Η ιστορία στην υπηρεσία πολιτικών σκοπιμοτήτων. Καθόλου πρωτότυπο. Συμβαίνει παγκοσμίως. Ανέκαθεν. Η «προσαρμογή» εντείνεται μετά από μεγάλες ανατροπές και αναστατώσεις, όταν νέες δυνάμεις και διαφορετικά καθεστώτα αντικαθιστούν τα παλιά.

Ειδικά για τα πρώην σοσιαλιστικά, με ή χωρίς εισαγωγικά, κράτη, υπάρχουν τρεις μεγάλες κατηγορίες «προσαρμογών».Η πρώτη γινόταν από τα ίδια τα καθεστώτα για εσωτερική, κυρίως, κατανάλωση. Εκθειάζονταν τα επιτεύγματα και υποβαθμίζονταν ή εξαφανίζονταν οι αποτυχίες. Η δεύτερη γινόταν και εξακολουθεί να γίνεται από πληθώρα Δυτικών ιστοριογράφων, συνεπικουρούμενων πάντα από πρόθυμους δημοσιογράφους της παραπληροφόρησης, στο πλαίσιο συστηματικής και μεθοδευμένης αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, όχι μόνο διά των πράξεων, αλλά και των παραλείψεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν επισκεφτείς ένα βιβλιοπωλείο, τα ιστορικά βιβλία μαζικής κατανάλωσης, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, είναι γραμμένα από Δυτικούς ιστορικούς, ακόμα κι αυτά που αφορούν τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν επί σοβιετικού εδάφους. Η άποψη της άλλης πλευράς, απλά, δεν υπάρχει.

Η τρίτη γίνεται από σύγχρονους ιστορικούς στις πρώην ανατολικές χώρες, οι οποίοι ξαναγράφουν την ιστορία με τρόπο που ικανοποιεί τη νέα τάξη πραγμάτων, εσωτερικών ή εξωτερικών συμφερόντων.
Δύο από τα πεδία στα οποία ανταλλάσσονται πυρά, από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι σήμερα, είναι ο αριθμός τα θυμάτων των διώξεων, στις δεκαετίες του ’30 και του ’40, και ο αριθμός των θυμάτων κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, όπως ακόμα αποκαλείται στη Ρωσία.
Η αλήθεια ταλαιπωρείται βάναυσα από πολλές πλευρές. Συχνά, με τη χρήση πραγματικών στοιχείων που προσδίδουν αληθοφάνεια στα κατασκευασμένα στοιχεία. Σ’ αυτό συμβάλλει και η συνδρομή δυτικών ή επιχορηγούμενων από τη Δύση μη κυβερνητικών οργανώσεων, που ενθαρρύνουν και χρηματοδοτούν την επανασυγγραφή της ιστορίας, που αφορά ιδίως τη θεματολογία που προτιμούν οι μηχανισμοί προπαγάνδας. Ενδεικτικές είναι οι εκτιμήσεις των νέων ιστορικών που ασχολούνται με τις διώξεις του καθεστώτος επί Στάλιν. Διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους που, βάσιμα, ενισχύουν την υπόνοια ότι υπηρετούν μικρές ή μεγάλες σκοπιμότητες. Ανατρέχοντας στις «έγκυρες» εκτιμήσεις διαπιστώνει κανείς ότι ο αριθμός των διωχθέντων κυμαίνεται, από συγγραφέα σε συγγραφέα, από 4 έως 40 εκατομμύρια ανθρώπους!
Αντίστοιχες εκτιμήσεις για τα θύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κυμαίνονται από 20 έως 60 εκατομμύρια! Αν αθροίσει κανείς τους μεγαλύτερους αριθμούς, αναρωτιέται πώς κατοικείται ακόμα η Ρωσία! Οι πιο αντικειμενικές έρευνες και θεωρήσεις, σε Δύση και Ανατολή, δεν τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης ούτε από τα πανεπιστήμια, ούτε από τα ΜΜΕ, ούτε από τις κυβερνήσεις, ούτε από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους.
Στο πλαίσιο παρουσίασης αυτών των αντικρουόμενων «αληθειών», το Περίπτερο Ιδεών φιλοξενεί ένα κείμενο που προέρχεται από ένα διακεκριμένο ιστορικό της παλιάς φουρνιάς, ο οποίος δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες όχι μόνο για τον ακριβή υπολογισμό των θυμάτων, αλλά και για την πραγματική συμμετοχή των συμμάχων στις εχθροπραξίες.
Η επιλογή και η μετάφραση του αποσπάσματος έγινε από την Τάνια Ραχματούλινα, η οποία εργάστηκε πολλά χρόνια στην Κυπριακή Πρεσβεία στη Μόσχα, και ασχολείται με την ιστορία και τον πολιτισμό. Ως συνεργάτρια του Νέαρχου Γεωργιάδη έχει συμβάλει στη συγγραφή μελετών για το ελληνικό τραγούδι (Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι κ.ά., εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή), έχει μεταφράσει από τα ρωσικά στα ελληνικά Ρώσους λογοτέχνες (Ανθολογία ρωσικού διηγήματος του Μεσοπολέμου, εκδόσεις Πλέθρον) κ.λπ. Την ευχαριστούμε.

Στέλιος Ελληνιάδης
Η αλήθεια για τις πραγματικές απώλειες της Ρωσίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Μετάφραση-επιμέλεια: Τάνια Ραχματούλινα

Βαντίμ Κόζινοφ (1930-2001). Ρώσος διανοητής, φιλόσοφος, ιστορικός λογοτεχνίας, κριτικός, ιστορικός. Το βασικό μέρος του έργου του είναι αφιερωμένο σε ζητήματα θεωρίας της λογοτεχνίας, στη ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, στη σύγχρονη λογοτεχνία και κυρίως στην ποίηση, καθώς και την Ιστορία της Ρωσίας. Ο Βαντίμ Κόζινοφ διαδραμάτισε πρωταρχικό ρόλο στο να επιστραφούν στους αναγνώστες τα έργα τού Μιχαήλ Μπάχτιν. Έχει γράψει τα βιβλία: Τα είδη της Τέχνης, 1960 (μεταφράστηκε σε 12 γλώσσες), Η προέλευση του μυθιστορήματος, 1963, Ρωσική λυρική ποίηση 19ου αιώνα, 1978, Στίχοι και ποίηση, 1980, Άρθρα για τη σύγχρονη λογοτεχνία, 1982, Τιούτσεφ, 1988, Σκέψεις για τη ρωσική λογοτεχνία, 1990, Οι μοίρες της Ρωσίας, 1997, Ιστορία της Ρωσίας και του ρωσικού λόγου – Μια σύγχρονη προσέγγιση, 1997, Ιστορία της Ρωσίας. ΧΧ αιώνας, 1999, Νίκες και δυστυχίες της Ρωσίας και άλλα.
Πιο κάτω δημοσιεύονται αποσπάσματα από τον Β΄ τόμο του έργου του Ιστορία της Ρωσίας. ΧΧ αιώνας (1939-1964), Μόσχα 1999. (Από τo κεφάλαιo: Τα συμπεράσματα του πολέμου). Ο συγγραφέας αναφέρεται στις ρωσικές απώλειες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στις διαστρεβλώσεις που υπάρχουν στα βιβλία και στα άρθρα πολλών σύγχρονων Ρώσων συγγραφέων και δημοσιογράφων που καταπιάνονται με το θέμα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1940, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η δική μας ιστοριογραφία του πολέμου «λουστράριζε», σημαντικά, την εξέλιξη των γεγονότων, ιδίως τα γεγονότα του 1941-42 κι επιπλέον ασκούσε δριμύτατη κριτική στους ξένους ιστορικούς που παρουσίαζαν μια διαφορετική εικόνα. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ένα πλήθος συγγραφέων (πολλοί απ’ αυτούς προηγουμένως δημοσίευαν εντελώς «νομιμόφρονα» κείμενα) άρχισε όχι μόνον με κάθε τρόπο να αμαυρώνει τα πρώτα χρόνια του πολέμου, αλλά και να παρασιωπά τις νίκες του 1943-45.
Σήμερα, πολλοί (σύγχρονοι Ρώσοι –σ.μ.) συγγραφείς φωνάζουν, γεμάτοι ζήλο, πως η νίκη μας επιτεύχθηκε με υπέρμετρα ακριβό, τρομαχτικό τίμημα και γι’ αυτό δεν είναι νίκη… Κι όμως, πρώτον, μια στρατιωτική νίκη είναι πάντοτε ακριβή, και δεύτερον, η προσφιλής σε πολλούς συγγραφείς σύγκριση των δικών μας απωλειών με αυτές των «συμμάχων», που στη σύγκριση αυτή φαίνονται εντελώς ασήμαντες, δείχνει ότι οι συγγραφείς αυτοί είτε δεν γνωρίζουν τα γεγονότα είτε καταφεύγουν στην απόλυτη διαστρέβλωση. Οι απώλειες των «συμμάχων» ήταν πράγματι μικρές, όμως, μέχρι τη στιγμή που τα γερμανικά στρατεύματα άρχισαν να προβάλλουν σθεναρή αντίσταση κοντά στα σύνορα της χώρας τους, δηλαδή μέχρι τον Οκτώβρη του 1944.
Όταν αναφέρονται στον συνολικό αριθμό των «συμμαχικών» απωλειών, φαίνεται να «ξεχνούν» ότι μέχρι το 1944 οι «σύμμαχοι» σχεδόν δεν πολέμησαν. Όπως έγραψε ο σοβαρός ιστορικός Λίντελ Χαρτ, «Κατά την περίοδο μετά τον Σεπτέμβρη του 1944 οι συμμαχικές δυνάμεις» (σ’ αυτές ενεπλάκησαν εκτός από τους Αμερικανούς και τους Άγγλους, και στρατιώτες από άλλες χώρες, κυρίως από τη Γαλλία), «έχασαν στις μάχες για την απελευθέρωση της Ευρώπης 500 χιλιάδες στρατιώτες».
(…) Επικρίνουν λοιπόν, και αναθεματίζουν τις «μεθόδους» του πολέμου γενικά, τόσο όσον αφορά τις ήττες μας, αλλά και όσον αφορά τις νίκες μας. Σήμερα, τα «δημοκρατικά» ΜΜΕ μονίμως καθυποβάλλουν στην κοινή γνώμη ότι «το τίμημα της νίκης» ήταν υπέρμετρο και γι’ αυτό δεν μπορεί καν να θεωρηθεί νίκη.
Οι απώλειες πράγματι ήταν τεράστιες, όμως, η ουσία της προπαγάνδας σήμερα έγκειται στο γεγονός ότι το «φταίξιμο» το ρίχνουν όχι τόσο στον εχθρό όσο στους «δικούς» μας, και πάνω απ’ όλους, εννοείται, στον Στάλιν. (…) Και, αφού ο βασικός σκοπός πολλών βιβλίων που ασχολούνται με τις στρατιωτικές μας απώλειες, στην ουσία δεν είναι η έρευνα των πραγματικών γεγονότων, αλλά να ξεσκεπάσουν τον Στάλιν και γενικά το καθεστώς, παρουσιάζουν απολύτως φανταστικούς αριθμούς – μέχρι και ότι 44 εκατομμύρια (!) στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους.
Το πόσο παράλογος είναι ο αριθμός αυτός είναι ολοφάνερο. Στις αρχές του 1941, ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ ήταν 195,3 εκ. – όπως απέδειξαν τελευταία ακριβέστατοι και απόλυτα έγκυροι υπολογισμοί. Ενώ, στις αρχές του 1946, ο πληθυσμός της χώρας άνω των 5 ετών ήταν 157,2 εκ. Από την καταγραφή του πληθυσμού του 1941 «χάθηκαν» λοιπόν 38,1 εκ. άνθρωποι. Οι απώλειες βεβαίως ήταν τεράστιες – 19,5%, σχεδόν ένα στους πέντε! Από τον πληθυσμό του 1941! Ταυτόχρονα, όμως, είναι ολοφάνερη και η ανοησία του ισχυρισμού ότι κατά το 1941-1945 στρατιώτες και μόνον σκοτώθηκαν δήθεν 44 εκ., δηλαδή 6 εκ. (!) περισσότεροι στο σύνολο των νεκρών εκείνης της περιόδου, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, γυναικών και ηλικιωμένων.
Ωστόσο, το θέμα δεν είναι μόνο αυτό. Ακόμα και τους 38,1 εκ. «χαμένους ανθρώπους» δεν μπορείς να τους θεωρήσεις όλους θύματα του πολέμου, αφού κατά την περίοδο του 1941-1945 οι άνθρωποι συνέχισαν να φεύγουν από τη ζωή λόγω «φυσικής» θνησιμότητας, η οποία εκείνη την εποχή είχε φτάσει τουλάχιστον στο 1,3% του υπάρχοντος πληθυσμού ετησίως (χωρίς να λαμβάνουμε υπ’ όψιν την παιδική θνησιμότητα), δηλαδή σε πέντε χρόνια το 6,5%, το οποίο αντιστοιχεί σε 12,7 εκατ. ανθρώπους.
Επιπλέον, πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας πληροφορίες για ένα πολύ σημαντικό ποσοστό μετανάστευσης, μετά το 1941, από τις δυτικές περιοχές της ΕΣΣΔ: Μετανάστευση Πολωνών (2,5 εκ.), Γερμανών (1,75 εκ.), κατοίκων από τις περιοχές της Βαλτικής (0,25 εκ.), καθώς και ατόμων άλλων εθνικοτήτων. Συνολικά, ο αριθμός των μεταναστών ανήλθε στα 5,5 περίπου εκατομμύρια.
Έτσι, λοιπόν, υπολογίζοντας τον αριθμό των ανθρώπων που πράγματι σκοτώθηκαν στον πόλεμο, πρέπει να αφαιρέσουμε από τα 38,1 εκ. τα 18,2 εκ. (12,7+5,5) που πέθαναν είτε με φυσικό θάνατο είτε μετανάστευσαν.
Επομένως, τα πραγματικά θύματα του πολέμου είναι 19,9 εκ. άνθρωποι, χωρίς να λογαριάζουμε και τη θνησιμότητα των παιδιών που γεννήθηκαν στα χρόνια του πολέμου.
Όσον αφορά τον θάνατο στρατιωτικών, μια πολύ ενδελεχής έρευνα που έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με αρχές της δεκαετίας του 1990 πάνω στο σύνολο των στρατιωτικών εγγράφων, δείχνει ότι οι απώλειες του στρατού ήταν 8,6 εκ. άνθρωποι.
Επίσης, στον αριθμό των «χαμένων» αντρών συμπεριλαμβάνονται άνθρωποι μιας ειδικής κατηγορίας, την οποία σπάνια λαμβάνουν υπ’ όψιν στην καταμέτρηση των απωλειών. Πρόκειται για πολίτες που βρίσκονταν στα κατεχόμενα εδάφη, τους οποίους ο εχθρός κήρυξε αιχμαλώτους πολέμου και τους φυλάκισε σε ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πόσα ήταν τα θύματα αυτής της κατηγορίας είναι δύσκολο και γενικά αδύνατο να καθοριστούν. Ωστόσο, είναι φανερό ότι πρόκειται για εκατομμύρια…
Αυτοί οι άνθρωποι είχαν τη φριχτή τύχη των αιχμαλώτων πολέμου, τους οποίους ο εχθρός εξόντωνε χωρίς κανένα δισταγμό… Συχνά διαβάζουμε ότι υπαίτιος είναι και πάλι ο Στάλιν, ο οποίος τάχα δεν υπέγραψε το 1929 τη Συνθήκη της Γενεύης για τους Αιχμαλώτους Πολέμου. Αυτή η εκδοχή εδώ και καιρό καταρρίφθηκε πειστικά, όμως, παρ’ όλ’ αυτά, στους εύπιστους αναγνώστες καθυποβάλλουν ότι για την εξόντωση εκατομμυρίων, πραγματικών και μη, αιχμαλώτων πολέμου, δεν φταίει ο εχθρός, αλλά οι δικοί μας… Μα είναι ανόητο ακόμα και να υποθέσει κανείς ότι η Γερμανία ήταν έτοιμη να εφαρμόσει μαζί μας οποιεσδήποτε «αρχές». Από το γεγονός και μόνον ότι μετέτρεψε αμάχους σε αιχμαλώτους πολέμου, είναι φανερό ότι κανέναν κανόνα ο εχθρός δεν τηρούσε.
Για παράδειγμα, να ένα απόσπασμα που έφτασε μέχρι τις μέρες μας ενός ρητά διατυπωμένου διατάγματος της 11ης Μαΐου 1943 προς τη 2η Γερμανική Τεθωρακισμένη Μεραρχία (της οποίας αρχηγός, μέχρι τον Δεκέμβρη του 1941, ήταν ο περίφημος Γκουντεριάν που καθαιρέθηκε από το πόστο του εξαιτίας της υποχώρησης προ των πυλών της Μόσχας):
«Κατά την κατάληψη κατοικημένων περιοχών πρέπει αμέσως και αιφνίδια να συλλαμβάνονται όλοι οι άντρες, ηλικίας από 15- 65 ετών, εάν θεωρηθούν ότι είναι ικανοί να φέρουν όπλα (…), να ανακοινωθεί ότι από τώρα και στο εξής αυτοί θα θεωρούνται αιχμάλωτοι πολέμου κι ότι θα τουφεκίζονται επί τόπου ακόμα και στην παραμικρή προσπάθειά τους να δραπετεύσουν.»
Ναι, οι μαχητές μας που σκοτώθηκαν στο πεδίο των μαχών είναι 1,7 φορές περισσότεροι από αυτούς του εχθρού, κι αυτό εξηγείται βασικά από το γεγονός ότι ο εχθρός είχε πιο υψηλό επίπεδο εξάσκησης, πειθαρχίας και τεχνικών μέσων (τα οποία εξασφαλίζονταν από τη βιομηχανία όλης της Ευρώπης).
Όσον αφορά, δε, τους φανταστικούς αριθμούς των απωλειών μας στις μάχες (…), αυτούς τους υπαγορεύει μια εξτρεμιστική ιδεολογική σκοπιμότητα. Για παράδειγμα οι Α.Ν. και Λ.Α. Μερτσάλοφ, μιλώντας για τις εξαιρετικά μικρές, σε σχέση με τις δικές μας, απώλειες των στρατευμάτων των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, εξηγούν ότι οι δικές μας απώλειες οφείλονται στην κυβέρνηση του Στάλιν (δηλαδή, αν εμείς είχαμε κυβέρνηση σαν αυτή των ΗΠΑ ή της Μεγάλης Βρετανίας, οι απώλειές μας θα ήταν πολύ μικρότερες).
Ωστόσο, όπως έχουμε ήδη πει, η Μεγάλη Βρετανία και πολύ περισσότερο οι ΗΠΑ, μέχρι τον Ιούνιο του 1944, δηλαδή μέχρι τους 11 τελευταίους μήνες του πολέμου, δεν είχαν πάρει ουσιαστικό μέρος σ’ αυτόν, εκτός από τοπικές συγκρούσεις στο περιθώριο αυτού του πολέμου.
Η περίφημη μάχη του Ελ Αλαμέιν, μεταξύ των αγγλικών στρατευμάτων και των ιταλο-γερμανικών, χαρακτηρίζεται στα Απομνημονεύματα του Τσόρτσιλ Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ως «μεγάλη μάχη», όμως, στην ίδια αυτή σελίδα μας πληροφορεί: «Στο Ελ Αλαμέιν χάσαμε 10 χιλιάδες ανθρώπους μέσα σε 12 μέρες» – και μας θυμίζει (κι αυτό μπορεί κανείς να το εκλάβει ως κρυφή ειρωνεία) ότι «στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ιούλιο του 1916, στον ποταμό Σομμ στη βόρεια Γαλλία, την πρώτη κιόλας μέρα είχαμε χάσει 60 χιλιάδες».
Μα το Ελ Αλαμέιν είναι η πιο σημαντική μάχη πριν από την απόβαση των «συμμάχων» στη Γαλλία, στις 6 Ιουνίου 1944, δηλαδή τότε που η ισχύς του γερμανικού στρατού δεν μπορούσε πια να συγκριθεί με την ισχύ που είχε το 1941-43, χωρίς να αναφέρουμε ακόμα πως στο Ανατολικό Μέτωπο η Γερμανία πολεμούσε διαθέτοντας πολύ περισσότερες δυνάμεις παρά στο Δυτικό, τόσο στο δεύτερο μισό του 1944 όσο και στο πρώτο τρίμηνο του 1945. Γι’ αυτό, δεν έχει κανένα νόημα να συγκρίνουμε τις δικές μας απώλειες μ’ αυτές των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!