Ή αλλιώς πώς ο Μίκαελ Χάνεκε περικλείει την αγάπη όλου του κόσμου σε 137 λεπτά ασφυκτικών κάδρων και ψυχοβγαλτικών στιγμών, των πιο κρυφών σημείων της ανθρώπινης ψυχής.

Ο Αυστριακός σκηνοθέτης είναι ο σημαντικότερος auteur του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου, παραλαμβάνοντας τον τίτλο από τον θεόμουρλο (πια) Λαρς φον Τρίερ. Κερδίζει, λοιπόν, άξια τον Χρυσό Φοίνικα για δεύτερη φορά (και μάλιστα συνεχόμενη), αφού και με τη Λευκή Κορδέλα το 2009 είχε καταπλήξει κοινό και κριτική επιτροπή στο Φεστιβάλ Καννών.
Δραματική, αυστριακής, γερμανικής και γαλλικής παραγωγής του 2012, η Αγάπη, σε σκηνοθεσία Μίκαελ Χάνεκε, με τους Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Εμανουέλ Ριβά και Ιζαμπέλ Ιπέρ. Η ιστορία περιδιαβαίνει ένα κλασικό αστικό σπίτι στο Παρίσι όπου ζει ένα αντρόγυνο υπερήλικων. Όταν η γυναίκα μένει παράλυτη από ένα εγκεφαλικό και ενώ η υγεία της επιδεινώνεται, ο άντρας θα κάνει τα πάντα γι’ αυτήν, θα τη φροντίσει, και εντέλει θα ψυχορραγήσει δίπλα της, μέχρι το τέλος, όχι μόνο δείχνοντας αλλά νιώθοντας ξανά και ξανά την αγάπη που κουβαλά μέσα του για εκείνη όλα αυτά τα χρόνια.
Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα σινεμά αξιώσεων, με όλη τη σημασία της φράσης αυτής. Καθότι ο Χάνεκε σκοπεύει να σου μιλήσει για το αυτονόητο, κινηματογραφώντας μια φαινομενικά απλή και συνηθισμένη ιστορία: αντίστοιχες περιπτώσεις, δυστυχώς, έχουν περάσει πολλοί άνθρωποι, μια όντως δύσκολη κατάσταση που σίγουρα όχι μόνο δεν θες να ξαναζήσεις, πόσο μάλλον να δεις στο σινεμά. Ο Χάνεκε όμως τολμά και σε φέρνει στα όρια σου, αφού βλέπεις μια ταινία που κινείται στα άκρα. Ο παππούς υπέρ-λατρεύει τη γιαγιά και είναι διατεθειμένος να μείνει δίπλα της παρά την κάθετη πτώση, σωματική και ψυχική, που θα παρασύρει, εξαιτίας της αρρώστιας, και τους δύο.
Είναι ένα σινεμά δύσκολο. Όχι, δεν είναι δυσνόητο αλλά το αποκαλείς δύσκαμπτο, δύσβατο. Αυτά που δεν θέλεις να ζήσεις, αυτά που απεύχεσαι ή μάλλον εκείνα που θέλεις να ξεπεράσεις, τα βλέπεις να περνάνε από μπροστά σου. Τότε μαλακώνεις, δακρύζεις, λυγίζεις, παρασύρεσαι στα απάτητα μονοπάτια του ανθρώπινου ατέρμονου.
Από την άλλη μεριά, μπορείς να αναγνώσεις στην ταινία και έναν ύμνο για την απόλυτη αγάπη η οποία δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο που την έχει νιώσει, ούτε στις πιο δύσκολες στιγμές του, τότε που οι ισορροπίες είναι λεπτές και τα όρια τρεμοπαίζουν στην πραγματικότητα. Είναι εκείνη τη χρονική στιγμή που θα αποφασίσεις μέσα σου πόσο τολμηρό είναι εντέλει το συναίσθημα που έχεις και μέχρι πού μπορεί αυτό να σε οδηγήσει.
Αφέσου, λοιπόν, στο ιδανικό της αγάπης μέσα από τον πλέον σκληρό, κυνικό τρόπο κινηματογράφησης που έχεις δει μέχρι τώρα στο ευρωπαϊκό σινεμά.

Νέστορας Πουλάκος

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!