Το ότι ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ο κορυφαίος στην ελληνική μουσική δημιουργία, είναι αυταπόδεικτο. Το δείχνει η πάνδημη αναγνώριση των τραγουδιών του τα οποία, χρόνια τώρα, συνεπαίρνουν τις ψυχές και τις συνειδήσεις σ’ ετούτη τη ρημαγμένη χώρα. Τραγούδια ελπίδας και αντίστασης του λαού των αδυνάμων και των αδικημένων, σαλπίσματα εξέγερσης απέναντι σε κάθε μορφής τυραννία και εξουσία ήταν και παραμένουν τα τραγούδια του λαοφιλούς συνθέτη. Αυτό του το αναγνωρίζουν όλοι: και οι εχθροί και οι φίλοι.

Εκεί που δυσκολεύονται -κάποιοι, κατά δήλωσιν «φίλοι» του, κυρίως- είναι όταν ο Μίκης υπερβαίνει το συμ-«βολικό» κοστούμι της μερικής αναγνώρισης, όταν υψώνει το πληθωρικό ανάστημά του «διεκδικώντας» το δικαίωμα να διαβαστούν ως ενιαίο σώμα τόσο οι παρτιτούρες, όσο και οι πολιτικές του απόψεις. Τότε είναι που αρχίζει μια περίεργη, υπόκωφη μομφή για τον μέγιστο συνθέτη, τον οικουμενικό  που, όμως, γίνεται μικρός, όταν ανακατεύεται με την πολιτική, τουτέστιν με πράγματα που δεν γνωρίζει… Τότε κονταίνει η διθυραμβική αναγνώριση, η φωνή του γίνεται ενοχλητική έως επικίνδυνη σε… κρίσιμα μάλιστα σημεία.
Το τίμημα της ενόχλησης πληρώνεται με την αποσιώπηση του πανθομολογούμενου μεγέθους, με την εξαφάνισή του απ’ την προβεβλημένη σκηνή και τα «Μέσα» της, με τη λοιδωρία των θέσεών του. Συνέβη αυτό αρκετές φορές στο παρελθόν, το ζήσαμε και πριν από λίγες μέρες όταν θέλησε ν’ ανάψει μια ακόμη σπίθα πολιτικής ανυπακοής και αντίστασης απέναντι στην κυβέρνηση του Μνημονίου. Θορυβημένο το σύστημα, με πολιορκητικό κριό γελοίους υπηρέτες του στην έντυπη και ηλεκτρονική «ενημέρωση», διείδε αμέσως τον κίνδυνο και συσπειρώθηκε. Έτσι η είδηση της πολιτικής πρωτοβουλίας του Μίκη -όταν και όπου φιλοξενήθηκε – έγινε ένα υποβαθμισμένο, άχρωμο μονόστηλο το οποίο έκανε λόγο για κάποια ουδέτερη κίνηση ζύμωσης ιδεών. Το μήνυμα ήταν σαφές. Η αναγνώριση και η οικουμενικότητα του συνθέτη είναι ανεκτές μόνον στην περίπτωση που κι ο ίδιος προσμετρά τον εαυτό του στην χορεία των προθύμων, εκείνων δηλαδή που στηρίζουν στις κρίσιμες στιγμές την πατρίδα και τη σωτηρία της.
Για τον Μίκη. όμως, αυτή η πατρίδα των ολίγων, είναι πολύ στενόχωρη, πολύ μίζερη για να στεγάσει ό,τι οραματίζεται το ανοιχτό και ανυπότακτο πνεύμα του. Το μεγάλο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι το σύστημα και οι αντιδράσεις του˙ θα ήταν παράδοξο αν αντιδρούσε διαφορετικά. Το μεγάλο πρόβλημα προκύπτει από τη μετάλλαξη κάποιων στα λόγια δεδηλωμένων φίλων και κάποτε συνοδοιπόρων, οι οποίοι στο όνομα του πολιτικού ρεαλισμού τον εγκαλούν, ύπουλα και σιωπηρά, για ανευθυνότητα. Δεν ξέρω ποιος είναι ο τρόπος και η μέθοδος να τελειώνουμε με αυτήν την υποκριτική κουστωδία.
Οι άνθρωποι αυτοί, χορτασμένοι από τη συναλλαγή, «διανοούμενοι», συγγραφείς και… άλλοι τυχάρπαστοι μαϊντανοί, μεταλλαγμένοι χρόνια τώρα, δρουν στη σκιά μιας «περιφέρειας» απολαμβάνοντας πολυτελή σίτιση στα πρυτανεία της εξουσίας. Είναι αυτοί που επιστρατεύονται τις κρίσιμες στιγμές, που συντάσσονται με τη λιπαρή εξουσία, που συνηγορούν χαμηλότονα αλλά αποφασιστικά με το σλόγκαν «όλοι μαζί τα φάγαμε»… Αν δεν τελειώσουμε μ’ αυτούς, τότε το μήνυμα της πρωτοβουλίας Μίκη θα μείνει κι αυτή τη φορά ανεπίδοτο…

Στ. Μαυροειδής

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!