Τα εκτενή αποσπάσματα της εισαγωγής, του έργου του István Mészáros (Ιστβάν Μεσάρος), «Πέρα από το κεφάλαιο», που (προ)δημοσιεύουμε σήμερα, αποτελούν μια περιδιάβαση του ίδιου του συγγραφέα στα ζητήματα που πραγματεύεται στα τέσσερα μέρη του βιβλίου. Δίνουν έτσι στον αναγνώστη μια εικόνα, του σημαντικού, και μεγάλης ευρύτητας εγχειρήματος να διερευνηθεί η δυνατότητα για «μια θεωρία μετάβασης», όπως είναι και ο υπότιτλος της έκδοσης. Το δίτομο, στην ελληνική έκδοση, έργο αναμένεται να κυκλοφορήσει το πρώτο 10ήμερο του Φεβρουαρίου, από τις εκδόσεις Α/συνεχεια. Όπως αναφέρουν οι εκδότες, στο σχετικό δελτίο Τύπου: «30 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, το magnum opus του Ούγγρου στοχαστή ‒ένα έργο σταθμός για την κριτική της καπιταλιστικής δομής και των ιστορικών ορίων του κεφαλαίου‒ γίνεται προσβάσιμο στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, σε μια συγκυρία όπου η ανάγκη για ριζική θεωρητική και πολιτική σκέψη είναι πιο επιτακτική από ποτέ.

Το “Πέρα από το Κεφάλαιο” δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη συμβολή στη μαρξιστική βιβλιογραφία. Συνιστά μία από τις πιο σοβαρές και συστηματικές προσπάθειες κατανόησης και κριτικής του συνόλου των μεγάλων προβλημάτων που έθεσαν στη θεωρία και στη σκέψη η ανάδυση του εργατικού κινήματος τον 20ό αιώνα, οι ελπιδοφόρες επαναστάσεις και οι δραματικές τους ήττες. Με οξυδερκή και αδιάλλακτη κριτική ματιά, το βιβλίο αυτό προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για τον κριτικό απεγκλωβισμό από σχήματα του παρελθόντος και ανοίγει δρόμους για να σκεφτούμε τον 21ο αιώνα από τη σκοπιά νέων χειραφετητικών εγχειρημάτων.»

Ο τίτλος του παρόντος έργου –Πέρα από το Κεφάλαιο– πρέπει να γίνει κατανοητός με τρεις έννοιες:

  1. Το κεντρικό νόημα της έκφρασης «πέρα από το κεφάλαιο», όπως ήταν και η πρόθεση του ίδιου του Marx, όταν ανέλαβε τη μνημειώδη αποστολή της συγγραφής του
  1. Πέρα από την εκδομένη εκδοχή του Κεφαλαίου του Marx, συμπεριλαμβανομένων και των μεταθανάτια τυπωμένων δεύτερου και τρίτου τόμου όπως και των Grundrisse και των Θεωριών για την Υπεραξία. Διότι, το όλο εγχείρημα στο οποίο ο Marx αφιέρωσε τη ζωή του παρέμεινε όχι απλά ημιτελές, αλλά […] έφτασε μέχρι την ολοκλήρωση μόνο των πρώτων σταδίων του και, επομένως, δεν μπορούσε να αποτυπώσει επαρκώς τις καταγεγραμμένες του προθέσεις.
  2. Πέρα από το ίδιο το μαρξικό εγχείρημα, όπως μπορούσε να διαρθρωθεί υπό τις συνθήκες της παγκόσμιας ανόδου της εμπορευματικής κοινωνίας στον 19ο αιώνα, όταν οι δυνατότητες προσαρμογής του κεφαλαίου ως ενός «υβριδικού» συστήματος ελέγχου –που έγιναν πλήρως ορατές μόνο στον 20ό αιώνα– ήταν ακόμα κρυμμένες από τη θεωρητική εξέταση. […]

ΤΟ ΠΡΩΤΟ Μέρος –Στη Σκιά της Αδυναμίας Ελέγχου– εστιάζει στους ζωτικούς λόγους για να πάμε πέρα από το κεφάλαιο και στην αναπόφευκτη αναγκαιότητα να το καταφέρουμε για χάρη της επιβίωσης του ανθρώπου. Ως αφετηριακό σημείο, η εγελιανή εξιδανίκευση του «καθολικού μόνιμου κεφαλαίου» αντιπαραβάλλεται με την πραγματική ολοκλήρωση της ιστορικής ανόδου του κεφαλαίου, που παίρνει τη μορφή ενός όχι μόνο ανεξέλεγκτου αλλά και εντελώς καταστροφικού και αυτοκαταστροφικού παγκόσμιου συστήματος. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της Κοινωνικής Μεταβολικής Αναπαραγωγής υπό την Κεφαλαιακή Τάξη Πραγμάτων, που προμηνύει από την αρχή την αδυναμία ελέγχου του, συζητιούνται στο Κεφάλαιο 2. Αυτό ακολουθείται από το Κεφάλαιο 3, με μια ανάλυση των κυριότερων θεωριών που είναι αφιερωμένες στο να βρουν Λύσεις στην Αδυναμία Ελέγχου του Κεφαλαίου από τη Σκοπιά του Κεφαλαίου. Τα κεφάλαια 4 και 5 θέτουν το σημαντικό ζήτημα των ορίων, εκκινώντας από τον τρόπο με τον οποίο η αιτιότητα και ο χρόνος αντιμετωπίζονται σε αυτό το σύστημα, και ακολουθούνται από λεπτομερή αποτίμηση του Φαύλου Κύκλου των Δευτεροβάθμιων Διαμεσολαβήσεων του Κεφαλαίου (όπως επίσης και από την κριτική των απολογητών του, όπως ο Hayek), και καταλήγουν με μια ανάλυση των Σχετικών και Απόλυτων Ορίων του Συστήματος του Κεφαλαίου ως ενός μοναδικού –και εξαιρετικού στην ανθρώπινη ιστορία– τρόπου μεταβολικής αναπαραγωγής της κοινωνίας. Έπειτα, στο Κεφάλαιο 5, επιλέγονται τέσσερα θέματα ιδιαίτερης σημασίας, όπου καθένα από αυτά αποτελεί το κεντρικό σημείο κάποιας μεγάλης αντίφασης: (1) ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο διεθνώς αυτοεπιβαλλόμενο διεθνικό κεφάλαιο και στα εθνικά κράτη παραμένει ασυμβίβαστος, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των προσωποποιήσεων του κεφαλαίου στο πολιτικό πεδίο να κάνουν αποδεκτή την πίεση για «παγκοσμιοποίηση» υπό την ηγεμονία μιας χούφτας «παγκόσμιων παικτών»· (2) η καταστροφική επίπτωση των παραγωγικών πρακτικών των «ανεπτυγμένων» χωρών στο περιβάλλον, που τείνει προς την ολοκληρωτική καταστροφή των πιο βασικών συνθηκών της κοινωνικής μεταβολικής αναπαραγωγής· (3) η ολική ανικανότητα του συστήματος του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει την ασυγκράτητη πρόκληση της απελευθέρωσης της γυναίκας, της ουσιαστικής ισότητας, αποκαλύπτοντας επομένως την κενότητα του παραδοσιακού τρόπου αντιμετώπισης του προβλήματος της ανισότητας μέσω ανούσιων τυπικών/νομικών παραχωρήσεων και υπό την υποκριτική ρητορική των «ίσων ευκαιριών»· και (4) ο καρκίνος της χρόνιας ανεργίας, που μαστίζει το κοινωνικό σώμα ακόμα και στις καπιταλιστικά πιο ανεπτυγμένες χώρες […].

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Μέρος αφορά την Ιστορική Κληρονομιά της Σοσιαλιστικής Κριτικής. Εδώ ο τρόπος προσέγγισης δεν είναι μια άμεση ιστορική αποτίμηση της σοσιαλιστικής θεωρητικής κληρονομιάς. Διότι τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι σοσιαλιστές σήμερα δεν προκύπτουν από γενικές θεωρητικές και πολιτικές ανησυχίες. Έχουν ξεσπάσει από την επίπονη ιστορική εμπειρία […] σε σχέση με την οποία προσδιορίζουν τις εντελώς διαφορετικές, ακόμα και αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις τους, όλοι όσοι υποστήριξαν τη θέσμιση μιας βιώσιμης σοσιαλιστικής εναλλακτικής από την κυριαρχία του κεφαλαίου. Με αυτή την έννοια, στο πλαίσιο των πραγματικών κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων που στιγματίστηκαν από τη δραματική κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος, σήμερα είναι αδύνατο να σκεφτούμε τις μελλοντικές προοπτικές του σοσιαλισμού χωρίς μια ριζική κριτική επαναξιολόγηση της σχετικής ιστορικής εμπειρίας. Αυτός είναι ο λόγος που το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι ο τρόπος με τον οποίο το σοσιαλιστικό κίνημα, που ιδρύθηκε από τους Marx και Engels, παρήγαγε ένα νέο ιστορικό ορόσημο με το ξέσπασμα και την προσωρινή επιβίωση της Ρωσικής Επανάστασης. Αυτή αναπόφευκτα επαναπροσδιόρισε, με απτούς πρακτικούς όρους, την αρχική προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Ως αποτέλεσμα, η προηγούμενη θεωρητική και πολιτική άρνηση του καπιταλισμού έπρεπε να συμπληρωθεί με τη βιωσιμότητα της μετεπαναστατικής τάξης πραγμάτων με θετικούς κοινωνικοοικονομικούς όρους. Αλλά, πριν ακόμα γίνουν τα πρώτα μεγάλα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, η Ρωσική Eπανάσταση απέκτησε […] τον χαρακτήρα προτύπου, παρά τους τεράστιους κοινωνικοϊστορικούς περιορισμούς της παρούσας κατάστασης. […] Για να επαναξιολογηθούν αυτά τα προβλήματα στη σωστή ιστορική τους προοπτική, στα Κεφάλαια 6-10 –που αναμετριούνται με την Πρόκληση των Υλικών και Θεσμικών Διαμεσολαβήσεων στην Τροχιά της Ρωσικής Επανάστασης– αναλύεται το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση του Lukács ως αντιπροσωπευτικό θεωρητικό έργο που συλλήφθηκε ανταποκρινόμενο στην Οκτωβριανή Επανάσταση: ένα έργο που προσέφερε, με οξυμένους όρους αναφοράς, αρκετά ιδεατές προοπτικές ανάπτυξης του σοσιαλιστικού κινήματος συνολικά. […] Το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση παρείχε μια εντυπωσιακή φιλοσοφική γενίκευση των ιστορικών επιτευγμάτων του Οκτώβρη του 1917 και μετέτρεψε σε θετικά πλεονεκτήματα τις μνημειώδεις δυσκολίες με τις οποίες έπρεπε να αναμετρηθεί η «επανάσταση στον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας». […] Επίσης, εν μέσω της βαθιάς διανοητικής κρίσης που προκλήθηκε από τη λαίλαπα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και του κοινωνικά εκρηκτικού απόηχού του, το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση επιχείρησε να γεφυρώσει την εγελιανή εννοιολόγηση του παγκόσμιου συστήματος του κεφαλαίου με τη σοσιαλιστική οπτική του Marx, προς όφελος όλων αυτών των διανοούμενων, που ήταν πρόθυμοι να αναγνωρίσουν την ίδια την κρίση αλλά δεν μπορούσαν να απαντήσουν με θετικούς όρους στις μαρξικές διαγνώσεις και λύσεις. […]

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ μισό του Δεύτερου Μέρους αντιμετωπίζει τα προβλήματα της Ριζικής Ρήξης και της Μετάβασης στο Μαρξικό Κληροδότημα. […] Λαμβάνονται υπόψη οι μεγάλες δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν από κάθε απόπειρα διαμόρφωσης μιας σοσιαλιστικής θεωρίας μετάβασης. Αυτό γίνεται πηγαίνοντας πίσω, στις αρχές του σοσιαλιστικού κινήματος, και εξετάζοντας λεπτομερώς την οπτική του Marx υπό το φως των μετέπειτα ιστορικών εξελίξεων. Μετά την πραγμάτευση του τρόπου με τον οποίο η μαρξική θεωρία κατανοήθηκε και επηρεάστηκε άμεσα ή έμμεσα από τα αντικείμενα της άρνησης –ειδικά από τη φιλελεύθερη θεωρία και από την εγελιανή οπτική της κοσμοϊστορικής ανάπτυξης–, στα Κεφάλαια 11-13 ανιχνεύεται η πραγματική απόκριση της αστικής τάξης στο αναδυόμενο διεθνές εργατικό κίνημα, αναλύοντας την ικανότητα του κεφαλαίου να προσαρμόζει τον τρόπο ελέγχου του στις μεταβαλλόμενες κοινωνικοϊστορικές συνθήκες. Τα προβλήματα του κράτους αναδύονται, αφού η προσωρινά βιώσιμη μετάθεση των εγγενών αντιφάσεων του συστήματος του κεφαλαίου συνοδεύεται από μια θεμελιώδη μεταβολή από τον «laissez-faire» καπιταλισμό σε όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από την άμεση κρατική παρέμβαση στα οικονομικά ζητήματα […]. Οι αναπόφευκτες θεωρητικές δυσκολίες του Marx […] εξηγούνται στο πλαίσιο αυτών των ιστορικών μετασχηματισμών, που αφορούν τόσο την κατεύθυνση που είχε πάρει το εργατικό κίνημα ως μαζικό κίνημα […] όσο και τις δυναμικές πιθανότητες επέκτασης που ανοίχτηκαν για το κεφάλαιο από τη νέα ιμπεριαλιστική φάση ανάπτυξης, σε σύμπνοια με την ακόμα όχι εξαντλημένη «παγκόσμια άνοδο» του συστήματος.

ΤΟ ΤΡΙΤΟ Μέρος –Δομική Κρίση του Συστήματος του Κεφαλαίου– εκκινεί από το λυπηρό

γεγονός ότι όλες οι τρεις κύριες μορφές ανάπτυξης του 20ού αιώνα –συσσώρευση και επέκταση του μονοπωλιακού ιδιωτικού κεφαλαίου, «εκσυγχρονισμός του Τρίτου Κόσμου» και σοβιετικού τύπου «σχεδιασμένη οικονομία»– απέτυχαν παταγωδώς να πραγματοποιήσουν τις υποσχέσεις τους. Πενήντα χρόνια «εκσυγχρονισμού» άφησαν τον «Τρίτο Κόσμο» σε χειρότερη κατάσταση από ποτέ· το σοβιετικό σύστημα υπέστη μια δραματική κατάρρευση, χωρίς καμία προοπτική σταθεροποίησης με την είσοδο στη λέσχη του «ανεπτυγμένου Καπιταλισμού» […]. Αφού πλέον η κυριαρχία του δυτικού «ανεπτυγμένου καπιταλισμού» είναι κατακλυσμιαία, τα εγγενή όρια της οικονομικά ρυθμιζόμενης απόσπασης υπεραξίας, που ασκούσε αυτό το σύστημα, είναι κρίσιμης σημασίας αναφορικά με τις μελλοντικές εξελίξεις της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Ως διέξοδος από τις εντεινόμενες αντιφάσεις, το φθίνον ποσοστό χρησιμοποίησης υπό τον «ανεπτυγμένο καπιταλισμό» αποκαλύπτει την περιορισμένη βιωσιμότητα και την απόλυτη αστάθειά του, ακόμα κι όταν ατελείωτοι κρατικοί πόροι χρησιμοποιούνται στην υπηρεσία του στρατιωτικού/βιομηχανικού συμπλέγματος. Διότι τείνει να ενεργοποιεί ένα από τα ανυπέρβλητα δομικά όρια του συστήματος του κεφαλαίου: την καταστροφή των μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που επιφέρει το κυνήγι του κέρδους. […] Κάτω από τις νέες ιστορικές συνθήκες, ακόμα και οι κρίσεις εκτυλίσσονται με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο. Τον καιρό της ιστορικής ανόδου του κεφαλαίου, οι κρίσεις ξεσπούσαν με τη μορφή «μεγάλων καταιγίδων» (Marx), ακολουθούμενες από σχετικά μακρές φάσεις επέκτασης. Το νέο μοτίβο, με το τέλος της εποχής της ιστορικής ανόδου του κεφαλαίου, είναι η αυξανόμενη συχνότητα φάσεων ύφεσης, που τείνουν προς ένα υφεσιακό συνεχές. […]

ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ 17-20 ασχολούνται με τις δομικές παραμέτρους του κεφαλαίου υπό το φως των ιστορικών μετασχηματισμών του 20ού αιώνα, αντιπαραθέτοντάς τες στα ιδρυτικά χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής εναλλακτικής. Επίσης εξετάζονται οι λόγοι της καταστροφικής αποτυχίας του συστήματος σοβιετικού τύπου, μαζί με όλες τις προσπάθειες μεταρρύθμισής του, συμπεριλαμβανομένης και της λεγόμενης «περεστρόικα» του ΓκορΜπατσόφ […]. Η συνεχιζόμενη κυριαρχία του κεφαλαίου στο σύστημα σοβιετικού τύπου, κάτω από πολύ διαφορετική πολιτικά μορφή, αναγνωρίζεται πρωτίστως ως υπαίτια για αυτές τις αποτυχίες. Οι μετεπαναστατικές εξελίξεις, που παγιώθηκαν από τον Στάλιν, ακολούθησαν τη γραμμή ήσσονος αντίστασης σε σχέση με τις κληρονομημένες κοινωνικοοικονομικές δομές, επομένως παρέμειναν παγιδευμένες μέσα στα όρια του συστήματος του κεφαλαίου. […] Η θετική εναλλακτική […] παρέχεται από τις καθοδηγητικές αρχές του σοσιαλιστικού κοινοτικού συστήματος παραγωγής και κατανάλωσης. Προσανατολισμένη προς την ποιότητα ρύθμιση του προτσές εργασίας από τους συνεταιρισμένους παραγωγούς, αντί για την πολιτική ή οικονομική επιβολή προκαθορισμένων και μηχανικά ποσοτικοποιημένων παραγωγικών και καταναλωτικών στόχων· θέσμιση της σοσιαλιστικής λογιστικής και γνήσιος σχεδιασμός από τα κάτω, αντί για φανταστικά ψευδο-πλάνα που επιβάλλονται στην κοινωνία από τα πάνω, που είναι καταδικασμένα να μείνουν απραγματοποίητα λόγω του ανυπέρβλητα συγκρουσιακού χαρακτήρα τέτοιων συστημάτων· διαμεσολάβηση των μελών της κοινωνίας μέσω της σχεδιασμένης ανταλλαγής δραστηριοτήτων, αντί για τη συγκρουσιακή πολιτική διεύθυνση και διανομή τόσο της εργατικής δύναμης όσο και των αγαθών στο σοβιετικού τύπου μετακαπιταλιστικό σύστημα του κεφαλαίου, ή τη φετιχιστική ανταλλαγή εμπορευμάτων υπό τον καπιταλισμό· κινητοποίηση των παραγωγών μέσω ενός αυτοπροσδιοριζόμενου συστήματος υλικών και ηθικών κινήτρων, αντί για την κυριάρχησή τους μέσω βίαια επιβαλλόμενων σταχανοβίτικων κανονισμών ή μέσω της τυραννίας της αγοράς· παροχή νοήματος και προοπτικής στην εθελούσια ανάληψη ευθύνης από τα μέλη της κοινωνίας μέσω της λήψης αποφάσεων, αντί για τη θεσμοποιημένη ανευθυνότητα που χαρακτηρίζει και φθείρει όλες τις εκδοχές του συστήματος του κεφαλαίου: αυτές είναι οι κύριες λειτουργικές αρχές της σοσιαλιστικής εναλλακτικής. Η ανάγκη για την εφαρμογή τους δεν προκύπτει από αφηρημένες θεωρητικές ανησυχίες αλλά από την όλο και πιο βαθιά δομική κρίση του παγκόσμιου κεφαλαιακού συστήματος.

ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ Μέρος περιέχει έξι κείμενα, [τα οποία] γράφτηκαν την ίδια περίοδο με το υπόλοιπο Πέρα από το Κεφάλαιο, αλλά πριν τη θορυβώδη κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος. Οι λόγοι της συμπερίληψής τους στην παρούσα μελέτη είναι δύο: Πρώτον, για να ενσωματώσω περισσότερο σχετικό υλικό και να αποφύγω την αχρείαστη επανάληψη. Και, δεύτερον, ώστε να δείξω ότι η αντιπαράθεση με τις αντιφάσεις και την αναγκαία αποτυχία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν σημαίνει απαραίτητα και εγκατάλειψη της σοσιαλιστικής προοπτικής.


Προπαραγγελία

Το δίτομο αυτό έργο είναι διαθέσιμο για προπαραγγελία (με έκπτωση 30%, η τελική τιμή είναι της προπαραγγελίας είναι 42 ευρώ) από το ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων: (www.asynechia.gr), και η κυκλοφορία του στα βιβλιοπωλεία αναμένεται το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 2026.

Πληροφορίες

Τόμοι: 2
Συγγραφέας: Istvan Meszaros
Μετάφραση: Αλέξης Θεοδωρίδης, Σπύρος Τσούγκος, Κώστας Δημητριάδης
Σελίδες: 1.338
Διαστάσεις: 17 x 24 εκ.
Τιμή: 60 ευρώ (προπαραγγελία 42 ευρώ)

Σύντομο βιογραφικό

 Ο István Mészáros (1930-2017) γεννήθηκε στη Βουδαπέστη. Μεγάλωσε με τη μητέρα του και τη γιαγιά του σε πολύ φτωχές συνθήκες και ξεκίνησε να εργάζεται σε εργοστάσιο από την ηλικία των 12, κάτι που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα διαμόρφωσή του. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε σε επαφή με το έργο του Marx και του Lukács, κάτι που τον οδήγησε, το 1949 υπό συνθήκες Λαϊκής Δημοκρατίας στην Ουγγαρία, να μπει στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Εκεί ενεπλάκη με τη λεγόμενη «Σχολή της Βουδαπέστης», έναν κύκλο Ούγγρων φιλοσόφων που υπήρξαν μαθητές ή υπό την επιρροή του Lukács. Μετά τη Σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία το 1956 μετακόμισε στην Ιταλία και έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο. Το 1959 μετακόμισε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του St. Andrews (1961–1966) και στο Πανεπιστήμιο του Sussex (1966-1995).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!