Η μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων και εξοπλισμών στην Κύπρο συνεχίζεται, μετατρέποντας το νησί στον μεγαλύτερο στρατιωτικό κόμβο της Μεσογείου. Ήδη, πέρα από την Ελλάδα που απέστειλε τις φρεγάτες «Κίμων» και «Ψαρά», καθώς και αεροσκάφη F-16, η Γαλλία έχει στείλει το αεροπλανοφόρο «Σαρλ ντε Γκωλ», συνοδευόμενο από δύο ακόμη φρεγάτες, καθώς και μία φρεγάτα από καθεμία από τις Ιταλία και Ολλανδία. Την αποστολή φρεγάτας έχει ανακοινώσει και η Ισπανία. Η Βρετανία έχει αποστείλει ένα πολεμικό πλοίο, ένα ελικόπτερο, καθώς και στρατεύματα, ενώ οι βάσεις της είναι δεδομένο πως χρησιμοποιούνται και από δυνάμεις των ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα, η Τουρκία εκμεταλλεύεται τη συγκυρία και αυξάνει τη στρατιωτική παρουσία της στα κατεχόμενα, σε μια κίνηση που παρουσιάζεται σχεδόν ως αναμενόμενη «απάντηση» στην κρίση, παρότι πρόκειται για ενέργεια μιας κατοχικής δύναμης. Το αποτέλεσμα είναι ένας πρωτοφανής συνωστισμός στρατιωτικών δυνάμεων γύρω από την Κύπρο, δυσανάλογος με τις αρχικές επιθέσεις και ενδεικτικός για διαθέσεις ευρύτερης στρατιωτικής κλιμάκωσης.

ΝΑΤΟϊκή παρουσία με πρόσχημα την άμυνα

Η στρατιωτική παρουσία των δυτικών δυνάμεων στην Κύπρο δεν περιορίζεται σε μια απλή αμυντική αποστολή. Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, η Βρετανία και η Ε.Ε. αντιμετωπίζουν την Κύπρο ως στρατιωτικό προγεφύρωμα, στα ανατολικά όρια της Ευρώπης και παράλληλα στην περιφέρεια του πολέμου που μαίνεται στη Μέση Ανατολή.

Με αφορμή λοιπόν την επίθεση στη βρετανική βάση στο Ακρωτήρι, η Κύπρος μετατρέπεται σταδιακά σε ένα αμυντικό σύστημα στα δυτικά για λογαριασμό του Ισραήλ, πολύ κοντά στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής. Τον ρόλο της Κύπρου μαρτυρά και η αναβάθμιση της στρατιωτικής παρουσίας από μέρους της Βρετανίας. Είναι χαρακτηριστικές οι διαρροές για σχόλιο του επικεφαλής των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων σχετικά με την Κύπρο: «Δεν χρειαζόμαστε το αεροπλανοφόρο. Δεν χρειαζόμαστε το Ναυτικό. Έχουμε ήδη ένα αεροπλανοφόρο – λέγεται Κύπρος».

Άλλωστε, στον ίδιο τόνο κινήθηκαν και οι δηλώσεις του αναπληρωτή εκπροσώπου Τύπου της Κύπρου, ο οποίος ανέφερε πως οι ελληνικές δυνάμεις και οι κυπριακές αρχές θα υπερασπιστούν τις βρετανικές βάσεις. Βέβαια, πέρα από τις βάσεις, θα κληθούν να υπερασπιστούν και δυνάμεις των ΗΠΑ, που συμμετέχουν ενεργά στον πόλεμο και τις χρησιμοποιούν.

Επομένως, εγείρεται εύλογα το ερώτημα αν οι Μητσοτάκης και Δένδιας είπαν ψέματα για τον σκοπό της ελληνικής αποστολής, αλλά και για το ποιος είναι ο ρόλος των υπόλοιπων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες διαρκώς πληθαίνουν. Δεδομένων των παραπάνω, η μετατροπή της μεγαλονήσου σε στόχο αντιποίνων μοιάζει εξαιρετικά πιθανό να επαναληφθεί, με την Κυπριακή Δημοκρατία να είναι εκτεθειμένη ως πιθανός στόχος.

Νέα τετελεσμένα από την Τουρκία στα κατεχόμενα

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία αξιοποιεί την κρίση για να αυξήσει τη στρατιωτική της παρουσία στα κατεχόμενα. Συγκεκριμένα, φαίνεται να έχει αποστείλει F-16, συστήματα αεράμυνας, ενώ υπάρχουν και αναφορές για παρουσία θωρακισμένων στρατιωτικών οχημάτων.

Πρόκειται για μια κίνηση με πολλαπλές διαστάσεις. Από τη μία πλευρά είναι παράνομη, καθώς η Άγκυρα παραμένει κατοχική δύναμη σε κυπριακό έδαφος και επομένως δεν πρόκειται για μια αμυντική κίνηση, αλλά για ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων σε παράνομα κατεχόμενο έδαφος που δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των υπολοίπων αποστολών. Από την άλλη πλευρά, η χρήση αμερικανικών αεροσκαφών για αυτόν τον σκοπό παραβιάζει τους όρους πώλησής τους.

Παράλληλα, η Τουρκία ήδη διατηρεί δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στο βόρειο τμήμα του νησιού, γεγονός που καθιστά κάθε επιπλέον ενίσχυση μέρος μιας στρατηγικής κλιμάκωσης. Παρ’ όλα αυτά, η κίνηση αυτή παρουσιάζεται σε Ελλάδα και Κύπρο ως μια λελογισμένη απάντηση από μέρους της Τουρκίας. Για παράδειγμα, ο Αγγ. Συρίγος δήλωσε λίγο-πολύ πως δεν αλλάζει κάτι σημαντικό από την κίνηση της Τουρκίας, καθώς η Κύπρος βρίσκεται πολύ κοντά στην τουρκική επικράτεια και άρα πρόκειται για μια κίνηση εσωτερικής κατανάλωσης που δεν πρέπει να μας ανησυχεί.

Με τον κ. Συρίγο φαίνεται να διαφωνεί η ίδια η Τουρκία, η οποία, εν μέσω της πολεμικής κρίσης, επιλέγει να αυξήσει τους τόνους σε σχέση με το αίτημα για αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, αλλά και να πιέζει για την ένταξή της στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, παρότι αποτελεί κατοχική δύναμη σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αεροπλανοφόρο και κόμβος του πολέμου

Γίνεται εμφανές πως η συγκέντρωση τόσο μεγάλου αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων σε μια περιορισμένη γεωγραφική περιοχή δεν αποτελεί εγγύηση ασφάλειας για την Κύπρο. Αντίθετα, δημιουργεί ένα περιβάλλον υψηλού κινδύνου.

Η Κύπρος, από μια χώρα που προσπαθεί να διατηρήσει μια θέση ισορροπίας στην περιοχή, μετατρέπεται σταδιακά σε στρατηγικό κόμβο ενός ευρύτερου πολέμου. Η εικόνα αυτή δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί ως καθαρά αμυντική. Περισσότερο θυμίζει προβολή ισχύος, δημιουργία στρατιωτικής εφεδρείας και προετοιμασία για ενδεχόμενη περαιτέρω κλιμάκωση με την εμπλοκή και άλλων ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων.

Ανεξάρτητα από τις επίσημες δηλώσεις ότι η Κύπρος δεν εμπλέκεται στον πόλεμο, η γεωγραφική της θέση, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική χρήση του εδάφους της και την έλλειψη πρωτοβουλιών ουδετεροποίησης από την Ελλάδα και την Κύπρο, την καθιστούν ήδη μέρος του στρατηγικού πλαισίου της σύγκρουσης.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο κίνδυνος δεν προκύπτει μόνο από μια ενδεχόμενη επίθεση. Προκύπτει και από την πιθανότητα ατυχημάτων, λανθασμένων εκτιμήσεων ή απρόβλεπτων στρατιωτικών επεισοδίων. Επιπλέον, το αποικιακό κατάλοιπο των βρετανικών βάσεων μοιάζει να ανανεώνει την ισχύ του με τη συγκατάθεση της Ελλάδας και της Κύπρου, με τη δεύτερη να φτάνει στο σημείο να υπερασπίζεται τον αποικιοκράτη της.

Γίνεται έτσι εμφανές πως η «στρατιωτική θωράκιση» της Κύπρου, αντί να διασφαλίζει την ασφάλειά της, την μετατρέπει σε αεροπλανοφόρο του ΝΑΤΟ και πιθανό πεδίο εξάπλωσης της σύγκρουσης.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!