της Βούλας Τούντα*

Θα περίμενε κανείς, στα απόνερα του μεγαλύτερου λοκντάουν στην Ευρώπη και από τα μεγαλύτερα παγκοσμίως, η χρονιά που μας πέρασε στα σχολεία να είναι αφιερωμένη:

  • Στην αποκατάσταση των τραυμάτων που άφησε ο μακρόχρονος εγκλεισμός. Για πολλά παιδιά, οι οικογενειακές συνθήκες δεν ήταν ιδεατές. Βίωσαν φόβο, εντάσεις, οικονομικές δυσκολίες, ενίοτε βία, περιορισμούς, πολύωρη ως και πολυήμερη παραμονή στο σπίτι, μακρόχρονη και επιβλαβή έκθεση στις οθόνες. Οι συνέπειες έγιναν ορατές άμεσα: Προβλήματα συμπεριφοράς με κύρια χαρακτηριστικά: βία, θλίψη, φοβίες αλλά και αύξηση σωματικού βάρους κ.λπ.
  • Στην αποκατάσταση των μαθησιακών κενών που άφησε στους μαθητές η τηλεκπαίδευση, η οποία, σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τη δια ζώσης εκπαίδευση και επιπλέον δεν ήταν προσβάσιμη σε όλους τους μαθητές, για διάφορους λόγους: Έλλειψη εξοπλισμού κατά κύριο λόγο (οι περισσότεροι έκαναν χρήση κινητού, καθώς στην οικογένεια υπήρχε συνήθως ένας υπολογιστής και ζήτηση για περισσότερα από ένα άτομα), γονείς που δεν ήταν εξοικειωμένοι με την τεχνολογία, περιοχές χωρίς internet και πρωτίστως, οι προβληματικές πλατφόρμες του υπουργείου.

Χρειαζόταν λοιπόν χρόνος, μείωση και όχι αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, μείωση της διδακτέας ύλης, ένα πιο φιλικό και ήπιο περιβάλλον για τα παιδιά, προκειμένου να ενταχθούν ομαλά στην ασυνήθιστη και πρωτόγνωρη αυτή συνθήκη. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι μαθητές που φοιτούν στην α΄ και β΄ δημοτικού δεν έχουν δει, ίσως ποτέ, ολόκληρο το πρόσωπο της δασκάλας/ου τους. Για να μην αναφερθούμε στην τεράστια σημασία που έχει να παρακολουθούν, κυρίως οι μικροί μαθητές, το στόμα του δασκάλου, την έκφραση, την επιβράβευση που έρχεται μ’ ένα χαμόγελο, τη σωστή εκφορά των φωνημάτων. Και επιπλέον, πώς εξυπηρετείται, τελικά, ο στόχος της ολόπλευρης ανάπτυξης του μαθητή, όταν μαθήματα που αφορούν στις τέχνες, έχουν περικοπεί δραματικά στο αναλυτικό πρόγραμμα; Η μουσική είναι μονόωρο μάθημα, η θεατρική αγωγή διδάσκεται μόνο στις μικρές τάξεις. Αποθέωση, λοιπόν, της εντατικοποίησης σε μια χρονιά σαν αυτή.

ΑΝΤΙ, επομένως, να θεραπεύσουμε, όσο το δυνατόν, τα παραπάνω, το υπουργείο έκρινε ότι αυτή ήταν η κατάλληλη χρονιά για την εφαρμογή του δόγματος του σοκ στην εκπαίδευση. Απ’ την πρώτη στιγμή μας έριξαν σ’ έναν κυκεώνα αλλοπρόσαλλων μέτρων. Μέτρα πειθάρχησης και όχι πρόληψης. Να μιλήσει κανείς για την κορωνίδα των μέτρων κατά του κορωνοϊού, τα ορθάνοιχτα παράθυρα στη διάρκεια ενός σκληρού χειμώνα; Τα πρωτόκολλα που άλλαζαν διαρκώς; Τα διαλείμματα σε δυο βάρδιες; Την απαγόρευση των εκδρομών, επισκέψεων, σχολικών εορτών μέχρι πρότινος, έτσι που οι μαθητές να παρουσιάζουν πλέον συμπτώματα ιδρυματισμού; Μέτρα, σε λάθος κατεύθυνση, που δυσκόλεψαν πολύ τη λειτουργία των σχολείων και εξουθένωσαν μαθητές και προσωπικό.

Με τους διαρκείς περιορισμούς, απαγορεύσεις και τον καταιγισμό υπουργικών αποφάσεων, για τις οποίες δεν προλάβαινες καν να ενημερωθείς, επιχειρήθηκαν βαθιές, αντιδραστικές και αποτυχημένες (όπου αλλού είχαν εφαρμοστεί) αλλαγές στην εκπαίδευση. Αλλαγές με ξεκάθαρο ταξικό πρόσημο.

Ο κατάπτυστος νόμος «Αξιολόγηση της σχολικής μονάδας», ως μοναδικό στόχο έχει την κατηγοριοποίηση των σχολείων, την απόσυρση της πολιτείας από τη χρηματοδότησή τους, την παράδοσή τους στους χορηγούς και στην ελεύθερη αγορά για να εξασφαλίσουν τα λειτουργικά τους έξοδα, το μαρασμό του σχολείου της γειτονιάς και τελικά την κατάργηση πολλών σχολικών μονάδων. Γιατί, αλήθεια, στο σχολείο της «αριστείας», στο σχολείο που οι μαθητές του θα πρέπει να φέρνουν υψηλές βαθμολογίες, πού χωράει το παιδί με τις μαθησιακές δυσκολίες, ο μετανάστης, το παιδί με ειδικές ανάγκες, το παιδί που προέρχεται από περιβάλλον με χαμηλό μορφωτικό και οικονομικό υπόβαθρο; Ίσως στο σχολείο που δεν έχει καμία χρηματοδότηση, σε συνθήκες γκέτο (όλο και σε κάποια ταινία θα το έχουμε δει αυτό. Και πάλι ωραιοποιημένο). Εδώ ακριβώς πρέπει να επισημανθεί και η πλάνη που σκοπίμως αφήνεται να πλανάται. Ότι δηλαδή οι γονείς θα διαλέγουν σχολείο για το παιδί τους. Προφανώς, ισχύει το αντίθετο. Το σχολείο διαλέγει, γιατί μόνο οι υψηλές επιδόσεις των μαθητών εξασφαλίζουν τη χρηματοδότησή του.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ σκέλος, που αφορά στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, με τον ευφάνταστο τίτλο «αξιολόγηση και ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών», δεν αφορά τίποτε άλλο, παρά ένα σατανικά περίπλοκο σύστημα ασφυκτικού ελέγχου και εποπτείας, με μέντορες, αξιολογητές και εποπτευόμενους όπου ο δάσκαλος μετατρέπεται σε φερέφωνο της εκάστοτε επίσημης πολιτικής «ιδεολογίας», ένας αδυσώπητος γραφιάς, που γράφει και συμπληρώνει ατελείωτα σε κουτάκια όσες παραμέτρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας δεν χωράνε σ’ αυτά γιατί δεν είναι ποσοτικά μετρήσιμες.

ΤΕΛΟΣ, εξετάσεις τύπου PISA επιφύλαξε το υπουργείο για τη λήξη της χρονιάς για τους μαθητές της στ΄ δημοτικού και γ΄ γυμνασίου. Πιλοτικά μόνο για φέτος, γενικευμένα από του χρόνου, με αποτελέσματα που δεν θα γνωστοποιούνται στους εξεταζόμενους, εγκαθιστούν κουλτούρα συνεχών εξετάσεων, από πολύ τρυφερή ηλικία, κατηγοριοποιούν τα σχολεία, επιβάλλουν κι άλλους «κόφτες».

Το ενθαρρυντικό, στον απολογισμό αυτής της χρονιάς, είναι ότι το εκπαιδευτικό κίνημα, με συντριπτική πλειοψηφία, αντιστάθηκε και αντιστέκεται σθεναρά στο σχέδιο κατεδάφισης του δημόσιου σχολείου. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της υπουργού να κηρυχτούν παράνομες και καταχρηστικές οι απεργίες μας. Σ’ αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, με όλες τις αντιξοότητες, την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση , οι εκπαιδευτικοί και όχι η Πολιτεία , για μια ακόμα φορά, κράτησαν όρθιο το δημόσιο σχολείο.

* Η Βούλα Τούντα είναι εκπαιδευτικός Π.Ε.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!