Δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου του μυθιστορήματος –«Το σπίτι μόνο» (Γαβριηλίδης, 2016, επανέκδοση Βακχικόν, 2023)–, ο γνωστός σκηνοθέτης Κοραής Δαμάτης επιστρέφει με ένα νέο μυθιστόρημα τα «Καλοήθη παράσιτα» (εκδόσεις Βακχικόν).

Ένα μυθιστόρημα σκληρό που θέτει το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων και μιλά για τις παθογένειες της ελληνικής οικογένειας και για τα κρυμμένα μυστικά που δηλητηριάζουν τη ζωή των μελών της.

Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ήρθε στην Ελλάδα με την οικογένειά του το 1961. Σπούδασε θέατρο, αλλά χόρεψε με την ομάδα «Χορικά» της Ζουζούς Νικολούδη και στο «Eλληνικό Χορόδραμα» της Ραλλούς Μάνου. Δημιούργησε τη θεατρική ομάδα «Έβδομο Θέατρο» κι έχει σκηνοθετήσει δεκάδες έργα μεγάλων συγγραφέων, ενώ διδάσκει επί 42 συναπτά έτη σε Σχολές Θεάτρου.

Ο ίδιος στο μυθιστόρημά του πλάθει ζωντανούς χαρακτήρες βυθισμένους στην πικρία. Χαρακτήρες που κουβαλούν τις ανοικτές πληγές τους και συνυπάρχουν κρατώντας μπροστά τους προσωπεία.

Το βιβλίο θα μπορούσε να είναι και σενάριο ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη.

Όλη η ιστορία διαδραματίζεται τον Ιούνιο του 1989. Η καλοκαιρινή ζέστη κάνει ακόμη πιο ασφυκτικό το κουτί όπου ζει μια οικογένεια, που πέρα από τον πατέρα, τη μητέρα και τη κόρη περιλαμβάνει τον πατέρα της μητέρας –που ζει σε έναν δικό του κόσμο– και μια θεία που προσπαθεί να κολλήσει τα θραύσματα ενός γυαλιού που έχει σπάσει από καιρό. Και τελικά πράγματι «το ένα πρόσωπο καθρεφτίζεται στο άλλο. Ο πατέρας στη μάνα του, η κόρη στον πατέρα της, η μάνα στη δική της μάνα. Με τις μέρες, τους μήνες, τα χρόνια, αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους, στις εκφράσεις, στις κινήσεις, στις λέξεις…»

Και τελικά, «όλο ξημερώνει, και δεν ξημερώνει. Νύχτες άηχες. Μεγάλες νύχτες. Ούτε θρήνοι. Σιωπή. Κρύες επιφάνειες. Ασάλευτα σώματα από αλάτι. Γρήγορα θα ξεχαστούν. Άμμος. Όχι χώμα. Άμμος. Όλα.

Κάτι στο βάθος αναπνέει. Κάτι θέλει να ζήσει. Όπου να’ ναι ξημερώνει»

Έτσι, παρά το σκοτάδι, ο συγγραφέας με τρόπο θεατρικό, αλλά και κινηματογραφικό αφήνει στον αναγνώστη μια χαραμάδα φωτός που σβήνει την απόγνωση.

Οι απλοί άνθρωποι, εμείς δηλαδή, μπορεί να παίρνουμε μέρος στις αλλαγές σε ένα μικρό ποσοστό, αλλά μετά, θα ζήσουμε όλοι τις συνέπειες, καλές και κακές

Από το θέατρο στο μυθιστόρημα. Γιατί επιλέξατε αυτή τη προσέγγιση για τα «Καλοήθη παράσιτα»;

Μου φάνηκε ενδιαφέρουσα αυτή η φόρμα. Από τη μια η αφήγηση του αφηγητή και πώς αυτός βλέπει, εισπράττει και κρίνει τα γεγονότα, κι από την άλλη η αφήγηση του ίδιου του ήρωα, ο τρόπος που ο ίδιος μετράει τα κέρδη και τις χασούρες της ζωής του. Παράλληλες διαδρομές με διαφορετικά βλέμματα που δεν συμφωνούν πάντα.

Αντιμετωπίσατε τους ήρωές σας κάπως σαν πρόσωπα μιας παράστασης;

Περισσότερο σαν ανθρώπους που συνάντησα, που βλέπω καθημερινά. Κυκλοφορώ μόνο με τα μέσα μαζικής μεταφοράς και παρατηρώ. Συμπεριφορές, απουσίες, θυμούς, κοροϊδίες, κακοτροπιές, καλοσύνες, ένα σωρό… όλα υπάρχουν. Μια συμπεριφορά, ένα βλέμμα κι αμέσως σκαρώνεις τη μυθοπλασία. Μυθοπλασία που η αφετηρία της είναι πάντα κάτι που, ή έχω εισπράξει ο ίδιος σαν συμπεριφορά, ή έχω παρατηρήσει στις διαδρομές για την δουλειά μου, στην αναμονή στις αποβάθρες, στο δρόμο, τις στιγμές που ψωνίζω. Παντού υπάρχουν αφορμές!

Γιατί τοποθετείτε τη δράση στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και σε προεκλογική περίοδο;

Γιατί πιστεύω ότι κάπου εκεί άρχισε σταδιακά η αλλαγή της δομής της ελληνικής οικογένειας. Ναι, τότε άλλαξαν πολλά πράγματα στον κόσμο και στην Ελλάδα. Κατ’ αρχήν οι Έλληνες πίστευαν ότι είχαν αρχίσει να πλουτίζουν. Μπαίνει μπροστά η ιδιωτική τηλεόραση φέρνοντας μαζί της χρωματιστά πισωγυρίσματα. Αν θυμάμαι καλά, σε δυό τρία χρόνια έρχεται το κινητό στη ζωή μας με τις σημερινές επιπτώσεις του, και ένα σωρό άλλα, πολλά άλλα, από το Βερολίνο μέχρι την Κίνα, που αλλάζουν την όψη του κόσμου και της χώρας μας επιβάλλοντας, σε πολλές περιπτώσεις, μια στρεβλή εικόνα προόδου. Με την πρώτη ματιά μπορεί όλα αυτά να φαίνονται άσχετα με τη δομή της ελληνικής οικογένειας, παρόλα αυτά πιστεύω ότι κάπου εκεί, σε εκείνα τα χρόνια, άρχισε να επηρεάζει την δομή της από ό,τι την ξέραμε μέχρι τότε. Σταδιακά, δεκαετία με δεκαετία, φτάσαμε στη σημερινή μορφή της που ουσιαστικά δεν απέχει πάρα πολύ από τότε. Βεβαίως έχουν αλλάξει πράγματα, βεβαίως υπάρχουν κατανοήσεις και βελτιώσεις σε πολλά… Παρόλα αυτά το κουκούτσι της δεν έχει αλλάξει και πολύ κι αυτό γιατί στη θέση παλαιών «δυσχερειών» που λύθηκαν, μπήκαν καινούργιες δυσκολίες, μερικές φορές πιο ακραίες.

Σηματοδοτεί κάτι περισσότερο για τους ήρωές σας αυτό που χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως «βρώμικο ‘89»;

Όχι, δεν μου είχε καν περάσει απ’ το μυαλό, ειδικά το πολιτικό «βρώμικο ‘89», όσο αυτά που προανέφερα… αυτά που συνέβαιναν στην Ελλάδα και στον κόσμο γύρω μας, και τι επιπτώσεις είχαν πάνω στην οικογένεια. Οι απλοί άνθρωποι, εμείς δηλαδή, μπορεί να παίρνουμε μέρος στις αλλαγές σε ένα μικρό ποσοστό, αλλά μετά, θα ζήσουμε όλοι τις συνέπειες, καλές και κακές.

Δεν φαίνεται να υπάρχει φως μέσα στα συντρίμμια αυτών των ζωών κι όμως υπάρχει τελικά αυτό το «κάτι στο βάθος αναπνέει. Κάτι θέλει να ζήσει. Όπου να ‘ναι ξημερώνει…». Τι θα σας έκανε εσάς πιο αισιόδοξο;

Κάτι, φοβάμαι, πολύ δύσκολο, ίσως πολύ ουτοπικό. Το να έρθει το δίκαιο, να εγκατασταθεί με όλες του τις μορφές και σε όλες του τις εκφάνσεις, ίσο για όλους, με την ίδια δυναμική για όλους!

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!