Αρχική αρχείο στηλών πόλεων ψυχές και μνήμες Η Αίγινα του Γιάννη Στεφανάκι

Η Αίγινα του Γιάννη Στεφανάκι

Όνειρο ιστορικής μνήμης

 

Νησί του φωτός το ονομάζουν, καθώς και τόπο των καλλιτεχνών. Αλλά και Αίγινα του φιστικιού. Για άλλους ελκυστικός προορισμός και προάστιο της Αθήνας, όπου τον Αύγουστο βουλιάζει από κόσμο, δίνοντας ξέχωρη ζωή στο νησί, αλλά γίνεται και αιτία στέρησης του νησιού από το νερό, λόγω της αβουλίας της πολιτείας να δώσει λύση σε ένα χρονίζον πρόβλημα, διαφυλάσσοντας, έτσι, τα συμφέροντα των ολίγων.

Αίγινα 1826. Πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας. Στο πηδάλιο της κυβέρνησης ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο μέγιστος όλων του νεότερου Ελληνισμού. Οι Αγγλογάλλοι όμως τον τιμώρησαν. Επειδή, άραγε, δεν δεχόταν μισθό ως πρωθυπουργός; Αντιθέτως, μάλιστα, διέθεσε όλη του την περιουσία για την επανίδρυση του διαλυμένου κράτους. Όπως και να ’χει, όπλισαν τους Μαυρομιχαλέους, οι οποίοι τον δολοφόνησαν έξω από την εκκλησία του Ναυπλίου. Είχε προλάβει όμως να κάνει πολλά, κι ονειρευόταν μια διαφορετική Ελλάδα. Ένα από τα μεγάλα έργα του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν το Ορφανοτροφείο, το οποίο χτίστηκε για την προστασία των ορφανών παιδιών του πολέμου. Την χρονιά των εγκαινίων, το 1829, υπολογίζεται πως πάνω από 500 παιδιά μάθαιναν γλώσσα αλλά και διάφορες τέχνες. (τυπογραφία, ξυλουργική, ραπτική, υποδηματοποιία, τορνευτική, σιδηρουργική και ωρολογοποιία. Με διευθυντή τον Κερκυραίο λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη, εκεί στεγάστηκαν: η Βιβλιοθήκη, το πρώτο τυπογραφείο, το πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο, η πρώτη Ορυκτολογική Συλλογή της χώρας. Το 1934 έκλεισε. Για τρία χρόνια εγκαταστάθηκε η Σχολή Ευελπίδων. Το 1841 γίνεται λοιμοκαθαρτήριο. Το 1860 μετατρέπεται σε φρενοκομείο και το 1880 μετατρέπεται σε φυλακές! Στις περίφημες και τρομακτικού μεγέθους φυλακές της Αίγινας.

Πρωί ήταν, όταν είχα περάσει έξω ψάχνοντας για ένα μαγαζί με υδραυλικά. Πάνε χρόνια τώρα. Έκτοτε, κάθε φορά που κατεβαίνω στο νησί περνάω και στέκομαι να χαζεύω τον πέτρινο όγκο, προσπαθώντας να φαντασθώ τους εσωτερικούς χώρους που παραμένουν κλειστοί, κάτι ψελλίζουν κατά καιρούς, μουσείο πως θα γίνουν και χώροι πολιτισμού τα κελιά που κατά καιρούς φιλοξένησαν πολιτικούς αλλά και ποινικούς κρατουμένους.

Αυτή ίσως η εμμονή μου με ακολούθησε στο βαθύ μου ύπνο και σ’ ένα όνειρο ιστορικής μνήμης. Όνειρο από εκείνα που βλέπεις συνήθως τις μεσημβρινές ώρες και που καθώς λένε αναφέρονται σε γεγονότα που ήδη έχουν γίνει. Τα κρατητήρια της Μεσογείων, κατά ένα περίεργο τρόπο, είχαν μεταφερθεί στην Αίγινα κι εγώ στην απομόνωση. 1972 χούντα. Φυλακές, εξορίες και φόβος για μια μεγάλη μερίδα των ελεύθερων πολιτών αυτής της χώρας, αλλά και αντίσταση, απείθεια στα σχέδια των συνταγματαρχών. Μου πήρε ώρα να συνέλθω. Μικρό το κελί, περιορισμένος ο χώρος, ο αέρας, η ζωή. Άρχισα να στήνω όρθια τα κέρματα που είχα μαζί μου, για να περνάει η ώρα. Δεν έτρωγα, ακόμα κι αυτά που από έξω μου έφερναν. Κάθε τόσο άνοιγε το παραθυράκι ένας μπάτσος για να μου πει: «Μαλάκα, ποιος νομίζεις ότι είσαι; καταστράφηκες. Κατέστρεψες την οικογένειά σου. Δεν θα πέσουν. Κι αν συμβεί, τον Καραμανλή έχουν έτοιμο». Η δε γυναίκα που ερχόταν να καθαρίσει τον χώρο, στο ίδιο μοτίβο καθημερνά: «Μαύρε, ακόμα εδώ είσαι;». Δεν είχα ζητήσει βιβλία, δεν ήξερα, έτσι άρχισα να διαβάζω τους τοίχους, τα συνθήματα, τα χαράγματα, τις ημερομηνίες και τα ονόματα, τους στίχους και ξανά από την αρχή.

Το πρώτο εν Ελλάδι και εν Αιγίνη επί Καποδιστρίου τυπογραφείον

Ώσπου ένα πρωί με μεταφέρουν σε ένα μεγάλο θάλαμο με άλλους συγκρατούμενους, αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο μέσα από ένα σκαμμένο τούνελ. Εκεί πιάνω μια γωνιά και κουρνιάζω σαν φοβισμένο πουλί. Με πλησίασε ένας ψηλός γελαστός άνθρωπος. «Περικλής Κοροβέσης», μου λέει και μου δίνει το χέρι του. «Έφαγες;», με ρωτάει. «Όχι», του λέω. «Δεν μπορώ». Α, μου λέει, «πρέπει να αγαπάς το κελί σου, να τρως το φαΐ σου και να διαβάζεις πολύ». Όλα μπερδεμένα στο μυαλό μου. «Θα βλέπω όνειρο», σκέπτομαι. «Αυτά κάπου τα έχω διαβάσει». Σκέφτηκα να ακολουθήσω τις συμβουλές του ψηλού. Έτσι βυθίστηκα στο διάβασμα και έφαγα όλο το φαγητό μου, που δεν είχα φάει τις προηγούμενες ημέρες. Εδώ το κελί ήταν μεγάλο. Οι τοίχοι ανοικτά βιβλία, με μεγάλη ιστορική μνήμη. Δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ για να δω χαραγμένους τους παρακάτω στίχους:

«…Τώρα πια δεν είμαστε οι ανήμποροι και αδύναμοι/ κι ούτε ένα σφίξιμο κανείς δε νιώθει στην καρδιά του./ Γυρτός κανείς, δειλός κανείς, μονάχα ψηλομέτωποι/ αγέρωχοι ανοίγουμε τα κάστρα του θανάτου/… Κι αφού στη φλόγα λυώσαμε κι όλοι μας σβύσαν οι καϋμοί/ να, με τον ίδιο θάνατο, το θάνατο πατάμε».

Και κάτω δεξιά τα αρχικά Κ.Γ. και παραδίπλα με κεφαλαία Φυλακές Αίγινας. Εδώ ήταν κάποτε σχολείο.

«Κώστας Γιαννόπουλος», μου λέει κάποιος που με είδε να διαβάζω. «Ο ένας από τους 36 εκτελεσθέντες κομμουνιστές του 1948. Ποίημα βραβευμένο σε διεθνή διαγωνισμό».

Άρχισα να εξερευνώ να χαϊδεύω να σκάβω με τα νύχια μου τους ματωμένους τοίχους και να διαβάζω ονόματα όπως: Αντύπας, Άρης Βελουχιώτης, Φλωράκης, Λουλές, Αμπατιέλος, Μανώλης Γλέζος, Γιώτας, Παναγούλης… ονόματα βαριά που έχουν γράψει την Ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους, από τη σύστασή του μέχρι και τη χούντα. Βασανιστήρια και εκτελέσεις σκεπτόμουν στον ίδιο χώρο που κάποτε τα παιδιά μάθαιναν αρχαία ελληνικά. «Όπου κλείνει ένα σχολείο ανοίγει μια φυλακή».

Ένα κύμα θάλασσας μπήκε στο κελί. Είναι κοντά η παραλία… σκέφτηκα.

1938, η απόδραση των 8. Με κόκκινο και μαύρο χρώμα στον απέναντι τοίχο, κάτω από τον ασβέστη, με έκανε να ψάχνομαι στον ύπνο μου και φαίνεται πως κοπάνησα το χέρι μου στον ξύλινο καναπέ. Σκεπτόμουν πως όχι μόνο έσκαβαν για την απόδρασή τους, αλλά παράλληλα την έφερναν στο φως την κοινοποιούσαν άφοβα, αγνοώντας τους κανόνες συνωμοσίας. Είχα μπερδευτεί. Καλοκαίρι βλέπεις και ο ήχος των τζιτζικιών χαλούσε το όνειρο.

Με είχαν παρασύρει τα χαράγματα και οι ζωγραφιές που ανακάλυπτα, που δεν κατάλαβα το πηγαδάκι που είχαν κάνει οι συγκρατούμενοί μου γύρω από τον Βασίλη Ραφαηλίδη, ο οποίος με πάθος μιλούσε για Μαρξ και Φρόιντ, για κλασική μουσική και κινηματογράφο, αναλύοντας το Θωρηκτό Ποτέμκιν. «Σχολείο», σκεπτόμουν και άρχισα να χαίρομαι σαν μικρό παιδί. Ξέχασα για λίγο την υπόσχεση στη μητέρα μου: «Δεν θα αργήσω», όταν έφυγα για την Ασφάλεια και ευχόμουν να μην τελειώσει το ταξίδι.

Ο Ραφαηλίδης, σκέπτομαι. Μα καλά αυτός μου έκανε μάθημα, λέγοντάς μου να ακούω το Άξιον Εστί… μεγάλο έργο, μου έλεγε, του μεγάλου Μίκη. Ήταν πριν ή μετά την Ασφάλεια της Μεσογείων. Κι εδώ πώς;

Μέχρι που απότομα ξύπνησα, πέφτοντας από το στενό καναπέ και βγαίνοντας από τον εφιάλτη του ονείρου.

Αμέσως πήρα το παπί κι άρχισα να ανασαίνω τον φρέσκο αέρα της θάλασσας και του πεύκου. Πέρασα από το σπίτι του Νίκου Καζαντζάκη. Τον είδα να κατεβαίνει με ανεμόσκαλα από το δωμάτιό του για να συναντήσει τον Σικελιανό. Πήγα στο μουσείο-εργαστήριο του Καπράλου, όπου έφυγα, μη θέλοντας να διακόψω τη συνομιλία που είχε με τον Σαχτούρη. Στο λιμάνι, φτάνοντας, είδα τον Μόραλη να πίνει καφέ με τον Νικολάου. Πήγα στο σπίτι της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Την είδα να απαγγέλει δυνατά στίχους του Δάντη… Ήθελα να δω αν ήταν όνειρο αυτό που ζούσα.

Το σίγουρο, πάντως, είναι πως ώρες έπινα καφέ και καβγάδιζα-κουβέντιαζα περί παντός του επιστητού, μεγαλοφώνως, με τον Νίκο Κασκούρα, με θέα το Αγκίστρι.

Σχόλια

Exit mobile version