένα κράτος, αλλά το ένα σταματάει εκεί. Εθνολογικά και πολιτισμικά είναι ένας εξαιρετικός βιότοπος. Εκατοντάδες φυλές και εθνότητες ζουν διασκορπισμένες στις αχανείς εκτάσεις που ξεκινούν από τη Βαλτική Θάλασσα και φτάνουν μέχρι τον Ειρηνικό, με τις δικές τους κουλτούρες και τα δικά τους χαρακτηριστικά γνωρίσματα, φυλετικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και κοινωνικά. Καμία σχέση με τις εθνοτικά αμιγείς ευρωπαϊκές χώρες. Γεωφυσικά αποτελείται από μια απερίγραπτη ποικιλία εδαφών, χλωρίδας και πανίδας. Ιστορικά, μέσα σε ένα αιώνα, συμμετείχε στους δύο παγκόσμιους πολέμους και δέχτηκε τις περισσότερες επιθέσεις από ξένους εισβολείς (Άγγλους, Γάλλους, Έλληνες, Γιαπωνέζους, Γερμανούς, Ρουμάνους κ.ά.). Πολιτικά, μία χώρα, μαζί με την Κίνα και την Κούβα, όπου έγινε μια μεγάλη κοσμογονική επανάσταση και μέσα σε ένα αιώνα εφαρμόστηκαν τρία διαφορετικά συστήματα, ημιφεουδαρχικό-σοσιαλιστικό-καπιταλιστικό. Και όλα αυτά σε υπερφυσικά μεγέθη, αντικειμενικά και υποκειμενικά, ειδικά για ανθρώπους που προέρχονται από μικρές χώρες σαν την Ελλάδα. Στη Ρωσία, κάθε της κομμάτι έχει τη δική του ξεχωριστή οντότητα. Πλούτος πολύμορφος που δίνει στη χώρα ένα αξεπέραστο πλεονέκτημα.

Κι αυτό το ξεχωριστό, το βίωσα ανάγλυφα μέσα στις δυο βδομάδες που περάσαμε τη μία στο νότο, στην Κριμαία, και την άλλη στο βορρά, στα Ουράλια.

Στην πιο κεντρική λεωφόρο του Περμ, ίσταται ο Λένιν, καλά φροντισμένος… (φωτό Στ. Ελληνιάδη)

 

Στο Νότο…

Στην Κριμαία, η ζωή ομαλοποιήθηκε πολύ γρήγορα μετά την επαναπροσάρτησή της στη Ρωσική Ομοσπονδία. Κι αυτό ήταν αναμενόμενο αφού η αίσθηση του ανήκειν στη Ρωσία δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, τόσο λόγω της ρωσικής καταγωγής της πλειονότητας των κατοίκων της όσο και της πολιτισμικής συγγένειας και ομοιογένειας των υπολοίπων, των Ουκρανών και των Ελλήνων συμπεριλαμβανομένων, με εξαίρεση τους Τάταρους που ανέκαθεν διατηρούσαν στενότερους δεσμούς με τα τουρανικά φύλλα της Κεντρικής Ασίας και περισσότερο με την Τουρκία, σαν συνέπεια των σχέσεων του Χανάτου της Κριμαίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι τη διάλυσή του και την ένταξη όλης της Ταυρικής Χερσονήσου στη Ρωσική Αυτοκρατορία, το 1783. Μέσα στα δύο τελευταία χρόνια, όλες οι ουκρανικές επιγραφές αντικαταστάθηκαν από ρώσικες και η τρικολόρ σημαία της Ρωσίας κυματίζει σε δημόσια κτίρια, σταθμούς και σπίτια. Ήταν ίσως η πιο αναίμακτη και ήπια ενσωμάτωση εδάφους στη νεότερη ιστορία, εάν, βέβαια, την απομονώσει κανείς από τα διαδραματιζόμενα στην Ουκρανία και την ευρύτερη περιοχή. Εντύπωση μας έκανε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μας στην Κριμαία, η παρουσία του στρατού και της αστυνομίας ήταν πολύ διακριτική.

Οι λεονταρισμοί από την πλευρά της Ουκρανίας για επανάκτηση της Κριμαίας είναι φανερό ότι δεν έχουν καμία αξία για το μέλλον της χερσονήσου, αλλά οι κινήσεις της Δύσης στην Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα, με την ενεργή αρωγή της Τουρκίας, σίγουρα δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες στη ρωσική ηγεσία. Οι κινήσεις αυτές έχουν υπερβεί τη φάση της άσκησης πίεσης και αποκτούν πλέον σαφώς χαρακτήρα προετοιμασίας σύγκρουσης. Η έντονη αντιρωσική προπαγάνδα που προηγήθηκε και συνεχίζεται αμείωτη στην Πολωνία, τις Βαλτικές, τη Ρουμανία κι αλλού, σε συνδυασμό με τις δυτικές κυρώσεις σε βάρος της ρωσικής οικονομίας με πρόσχημα την ουκρανική κρίση, ήταν απαραίτητες για τη δημιουργία κατάλληλου κλίματος για το πέρασμα στην επόμενη φάση που είναι η εγκατάσταση επιθετικών πυραύλων κατά μήκος των ρωσικών συνόρων, η εκπαίδευση και ο εξοπλισμός των στρατών της Ουκρανίας και των άλλων χωρών από την Αμερική και η σε εξέλιξη εγκατάσταση στρατιωτικών μονάδων του ΝΑΤΟ σε μόνιμες βάσεις στις περιοχές που γίνονται συχνά ασκήσεις με τον εχθρό να προσδιορίζεται επακριβώς στα ανατολικά. Επίσης, ακόμα πιο σοβαρή θεωρείται η εκδηλωμένη τάση για μόνιμη εγκατάσταση νατοϊκών ναυτικών δυνάμεων μέσα στη Μαύρη Θάλασσα, υπέρ της οποίας υπερθεμάτισε ο πρωθυπουργός της Τουρκίας και βρίσκει εύκολους αποδέκτες στα διεφθαρμένα παρευξείνια καθεστώτα των Βαλκανίων.

Η επικίνδυνη αυτή τροπή, η οποία αναμφίβολα έχει σχεδιαστεί από καιρό και εφαρμόζεται μεθοδικά από τους Αμερικάνους και τους πρόθυμους συμμάχους τους που στηρίζουν την εξουσία τους επενδύοντας πάρα πολύ στην εθνικιστική αντιρωσική τους ρητορεία, αποδεικνύει ότι οι Ρώσοι δεν είχαν άλλη επιλογή. Η ακαριαία προσάρτηση της Κριμαίας ήταν μια πολύ τολμηρή στρατηγική κίνηση η οποία ξάφνιασε τους Αμερικάνους, έπιασε στον ύπνο τους Ουκρανούς και ενίσχυσε δυνατά τη θέση της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα. Χωρίς την Κριμαία, η Ρωσία θα δυσκολευόταν να αναχαιτίσει τον νατοϊκό επεκτατισμό στα χωρικά της ύδατα και θα είχε μεγάλο πρόβλημα ασφάλειας σε όλο το νότιο της μέτωπο.

Μια φωτογραφία μπροστά στο περίφημο Τ-34, με το οποίο ο Κόκκινος Στρατός αντιμετώπισε νικηφόρα τα γερμανικά Πάντσερ στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Εμπνευστής και σχεδιαστής της μηχανής του τανκ V-2-34, της πρώτης που δούλευε με ντίζελ στα τεθωρακισμένα οχήματα και άλλαξε τα δεδομένα της αναμέτρησης, ήταν ο Κωνσταντίν Τσελπάν του Θόδωρου και της Ελισαβέτας, Έλληνας από μητέρα και πατέρα, γεννημένος το 1899 στο ελληνικό χωριό Τσερντακλή, στην περιοχή της Αζοφικής Θάλασσας. Τελείωσε το σχολείο στη Μαριούπολη, σπούδασε στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Χαρκόβου και ανελίχθηκε σε διευθυντή του τμήματος σχεδιασμού μηχανών του Εργοστασίου Ατμομηχανών του Χαρκόβου. Δυστυχώς, παρ’ όλη την ανεκτίμητη επιστημονική προσφορά του, αλλά και τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε την επανάσταση του 1917 με την πλευρά των μπολσεβίκων, συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1937 και εκτελέστηκε τον Μάρτιο της επόμενης χρονιάς, σαν μέλος αντεπαναστατικής οργάνωσης, στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων της περιόδου 1937-38. Μόλις το 1956, με την αποκατάστασή του από το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ και την μετά θάνατον απονομή στο όνομά του του ανώτατου μεταλλίου Λένιν, έγινε γνωστή παγκοσμίως η συμβολή του στη νίκη ενάντια στο φασισμό. Στην περιοχή των Ουραλίων είχαν μεταφερθεί τα μεγαλύτερα εργοστάσια παραγωγής του Τ-34 και από κατοίκους του Περμ είχε σχηματιστεί η Ταξιαρχία Τεθωρακισμένων, η οποία εξοπλισμένη με το ισχυρό τανκ συμμετείχε στην αντίσταση και στην κατατρόπωση των ναζιστικών στρατευμάτων. (φωτό Μανώλη Ζοσίμοφ)

 

Στο Βορρά…

Στα Ουράλια Όρη, στο κατώφλι της Σιβηρίας, παίρνεις μια ισχυρή δόση της ρωσικής ενδοχώρας, πολύ διαφορετικής από την παρευξείνια ζώνη. Η ευρύτερη περιοχή με κέντρο το Περμ, όπου βρεθήκαμε με τον φωτογράφο Σπύρο Τσακίρη για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ που ετοιμάζω, θεωρείται ασφαλής από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που έγινε μεγάλο βιομηχανικό κέντρο παραγωγής οπλικών συστημάτων, αρκετά απομακρυσμένο από τα εδάφη που καταλάμβαναν και έσπερναν τον όλεθρο τα γερμανικά στρατεύματα εισβολής και κατοχής. Το ίδιο το Περμ, 1400 περίπου χλμ. βορειοανατολικά της Μόσχας, είναι μια σύγχρονη πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων, που συνδέει σιωπηρά αλλά ξεκάθαρα το παρόν με το πρόσφατο παρελθόν. Κατά μήκος του ποταμού Κάμα και των φαρδιών κεντρικών λεωφόρων με τα περιποιημένα πάρκα και τις δενδροστοιχίες, με θαυμάσια ρυμοτομία, τα οικοδομικά συγκροτήματα των τελευταίων εικοσιπέντε ετών με ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική άποψη βρίσκονται σε ισορροπία με τα όμορφα κτήρια του μεσοπολέμου, αλλά και τα παλαιότερα, ξύλινα ως επί το πλείστον που παραπέμπουν αμεσότερα στα απέραντα δάση που περιβάλλουν την πόλη και δεν έχουν τέλος στον ορίζοντα.

Η λεωφόρος Λένιν, η λεωφόρος Λουνατσάρσκι, η λεωφόρος Σταχάνοφ, η λεωφόρος Γκαγκάριν, αλλά και η λεωφόρος Αικατερίνης, αναδεικνύουν σε πρώτο πλάνο τη νεότερη ιστορία της Ρωσίας και κοσμούνται από μεγαλοπρεπή θέατρα, βιβλιοθήκες, διοικητικά μέγαρα, μουσεία και πολλά αγάλματα και μνημεία σημαντικών προσωπικοτήτων, λογοτεχνών, επιστημόνων, ηρώων και πεσόντων στα πεδία των μαχών. Δυστυχώς, η προσπάθεια που έκανα να συναντήσω τον Θεόδωρο Κουρεντζή, διάσημο μαέστρο και διευθυντή της περίφημης Όπερας του Περμ, δεν τελεσφόρησε. Ήταν, όμως, συγκινητική και καθοριστική για την εργασία μας η βοήθεια που μας πρόσφεραν οι Έλληνες του Περμ, οι οποίοι στην πλειονότητά τους κατάγονται από την Τσάλκα της Γεωργίας και δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά στα Ουράλια. Με βαθιά αγάπη για την Ελλάδα, στάθηκαν στο πλευρό μας αφήνοντας όλες τις άλλες ασχολίες τους. Ο Ερρίκος, ο Ορέστης, ο Μανώλης, που έχουν κατασκευαστικές εταιρίες, τα παιδιά που έχουν το εξαίρετο σε γεύσεις εστιατόριο «Παρνάς», ο Ανέστης που εισάγει φρούτα από την Ελλάδα και αρκετοί άλλοι Έλληνες του Πόντου αποτελούν μια δυναμική ελληνική κοινότητα στα Ουράλια.

Αναμνηστική φωτογραφία με μέλη της κοινότητας των Ελλήνων από τη Γεωργία που ζουν και εργάζονται στο Περμ, έξω από ελληνικό εστιατόριο «Παρνάς» (φωτό Σπύρου Τσακίρη)

 

Η ζωή τώρα…

Η γρήγορη ανάπτυξη της πόλης και της περιφέρειας έχει, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχα από τους ντόπιους επιχειρηματίες, σε ένα βαθμό επιβραδυνθεί, επειδή λόγω της μεγάλης πτώσης των τιμών του πετρελαίου και της αντίστοιχης μείωσης των κρατικών εσόδων, έχουν περιοριστεί οι δημόσιες επενδύσεις στα εντελώς αναγκαία. Αλλά και η ζωή των αγροτών, των υπαλλήλων και των εργατών έχει δυσκολίες. Παρ’ όλο που αρκετά από τα δικαιώματα που είχαν οι πολίτες επί Σοβιετικής Ένωσης διατηρούνται -αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο, ορισμένες υπηρεσίες πρώτης ανάγκης, όπως μια σοβαρή εγχείρηση, έχουν γίνει πολύ ακριβές ακόμα και σ’ ένα δημόσιο νοσοκομείο. Αυτό δεν είναι αντιληπτό στον επισκέπτη που βλέπει μια πόλη με ρυθμό και φροντίδα, με τεράστια εργοστάσια σε λειτουργία, με άφθονα μεταφορικά μέσα πάσης φύσεως, με νέους αυτοκινητόδρομους, πλούσια καταστήματα και περιποιημένους ανθρώπους στους κοινόχρηστους χώρους. Επίσης, στην πόλη λειτουργούν πολλές και σημαντικές πανεπιστημιακές σχολές. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί από τους Έλληνες του Πόντου βρέθηκαν στο Περμ από νεαρή ηλικία γιατί μπορούσαν να σπουδάσουν γιατροί και μηχανικοί δωρεάν, σε αντίθεση με τη Γεωργία που τα δίδακτρα μπήκαν στην ανώτατη παιδεία από την αρχή της μεταβολής του συστήματος στη δεκαετία του 1990. Πουθενά δεν είδαμε εξαθλιωμένους ανθρώπους ή εγκαταλειμμένα σημεία στις πόλεις και τα χωριά που επισκεφτήκαμε. Ούτε τα φροντισμένα αγροτόσπιτα ούτε η ακρίβεια στις αναχωρήσεις των τρένων και των λεωφορείων σού δείχνουν τις δυσκολίες για τις οποίες μαθαίνεις από τις συζητήσεις που γίνονται μέσα στα σπίτια, την ώρα του φαγητού ή του τσαγιού, αυθόρμητα και ελεύθερα. Η ανοιχτόκαρδη φιλοξενία των απλών ανθρώπων, όπου κι αν πήγαμε, διευκόλυνε την κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο κόσμος και των τρόπων που βλέπει την πολιτική και οικονομική κατάσταση στη σημερινή Ρωσία, κάνοντας αναπόφευκτα τη σύγκριση με το εγγύτερο και το ολίγον απώτερο παρελθόν.

Στη μεγάλη διαδρομή των 1800 χλμ. που είναι το μήκος του, τα νερά του ποταμού Κάμα περνούν μέσα από το Περμ, μεταφέροντας αδιάκοπα ανθρώπους, πρώτες ύλες, αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα πολύ μακριά από τα Ουράλια. (φωτό Στ. Ελληνιάδη)

 

…Και πριν

Έχοντας μεταξύ μας ένα ντόπιο διανοούμενο επιστήμονα, υποστηρικτή της οικονομίας της αγοράς, μας δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε έντονες συζητήσεις με τους πολίτες που μας φιλοξενούσαν στα σπίτια τους. Όλοι αντέκρουαν την επιχειρηματολογία του υποστηρίζοντας ότι η ζωή ήταν πολύ καλύτερη στη Σοβιετική Ένωση. Μάλιστα, η άποψη αυτή είχε ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή εκφραζόταν από ανθρώπους που είχαν υποστεί , οι ίδιοι και οι γονείς τους, διώξεις από το σοβιετικό καθεστώς, κατά την περίοδο 1937-56. Πολύ χαρακτηριστικά συνόψισε αυτή την άποψη ένας 86άχρονος, εκτοπισμένος με την οικογένειά του στη Σιβηρία το 1944, ο οποίος παρέμεινε στα Ουράλια μέχρι σήμερα λόγω του γάμου του με εντόπια Ρωσίδα μην κάνοντας χρήση της άδειας που δόθηκε το 1956 στους εκτοπισμένους να φύγουν από τη Σιβηρία. Τοποθετούμε, μας είπε, τα τραγικά γεγονότα, τις ταλαιπωρίες, τις αδικίες που υποστήκαμε και τις θυσίες που κάναμε, μέσα στο πλαίσιο όσων ζήσαμε και όσων συνέβησαν συνολικά. Ζυγίζουμε τα συν και τα πλην στη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής. Σε συνθήκες πολέμων, λαθών και καταστροφών, αλλά και νικών και επιτευγμάτων στην γιγαντιαία προσπάθεια αποτίναξης της δουλείας και της ανισότητας, της οικοδόμησης ενός συστήματος δικαιότερου με κοινοκτημοσύνη, σταθερή εργασία, δωρεάν παιδεία και υγεία για όλους. Και, βέβαια, την νικηφόρα αντιμετώπιση της φασιστικής επίθεσης που προκάλεσε ανυπολόγιστες απώλειες ανθρώπων και υποδομών. Εάν είχε η Σοβιετική Ένωση ηττηθεί, σήμερα θα ήμασταν δούλοι με όλη τη σημασία της λέξης των Γερμανών και των συμμάχων τους. Στη δεκαετία του 1930, οι αντιδράσεις στη δημιουργία των συνεταιρισμών με ιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου ήταν πολύ έντονες, αλλά όταν εδραιώθηκαν τα κολχόζ, με βία σε πολλές περιπτώσεις, η ζωή δεκάδων εκατομμυρίων αγροτών και εργατών έγινε ασυγκρίτως καλύτερη και το σύστημα αγκαλιάστηκε από την πλειονότητα των ανθρώπων, ακόμα κι απ’ αυτούς που αντιδρούσαν στο ξεκίνημά του. Αντιθέτως, με το ισχύον σύστημα, που διαδέχτηκε το σοβιετικό, διαλύθηκαν οι συνεταιρισμοί, υποβαθμίστηκε η πρόνοια, μας απειλεί η ανεργία, εισέβαλε η ανασφάλεια, εκτοξεύθηκαν στα ύψη οι τιμές των προϊόντων και οι ανισότητες, έπεσε η ποιότητα της ζωής και κυριάρχησε η διαφθορά.

Εν ολίγοις, το συμπέρασμα που έβγαζε κανείς ακούοντας όλους αυτούς τους απλούς ανθρώπους, αγρότες κυρίως, που δεν ήταν μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, ήταν ότι με βάση τη δική τους εμπειρία, τα καλά του καπιταλισμού δεν αφορούν την κοινωνία, τον εργαζόμενο, αλλά τους ολιγάρχες που κυβερνούν με ασυδοσία και αυταρχισμό και καρπώνονται τη μερίδα του λέοντος από τον παραγόμενο πλούτο. Σε όλα τα νοικοκυριά που φιλοξενηθήκαμε στις περιπλανήσεις μας στους τόπους εκτοπισμού των Ελλήνων της Κριμαίας, οι απόψεις του φίλου μας που υπερασπιζόταν τις πολιτικές αποκρατικοποιήσεων και απορρυθμίσεων των Γιέλτσιν, Τσουμπάις, Γκαϊντάρ, Νεμτσόφ κ.ά., προκάλεσαν την έντονη αντίδραση και την κατηγορηματική απόρριψή τους από τους απλούς ανθρώπους που ζούνε μοχθώντας. Ναι, αλλά όποιος ήθελε δεν είχε την ελευθερία, για παράδειγμα, να συνεχίσει τις σπουδές του στην Οξφόρδη, αντέτεινε ο φίλος μας. Και για να πάτε εσείς στην Οξφόρδη έπρεπε να καταστραφεί η ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων; Ήταν η άμεση αντίδραση μιας δυναμικής αγρότισσας που μου θύμισε με το φωτεινό της πρόσωπο και τις σίγουρες κινήσεις της τις ηρωίδες των ρώσικων ταινιών πάνω στα τρακτέρ και τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Εμείς ακούγαμε και καταγράφαμε σιωπώντας. Αυτές οι αντιθέσεις μέσα στον ίδιο το λαό, δεν επιλύονται ούτε με παρεμβάσεις απ’ έξω ούτε με θεωρητικές παραπομπές. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις τον πρώτο λόγο έχει η ίδια η ανθρώπινη γνώση και εμπειρία.

Για μας, από την Ελλάδα, οι συζητήσεις αυτές, χωρίς διαμεσολαβητές και ερμηνευτές, ήταν ένα σημαντικό σεμινάριο κοινωνικής πραγματικότητας και πολιτικής ιστορίας.

 

Στέλιος Ελληνιάδης

Σχόλια

Exit mobile version