Στην εμπύρετη πόλη η γνώση θα εξαπατηθεί για άλλη μια φορά από την αίσθηση. Της Μαρίας Πετρίτση

Σάββατο πρωί και ο δρόμος μυρίζει καμένο λάστιχο και νέφτι. Το κέντρο της πόλης συνήθως μυρίζει τυρόπιτα, πίσσα και περιστερίλα – σε κάποιες κρυφές γωνιές μπορεί όμως και να πλανιέται η μυρωδιά ενός σπουδαίου έρωτα ή η κολώνια κάποιου ευγενούς περαστικού. Φυσικά, τίποτα δεν είναι σίγουρο ούτε οριστικό. Οι απόψεις μας για τον κόσμο είναι απατηλές. Βασίζονται σε μη έγκυρες γνώσεις. Οι γνώμες, οι εποχές και οι μυρωδιές αλλάζουν εν ριπή οφθαλμού κάτω από έναν καύσωνα που κάνει τους ανθρώπους να παραμιλούν και τα νεαρά σκυλάκια να λιποθυμούν γύρω από το άδειο σιντριβάνι.
Ένας άστεγος με βρόμικο κοστούμι, μαύρα μαλλιά και μούσια πουλάει την εφημερίδα του. Όταν κάποιος τον προσπερνά χωρίς να αγοράσει, εκείνος φτύνει πίσω του αναπηδώντας με οργή. Πνίγεται από αδικία. Όρθιος μπροστά σε μια μεγάλη ζαρντινιέρα που έχει γίνει διάσημη χάρη στις μαγικές της ιδιότητες να επιτίθεται στον κόσμο όταν θυμώνει, ένας υπάλληλος του δήμου ποτίζει κάτι ασθενικούς πανσέδες με μίσχους γυρτούς και άνθη άχρωμα λόγω ζέστης και ανυδρίας.
Μια εγκυμονούσα με οξυζεναρισμένα μαλλιά και ξεπλυμένο βλέμμα, αδύνατη και κάπως λυπηρή για απροσδιόριστους λόγους, ακουμπά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας και καπνίζει χαϊδεύοντας αφηρημένα τη φουσκωμένη της κοιλιά με έναν αναπτήρα Hondos. Μέσα στον αμνιακό του σάκο ένα αγέννητο αγόρι αποκτά ήδη τα πρώτα του αναπνευστικά και ψυχολογικά προβλήματα, ευτυχώς όμως ο πατέρας είναι πλούσιος και διαθέτει γνωριμίες στους ψυχιατρικούς και πνευμονολογικούς κύκλους. Η μόνη εκκρεμότητα παραμένει η αναγνώριση του παιδιού, όμως η μέλλουσα μητέρα έχει άλλα στο νου της. Η ζέστη έχει αρχίσει να την ενοχλεί αισθητά καθώς ο ντίλερ της είναι και πάλι ασυνεπής στο ραντεβού τους.
Στην είσοδο του μετρό μια ασπρομάλλα σε αναπηρικό καροτσάκι απλώνει ένα κυπελλάκι του καφέ στους επιβάτες που μπαινοβγαίνουν. Το χέρι της μοιάζει με γυμνό κλαρί αμυγδαλιάς καθώς τρεμοπαίζει το κύπελλο με τα λιγοστά κέρματα που έχει κερδίσει. Γύρω της έχει απλώσει δυο καρό κουβέρτες. Στην πρώτη αναπαύονται τρία αγνώστου ράτσας σκυλιά και στη δεύτερη ένα βρόμικο κουνέλι πίνει νερό μέσα από ένα τσίγκινο σκεύος. Είναι η οικογένειά της. Απέναντί της, ένας ταλαντούχος μουσικός παίζει ένα στακάτο βαλς στο ακορντεόν και ποζάρει πρόθυμα σε μια Γιαπωνέζα που τον φωτογραφίζει, χωρίς να τον ανταμείψει τελικά για την ωραία μουσική και για την υπομονή του. Δεν έχει καταλάβει ακόμα πως η υπερβολική υπομονή, όπως και η ενδοτικότητα είναι προαπαιτούμενα για πάσης φύσεως αδικίες.
Κάτω από τις κυλιόμενες γιγαντοαφίσες με τις διαφημιστικές υποσχέσεις μιας αστικής ευμάρειας οι κάδοι σκουπιδιών είναι ξέχειλοι και μυρίζουν πανώλη. Σύρριζα στον τοίχο κάποιος κάνει εμετό και γύρω του οι άνθρωποι αποστρέφουν το βλέμμα αηδιασμένοι. Ένα παιδί γλύφει αδιάφορα το παγωτό του παρατηρώντας τις ράγες από κοντά καθώς η μητέρα του μιλά στο κινητό της απορροφημένη.
Στα μεταλλικά κουτιά που στολίζουν την αποβάθρα οι δωρεάν εφημερίδες του μετρό λένε την αλήθεια για τον ποδοσφαιρικό αγώνα της προηγούμενης νύχτας που έληξε με σκορ 1-0 και ψέματα για την επικείμενη απενεργοποίηση ενός πυρηνικού αντιδραστήρα που παρουσιάζει διαρροή και ίσως προκαλέσει καρκινογενέσεις και περιβαλλοντικές καταστροφές σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Στο τελευταίο βαγόνι του συρμού οι άνθρωποι μοιάζουν με σαρδέλες. Χρησιμοποιημένες όλες οι αναπνοές. Ιδρωτίλα. Μια κοπέλα που μοιάζει με ποντίκι αποφεύγει να σηκώσει το βλέμμα της προς τη μεριά ενός νεαρού που μοιάζει με ντουλάπα και αρέσκεται να παίζει τη γάτα. Ένας υπέργηρος κρατιέται όσο πιο σφιχτά μπορεί από το χερούλι της πόρτας γιατί φοβάται την πτώση. Ένα μωρό κλαίει στο καροτσάκι του δοκιμάζοντας τις αντοχές των άτεκνων. Μια δροσερή κοπέλα σκέφτεται το μέλλον της και μια μεσόκοπη νοικοκυρά κρύβει στην τσάντα της ένα τάπερ για το συσσίτιο.
Βγαίνοντας στην επιφάνεια ο ήλιος μεσουρανεί και ο κόσμος καθυστερεί στα λουλουδάδικα χαζεύοντας τις φρέσκες γλάστρες και τα χρωματιστά μπουκέτα που στάζουν δροσιά. Η ζέστη είναι κάπως πιο υποφερτή σε μια γειτονιά γεμάτη δέντρα. Κάτω από τις πορτοκαλί και κίτρινες τέντες μιας πλατείας οι φοιτητές πίνουν φραπέ και παίζουν τάβλι ή συζητούν πολιτικά καπνίζοντας στριφτά τσιγάρα. Στον περίβολο μιας εκκλησίας τριάντα περιστέρια τσιμπολογάνε τα σουσάμια ενός κουλουριού και από μια τηλεόραση κάτι ακούγεται για την ενδεχόμενη τύφλωση κάποιου που -ούτως ή άλλως- δεν είχε ποτέ του βλέμμα.
Οι μαγαζάτορες χαζολογάνε στα κατώφλια τους. Οι πελάτες παζαρεύουν τις τιμές της κρίσης κατά τη δική τους κρίση. Σε ένα νοσοκομείο κάποιος πασχίζει να σώσει τον κόσμο. Ίσως και να τα καταφέρει τελικά. Σε ένα ρετιρέ κάποιος ακούει ερτζιανά. Σε ένα υπόγειο γκαράζ συγκρούονται δυο προφυλακτήρες. Σε ένα βιβλιοπωλείο παρουσιάζεται ένα νέο μυθιστόρημα. Σε μια εταιρία απολύονται επτά εργαζόμενοι και φεύγουν ζημιωμένοι, ούτως ή άλλως. Σε ένα υπουργείο διευθετείται κάποια καινούργια αρπαγή. Σε ένα πάρκο φιλιούνται για πρώτη φορά δύο ξένοι. Σε μια αποθήκη καρδιοχτυπά ένας Πακιστανός. Σε μια κουζίνα ευωδιάζει η νοικοκυροσύνη. Σε ένα σχολείο πανηγυρίζει ένα πρώην παιδί. Στον ουρανό πετά ένα αεροπλάνο από το βορά και σε έναν ακάλυπτο γράφει ποιήματα ένας τρελός ποιητής που αγαπά τον Κλιμτ και σιωπά όταν του αρέσει κάτι.
Λίγο πριν από την καρδιά του μεσημεριού, στην εμπύρετη πόλη η γνώση θα εξαπατηθεί για άλλη μια φορά από την αίσθηση και η θερμοκρασία που αρχικά αναμενόταν κάπως πιο χαμηλή, πρόκειται να αγγίξει τους 40 βαθμούς Καρτεσίου. Τα επίπεδα της υγρασίας θα είναι υψηλά. Της αγωνίας επίσης. Εν προκειμένω, εάν το σύνολο Α αποτελείται από την ασφάλεια των προβλέψεων και τα ελάχιστα ποσοστά αποτυχίας τους, και το σύνολο Β από την αγωνία των καιρικών συνθηκών υπό μη Κ.Σ. και το ενδεχόμενο μιας καθολικής ανατροπής, το γινόμενο ΑxΒ θα ισούται με τις ολέθριες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα διατεταγμένα ζεύγη βεβαιοτήτων της αλλοπρόσαλλης εποχής μας.
Οι άνθρωποι της πόλης, άλλοτε εις διπλούν, άλλοτε μονήρεις και άλλοτε ομαδικά σκάβουν λαγούμια, χτίζουν κόσμους και κινούνται καρτερικά στο ζωικό λαβύρινθο κάτω από τον ουρανό τους. Υπακούουν και υφίστανται. Διεκδικούν και παλεύουν με τους δαίμονές τους. Κάποιοι δεν κάνουν τίποτα. Ξέρουν πως τα πράγματα είναι έτσι και όχι αλλιώς, ακόμη και αν οι ίδιοι θα ήθελαν να πιστεύουν το αντίθετο. Εξάλλου, με τι όπλα να πολεμήσει κανείς τον Καιρό, τις αυταπάτες και τις λευκές επιταγές του, αφού έτσι ακριβώς λειτουργούν τα φαινόμενα της υποταγής του ενός στοιχείου στο άλλο; Τα πάντα γύρω μας είναι μικρά εκπληκτικά καρτεσιανά γινόμενα.

*Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!