Ψηφίστηκε ο κρατικός προϋπολογισμός 2026. Η ίδια πολιτική που έχει οδηγήσει την Ελλάδα στον πάτο της Ευρώπης συνεχίζεται και μάλιστα παρουσιάζεται ως επιτυχία από την κυβέρνηση και τα εξαγορασμένα μέσα «ενημέρωσης».  Πέρα από τα όσα έχουν αναφερθεί για τον κρατικό προϋπολογισμό με την φορομπηχτική πολιτική αναδιανομής εισοδήματος, την υστέρηση των κοινωνικών δαπανών, τα υπερπλεονάσματα και τη γενικότερη αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων υπάρχουν και τα γενικότερα θέματα πορείας της οικονομίας στα οποία ο κρατικός προϋπολογισμός παίζει καθοριστικό ρόλο. Δυστυχώς εδώ οι προοπτικές είναι προβληματικές και αυτή η διατύπωση είναι επιεικής όρος.

Τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας είναι γνωστά και όλα απόλυτα προβλέψιμα.  Ο πραγματικός παραγωγικός τομέας συνεχώς συρρικνώνεται. Η αγροτο-κτηνοτροφικός τομέας είναι σε απελπιστική κατάσταση, όπως αποκαλύπτει η τρέχουσα κρίση με τις κινητοποιήσεις του αγροτικού κόσμου. Ομοίως και ο μεταποιητικός τομέας ακολουθεί στην σταδιακή πτώση. Ουσιαστικά καταναλώνουμε εισαγόμενα προϊόντα και παρέχουμε υπηρεσίας τουρισμού προς τρίτους και λοιπές υπηρεσίες μεταξύ μας. Αυτό το παραγωγικό μοντέλο που οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση και στα μνημόνια όχι μόνο δεν άλλαξε αλλά μετά την κατ’ ευφημισμό έξοδο από τα μνημόνια συνεχώς επιδεινώνεται.

Το ποσοτικό και ποιοτικό πρόβλημα των επενδύσεων

Η προβληματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και το δυσοίωνο μέλλον της αποτυπώνονται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στα μεγέθη των επενδύσεων οι οποίες υστερούν τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Κοινώς προδιαγράφουν  τα προβλήματα που θα ακολουθήσουν, όσο παράλληλα θα στενεύουν τα δημοσιονομικά περιθώρια λόγω δημοσίου χρέους και στρατιωτικοποίησης των οικονομιών και καθώς τελειώνουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης μετά το 2026.

Η κυβέρνηση κάθε χρόνο υπόσχεται επενδύσεις. Αυτές όσον αφορά τα μεγέθη τους υστερούν σημαντικά από τα αρχικά προβλεπόμενα. Ενδεικτικά τα μεγέθη της τελευταίας τριετίας. Ο κρατικός προϋπολογισμός του 2023 προέβλεπε αύξηση των επενδύσεων σε σταθερές τιμές κατά 15,5%. Με τον κρατικό προϋπολογισμό 2024 εκτιμήθηκε ότι αυξήθηκαν μόνο κατά 7,1% και κατά τον κρατικό προϋπολογισμό 2025 τελικά διαπιστώθηκε ότι αυξήθηκαν μόλις κατά 6,6%. Δηλαδή μεταξύ αρχικού στόχου και τελικής πραγματοποίησης η απόκλιση ήταν σχεδόν 60%. Για την ακρίβεια πραγματοποιήθηκε μόλις το 42,6% του αρχικού στόχου!!! Τα μεγέθη αυτά έχουν επίσης σημασία αν συγκριθούν με την αρχική εκτίμηση αύξησης του ΑΕΠ που ήταν 1,8% και τελικά αυξήθηκε κατά 2,3%. Δηλαδή αν και ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν υψηλότερες οι επενδύσεις υστέρησαν δραματικά.

Αντίστοιχα για το έτος 2024 η τελική πραγματοποίηση αύξησης επενδύσεων είναι μόλις 4,5% έναντι αρχικού στόχου 15,1% (ποσοστό πραγματοποίησης 29,8%) και για το 2025 η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι έναντι στόχου 8,4% η εκτιμώμενη αύξηση είναι 5,7% και το πιο φυσιολογικά αναμενόμενο είναι του χρόνου να διαπιστωθεί, για ένα ακόμα έτος, ότι η τελική πραγματοποίηση θα είναι σημαντικά πιο κάτω. Για το 2026 ο κρατικός προϋπολογισμός προβλέπει 10,2% αλλά αυτό «στα χαρτιά» διότι η πραγματικότητα όπως αποδείχθηκε τα προηγούμενα έτη είναι τελείως διαφορετική από την «γαλαντομία» της κυβέρνησης στην «πρόβλεψη» των μεγεθών αύξησης των επενδύσεων όσο και αν αυτές τονώνονταν τα τελευταία χρόνια με τις χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης.

Συγκριτικά με την ΕΕ ως χώρα υστερούμε σημαντικά ως προς το μέγεθος των επενδύσεων σαν ποσοστό στο ΑΕΠ και αυτό επιδεινώνει δραματικά τη θέση μας, καθώς ήδη έχουμε ένα πολύ μεγάλο χάσμα στον παραγωγικό τομέα που φυσικά όλο και μεγαλώνει. Σύμφωνα με την Eurostat οι επενδύσεις στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 16% του ΑΕΠ. Με αυτό το ποσοστό ως χώρα είμαστε στην προτελευταία θέση στην ΕΕ, της οποίας το μέσο ποσοστό είναι 21,2%.

Καθώς το 2026 είναι το τελευταίο έτος ενίσχυσης των επενδύσεων με αξοποίηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης τα προβλήματα ποσοτικής υστέτρησης των επενδύσεων πολλαπλασιάζονται από το 2027. Ήδη στον   Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029 η κυβέρνηση προβλέπει δραματική συρρίκνωση στο ρυθμό αύξησης των επενδύσεων μετά το 2026. Ενώ το 2026 προβλέπει 10,2% για το 2027 ο ρυθμός αύξησης μειώνεται σε 4,1% και στη συνέχεια σε 0,8% και 0,9% το 2028 και το 2029 αντίστοιχα.

Μπροστά σε αυτά τα αδιέξοδα για το μέλλον της οικονομίας η κυβέρνηση φροντίζει για την εικόνα που θέλει να προβάλλει και ας απέχει αυτή από την πραγματικότητα. Έτσι για να τονωθεί η εικόνα των μελλοντικών επενδύσεων η κυβέρνηση μέσω του κ. Χατζηδάκη υπόσχεται ότι έρχονται νέοι σημαντικοί κοινοτικοί πόροι για την Ελλάδα. Αυτό προσπαθεί να πλασάρει η κυβέρνηση συγκροτώντας Διυπουργική Επιτροπή για τον συντονισμό της διαπραγμάτευσης του νέου μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034.

Όμως επιπλέον των δυσμενών ποσοτικών στοιχείων η επιδείνωση είναι ακόμα μεγαλύτερη λαμβάνοντας υπόψη και τα ποιοτικά στοιχεία. Η όποια αύξηση των επενδύσεων αφορά σε μικρό βαθμό την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας και της παραγωγικότητας της οικονομίας. Ειδικά για τα έτη 2023 και 2024 στις επενδύσεις κυριαρχεί ο κατασκευαστικός  τομέας με ποσοστό 87% επί του συνόλου των επενδύσεων (42% οι κατοικίες και 45% οι άλλες κατασκευές). Στον παραγωγικό τομέα μαζί και με τα οπλικά συστήματα κατευθύνεται μόλις το 13% και από αυτά το μερίδιο του μηχανολογικού εξοπλισμού μαζί με τα οπλικά συστήματα είναι 5% (Πηγή μελέτη ΕΝΑ, Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών). Και για να έχουμε μια συγκριτική εικόνα το 2024 οι επενδύσεις στην Ελλάδα σε μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό ήταν χαμηλότερες κατά περίπου 25% από τις αντίστοιχες επενδύσεις του 2008. Με αυτό το δεδομένο είναι απόλυτα κατανοητό γιατί απέχουμε κατά πολύ από τα προ-κρίσης επίπεδα καθώς το πραγματικό ΑΕΠ είναι χαμηλότερο κατά 15,1% σε σύγκριση με εκείνο του 2008 και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους και σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ελλάφα το 2024 αντιστοιχεί στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ των 27 κρατών μελών και στο 67,3% του μέσου όρου της Ευρωζώνης.

Χαμηλή παραγωγικότητα για την «οικονομία του καφέ»

Φυσικά με αυτή τη δομή επενδύσεων σε περίοδο «ανάπτυξης» και με δεδομένη την αρχικά προβληματική δομή της οικονομίας είναι φυσικό επακόλουθο η χαμηλή παραγωγικότητα της οικονομίας. Το πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα η κυβέρνηση, προσπαθεί να μας πείσει ότι η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια. Δυστυχώς πέρα από τις συνέπειες που βιώνουν τα λαϊκά στρώματα υπάρχουν και τα αμείλικτα μεγέθη της οικονομίας σήμερα που τονίζουν το έγκλημα που έχει συντελεστεί διαχρονικά. Έτσι η παραγωγικότητα της οικονομίας είναι ένας δείκτης που αποκαλύπτει την πολλαπλή «γύμνια» της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία  που παρουσίασε στην τελευταία ΓΣ ο πρόεδρος του ΣΕΒ προκύπτει ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα είναι μόλις 25 ευρώ ανά ώρα εργασίας όταν στην ΕΕ φτάνει τα 46 ευρώ, δηλαδή αντιστοιχεί στο 54%  του μέσου όρου της ΕΕ.  Εάν εξετάσουμε το δείκτη παραγωγικότητας εργασίας ανά εργαζόμενο διαχρονικά προκύπτει ότι από τις 121 μονάδες το 2008  είναι στις 95,9 μονάδες το 2024. Για να έχουμε δε μια συγκριτική εικόνα για τις επιδόσεις της Κυβέρνησης Μητσοτάκη, από 96,3 το 2019 έχει υποχωρήσει στο 95,9 που αναφέραμε το 2024. Συνεπώς και στον τομέα της παραγωγικότητας η Ελλάδα βρίσκεται στον πάτο της ΕΕ, στην τέταρτη θέση από το τέλος και κάτω από αυτήν είναι οι χώρες Βουλγαρία, Ουγγαρία και Ρουμανία.

Η προβληματική αυτή εικόνα εξηγείται από την διαπίστωση έρευνας του Ελληνικού Παρατηρητηρίου στο London School of Economics ότι στην χώρα μας καταλήξαμε να είμαστε μια «οικονομία του καφέ» αφού η ανάπτυξη επικεντρώνεται στον τουρισμό και την συναφή παροχή υπηρεσιών εστίασης και αναψυχής.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!