Τι διακυβεύεται στην Αϊτή; Ποια συμφέροντα βρίσκονται κάτω από την αρπαγή της εξουσίας σ’ αυτή τη μικρή χώρα; Προς τι όλη αυτή η βία και η νοθεία στις πρόσφατες εκλογές, κατά τις οποίες το δικαίωμα δημοκρατικής ψήφου καταργήθηκε για την περιθωριοποιημένη πλειοψηφία του αϊτινού λαού;

Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι η τεράστια ποσότητα δολαρίων που κυκλοφορούν με πρόσχημα τη βοήθεια και την ανάπτυξη, ιδίως μετά από τον καταστροφικό σεισμό της 12ης Ιανουαρίου. Μεταξύ αυτών που επωφελούνται τα μέγιστα από τη «βοήθεια» είναι αμερικανικές εταιρίες που έχουν δυνατότητα να συνάπτουν συμβόλαια με την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Η περίπτωση μιας από αυτές είναι χαρακτηριστική. Η Erly Industries είναι μια πολύ ισχυρή διεθνής αγροβιομηχανική εταιρία με τρεις θυγατρικές, την American Rice Inc, την Chemonics International-Consulting και την Chemonics Industries and Fire-Trol.  Η εταιρία-μαμά κατόρθωσε να εισχωρήσει στην Αϊτή ύστερα από το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον πρώτο εκλεγμένο πρόεδρο, Ζ. Μ. Αριστίντ, επί προεδρίας Μπους πρεσβύτερου. Ίδρυσε τη Rice Corporation of Haiti, προκειμένου να επωφεληθεί από το χουντικό καθεστώς που είχε εγκατασταθεί και κατεδάφιζε την πολιτική του Αριστίντ, ολοκληρώνοντας το «άνοιγμα» της αϊτινής οικονομίας που είχε αρχίσει επί των δικτατόρων Ντιβαλιέ, δηλαδή, εφαρμόζοντας το νεοφιλελευθερισμό. Το αποτέλεσμα ήταν σύναψη 9ετούς συμβολαίου για εισαγωγή 5,5 τόνων ρυζιού μηνιαίως και η υπερχρέωση των μικροαγροτών λόγω του άνισου ανταγωνισμού με την επιδοτούμενη εταιρία ή με τα τρόφιμα που εισάγονταν υπό τη μορφή δωρεάν βοήθειας.
Το 1994, επί Κλίντον, το εισαγόμενο ρύζι έφτασε στους 140 τόνους, ενώ το τοπικά παραγόμενο ήταν 4 τόνοι, οι δε πωλήσεις ρυζιού της Erly Industries αντιστοιχούσαν σε 373 εκατ. δολάρια. Το αμερικανικό ρύζι πωλούνταν 30-50% φθηνότερα από το ντόπιο . Ο δασμός στο εισαγόμενο ρύζι ήταν 3%, ενώ ο κοινός εξωτερικός δασμός των κρατών της Καραϊβικής ήταν την ίδια περίοδο 25%. Το 2003, το 80% του ρυζιού που κατανάλωναν οι Αϊτινοί ήταν εισαγόμενο. Το δεύτερο πραξικόπημα κατά του Αριστίντ, το 2004, ολοκλήρωσε την καταστροφική πολιτική στον τομέα των τροφίμων που επέβαλαν οι ΗΠΑ και το ΔΝΤ στην Αϊτή.
Ύστερα από τον σεισμό, ο εν λόγω αμερικανικός όμιλος βρέθηκε στην καλύτερη δυνατή θέση για να εκμεταλλευτεί την έκτακτη κατάσταση. Η μια θυγατρική του, η American Rice, βγάζει χρήματα εξάγοντας ρύζι στην Αϊτή και η άλλη, η Chemonics, έχει συνάψει συμβόλαια για να διεξάγει έρευνες για την πείνα και να διανέμει τους σπόρους της Monsanto, μιας άλλης αμερικανικής πολυεθνικής που λυμαίνεται την Αϊτή, με στόχο να πλήξει τους τοπικούς σπόρους τους οποίους χρησιμοποιούν οι ντόπιοι αγρότες.
Η Αϊτή είναι η μόνη χώρα στο δυτικό ημισφαίριο που ο πληθυσμός της αποτελείται από μικρούς γεωργούς σε ποσοστό από 66-80%. Κι όμως, εισάγει το 50% των τροφίμων και 2,5 από τα 10 εκατομμύρια των κατοίκων της δεν μπορούν να εξασφαλίσουν επαρκή τροφή. Συγκριτικά, το 1980 η Αϊτή είχε αυτάρκεια τροφίμων και έκανε εξαγωγές. Η αυτάρκεια καταστράφηκε με παρέμβαση του ΔΝΤ που το 1986 και το 1995 απαίτησε από τα τότε δικτατορικά καθεστώτα να καταργήσουν τους δασμούς στα τρόφιμα, προκειμένου να πάρουν δάνεια. Η οικονομική καταστροφή των μικρών γεωργών οδήγησε στη μετανάστευσή τους στις πόλεις, όπου έγιναν εύκολα θύματα των εργατικών κάτεργων, ενώ η συσσώρευσή τους σε παραγκουπόλεις πάνω σε σαθρά εδάφη ήταν εν μέρει η αιτία του μεγάλου αριθμού θυμάτων κατά το σεισμό του περασμένου Ιανουαρίου. Μετά το σεισμό οι εισαγωγές ρυζιού από τις ΗΠΑ πολλαπλασιάστηκαν και αντιστοίχως τα κέρδη των εταιριών. Ο όμιλος ERLY Industries είναι ένας από αυτούς που έχουν αναλάβει πολλές μπίζνες. Η Chemonics συνήψε συμβόλαιο αξίας 50 εκατ. δολαρίων με την USAID (Αμερικανική Υπηρεσία Διεθνούς Βοήθειας). Η Chemonics λαμβάνει το 90% της χρηματοδότησής της από την USAID και αναπτύσσει δραστηριότητες σε περισσότερες από75 χώρες, μεταξύ των οποίων στις χώρες που οι ΗΠΑ διεξάγουν πολέμους, όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Ο κύκλος εργασιών της στην Αϊτή διευρύνθηκε, πάλι μέσω της USAID για τα έτη 2009-2014, στη διαχείριση υδάτων και στην αντιμετώπιση πλημμυρών.
Ίσως τώρα έχουν εν μέρει απαντηθεί τα ερωτήματα που τέθηκαν στην αρχή του κειμένου…

(Πηγή: The Guatemala Times «Haiti – The American Rice Scandal» και Beverly Bell -Tony Field «Miami Rice: The Business of Disaster in Haiti», ιστότοπος Towards Freedom.)

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!