του Γιώργου Σαχίνη

 «Όταν ο άνθρωπος φοβάται για την επιβίωσή του,
η ηθική γίνεται πολυτέλεια».

Δεν είναι ωραίο να το λες. Είναι όμως η πιο ωμή αλήθεια που αποκαλύφθηκε μπροστά στα μάτια μας – χωρίς φίλτρα, χωρίς προσχήματα, χωρίς ντροπή.

Στην υπόθεση της «Βιολάντα» δεν είδαμε μόνο μια βιομηχανική τραγωδία με πέντε νεκρές εργαζόμενες, συνέπεια της συστηματικής αδιαφορίας και της «πονηριάς απόκρυψης δεδομένων» του εργοδότη τους για μικρότερα κόστη στην ασφάλειας της εργασίας και μάλιστα της χρήσης προπανίου.

Είδαμε κάτι πιο σκοτεινό: Την αποσύνθεση της κοινωνικής συνείδησης όταν το μεροκάματο γίνεται υπαρξιακός εκβιασμός και σε οδηγεί σε αποκτήνωση.

Ο πρωθυπουργός μιλούσε για τραγωδία και θλίψη για τον χαμό 5 εργατριών σε μια όμως «σύγχρονη μονάδα». Υπουργοί του διαβεβαίωναν ότι διαθέτει όλους τους απαραίτητους ελέγχους και πιστοποιητικά, ότι είναι υπόδειγμα εκσυγχρονισμού βιομηχανικού. Κι όμως, η έκρηξη αποκάλυψε ότι πίσω από τη βιτρίνα υπήρχαν φονικές ελλείψεις, οσμές εκρηκτικές και κίνδυνοι γνωστοί.

Αν η μονάδα –αλλά και οι άλλες δύο, όπως προκύπτει τώρα– ήταν τόσο άψογη όσο παρουσιάστηκε, πώς χάθηκαν πέντε ζωές;

Η Πολιτεία δεν μπορεί να επικαλείται άγνοια όταν είναι αυτή που αδειοδοτεί, πιστοποιεί και ελέγχει. Όταν χαρακτηρίζει μια μονάδα «σύγχρονη», αναλαμβάνει πολιτικά και θεσμικά την ευθύνη γι’ αυτή τη λέξη.

Τα χειροκροτήματα της αποκτήνωσης

Το πιο σοκαριστικό δεν ήταν μόνο η τραγωδία και οι κακουργηματικές ευθύνες γι’ αυτήν. Ήταν ό,τι συνέβη έξω από τα Δικαστήρια. Εργαζόμενοι χειροκροτούσαν τον εργοδότη τους την ώρα που προσάγονταν για τον θάνατο πέντε συναδέλφων τους. Όχι, δεν ήταν συγκίνηση. Δεν ήταν συμπόνια. Δεν ήταν άρνηση της πραγματικότητας.

Ήταν ωμός φόβος. Φόβος ότι, αν τιμωρηθεί, θα κλείσει το εργοστάσιο. Φόβος ότι θα χαθεί το μεροκάματο. Φόβος ότι «θα μείνουμε στον δρόμο». Η φράση που πλανιόταν –χωρίς να ειπωθεί– ήταν η πιο κυνική της σύγχρονης κοινωνίας: «Να ζήσω εγώ κι ας πεθάνουν όλοι οι άλλοι».

Αυτό δεν είναι απλώς κοινωνική πίεση. Είναι αποκτήνωση. Η στιγμή που η επιβίωση «καταπίνει» κάθε ίχνος συλλογικής συνείδησης. Και τότε, μέσα σε αυτή τη σκηνή ντροπής, μια γυναίκα φώναξε: «Ντροπή σας, έχετε πέντε νεκρές συναδέλφισσες». Μια φωνή μέσα στο πλήθος που θύμισε ότι η ανθρωπιά δεν πεθαίνει – απλώς μειοψηφεί.

Η συνευθύνη της Πολιτείας

Ο ιδιοκτήτης κατηγορείται επειδή γνώριζε τους κινδύνους και δεν έδρασε. Αλλά ποιος έλεγξε αν η μονάδα τηρούσε πραγματικά όσα πιστοποιούνταν; Όταν υπουργοί δηλώνουν ότι μια εγκατάσταση διαθέτει όλους τους απαραίτητους ελέγχους και πιστοποιητικά, ενώ αποδεικνύεται ότι δεν ήταν έτσι, τότε η ευθύνη δεν είναι μόνο επιχειρηματική, είναι θεσμική.

Η ανάπτυξη στην Ελλάδα συχνά λειτουργεί ως επικοινωνιακό προϊόν. Μέχρι να συμβεί το ατύχημα.

Και μετά έρχονται τα Τέμπη

Στην κοιλάδα των Τεμπών, η τραγωδία είχε άλλη διάσταση αλλά το ίδιο υπόβαθρο: προειδοποιήσεις για τηλεδιοίκηση που αγνοήθηκαν και μια πραγματικότητα που αποκαλύφθηκε μόνο μετά την καταστροφή. Οι εργαζόμενοι, κυρίως οι μηχανοδηγοί, είχαν προειδοποιήσει ότι η έλλειψη συστημάτων ασφαλείας καθιστά το δυστύχημα θέμα χρόνου. Ο τότε υπουργός Μεταφορών, Κώστας Καραμανλής, διαβεβαίωνε ότι ο σιδηρόδρομος είναι ασφαλής.

Όπως και στη «σύγχρονη μονάδα», η πραγματικότητα διέψευσε τη ρητορική.

Το σοκ δεν είναι μόνο η σύγκρουση, είναι ό,τι ακολούθησε

Στα Τέμπη δεν εφαρμόστηκε η βασική αρχή κάθε εγκληματολογικής έρευνας: Διασφάλιση του χώρου. Δεν αποκλείστηκε. Δεν προστατεύτηκε.

Η Διεύθυνση Εγκλημάτων Εμπρησμού της Πυροσβεστικής –αρμόδια για εκρήξεις και πυρκαγιές– δεν μπήκε ουσιαστικά στο πεδίο. Παρέμεινε στη Λάρισα. Ιατροδικαστές δεν πραγματοποίησαν πλήρη αυτοψία στον τόπο.

Στη «Βιολάντα» έγιναν ακριβώς τα αντίθετα, όλα όσα δεν έγιναν στα Τέμπη, όλα όσα δεν γίνονται ακόμη και τώρα, 3 χρόνια μετά, όπως στις εκταφές, με άρνηση για κατάλληλα εργαστήρια στο εξωτερικό, αφού τα εγχώρια αδυνατούν να κάνουν τόσο εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις με επίσημες δηλώσεις τους.

Αντί γι’ αυτά: Ο χώρος ξεμπαζώθηκε από τις πρώτες ώρες. Συντρίμμια και ανθρώπινα μέλη μετακινήθηκαν. Το έδαφος αλλοιώθηκε. Κρίσιμα στοιχεία εξαφανίστηκαν… Και στη συνέχεια μπαζώθηκε. Σε οποιαδήποτε χώρα με στοιχειώδη εγκληματολογική λογική, αυτό θα θεωρούνταν καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων.

Οι 27 της «εισπνοής» και της φωτιάς

Είκοσι επτά άνθρωποι δεν πέθαναν από τη σύγκρουση αλλά μετά, «εισπνέοντας το… δεν έχω οξυγόνο» και απανθρακώθηκαν (αυτό δεν είναι αιτία θανάτου) από την πυρκαγιά που ακολούθησε – μια πυρόσφαιρα (που δεν δημιουργήθηκε από μόνη της), που τους «έλουσε» και τους απανθράκωσε.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: Τι προκάλεσε αυτήν την πυρόσφαιρα και τη φωτιά;

Αν μεταφερόταν εύφλεκτο υλικό, αν υπήρχε κάτι που επιδείνωσε την ανάφλεξη, γιατί δεν διερευνήθηκε άμεσα σε ένα άθικτο πεδίο; Η αλήθεια είναι ότι το πεδίο δεν έμεινε άθικτο.

Δύο τραγωδίες, ένα μοτίβο

Στη «Βιολάντα»: Προειδοποιήσεις – αδιαφορία – έκρηξη – νεκροί.

Στα Τέμπη: Προειδοποιήσεις – αδιαφορία – σύγκρουση – νεκροί – πυρόσφαιρα μετά και άλλοι νεκροί – φωτιά και απανθράκωση.

Το μοτίβο είναι το ίδιο. Η διαχείριση διαφορετική.

Η κοινωνία που συνηθίζει

Το πιο επικίνδυνο δεν είναι η τραγωδία. Είναι η συνήθεια μετά την τραγωδία. Να αποδεχόμαστε ότι «έτσι είναι». Να θεωρούμε φυσιολογικό ότι η επιβίωση προηγείται της αλήθειας. Να χειροκροτούμε για να μην χάσουμε τη δουλειά μας. Η φτώχια δεν σκοτώνει μόνο το σώμα. Σκοτώνει και τη συνείδηση.

Το τελικό ερώτημα

Αν η γνώση του κινδύνου και η παράλειψη μέτρων συνιστούν ενδεχόμενο δόλο για έναν εργοδότη, γιατί δεν συνιστούν το ίδιο για μια πολιτική ηγεσία που είχε προειδοποιηθεί;

Αν η διαρροή αερίου οδηγεί σε χειροπέδες, γιατί η απουσία συστημάτων ασφαλείας και οι παράνομες μεταφορές υλικών σε έναν εθνικό σιδηρόδρομο δεν οδηγεί σε αντίστοιχη λογοδοσία;

Η σκληρή αλήθεια

Πέντε γυναίκες πέθαναν σε έναν χώρο εργασίας που παρουσιαζόταν ως πρότυπο.

Τριάντα σκοτώθηκαν από τη σύγκρουση δύο τρένων που επί 12 λεπτά κινείτο σε μονή γραμμή, χωρίς συστήματα τηλεδιοίκησης. Είκοσι επτά άνθρωποι εισέπνευσαν κάτι που τους δημιούργησε ασφυξία και εν συνεχεία κάηκαν ζωντανοί σε έναν σιδηρόδρομο που παρουσιαζόταν ως ασφαλής. Και στις δύο περιπτώσεις, οι προειδοποιήσεις υπήρχαν. Η διαφορά δεν είναι στον θάνατο. Η διαφορά είναι στην ευθύνη που αποδίδεται.

Οι πέντε νεκρές εργαζόμενες δεν μπορούν να χειροκροτήσουν. Οι 27 απανθρακωμένοι δεν μπορούν να φωνάξουν. Αλλά η σιωπή τους είναι πιο εκκωφαντική από κάθε πλήθος.

Γιατί τελικά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι έκανε το κράτος ή ο εργοδότης που συστηματικά αδιαφορούσε για την ασφάλεια των εργαζομένων του, την ώρα που συνάδελφοί του έχουν κύριο μέλημα τις ζωές αυτών που εργάζονται γι’ αυτούς.

Το πρόβλημα είναι τι είμαστε διατεθειμένοι να ανεχθούμε για να συνεχίσουμε να πληρωνόμαστε ή να μετακινούμαστε με προσιτές τιμές. Και όταν μια κοινωνία φτάνει στο σημείο να χειροκροτεί από φόβο, να ξεχνά ή να σιωπά, δεν χρειάζεται καταπίεση. Έχει ήδη παραδοθεί.

Στις 28 Φεβρουαρίου είναι 3 χρόνια από τα Τέμπη και, όπως εύστοχα έγραψε ο Ηρακλειώτης νομικός Γιώργος Στειακάκης, «η 28η Φεβρουαρίου πλησιάζει και υπενθυμίζω ότι 27 άτομα, με βάση τις ιατροδικαστικές εκθέσεις, απανθρακώθηκαν από την πυρόσφαιρα των ψεκασμένων»…

Θα φωνάξουμε για οξυγόνο ή πάλιωσε και αυτή η ιστορία ως την επόμενη τραγωδία;

* Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα www.neakriti.gr

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!