του Γιώργου Κυριακού

Είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι, με βάση ένα ιστορικό ενεργειών, το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα –όταν δεν θέτει σε εφαρμογή την αφωνία– υπονομεύει τις διεκδικήσεις των Βορειοηπειρωτών. Μία από τις καθοριστικές περιπτώσεις ήταν η συμβολή του στην ουσιαστική διάλυση του πρώτου αγωνιστικού σωματείου Βορειοηπειρωτών. Το ίδρυσαν Έλληνες πρώην κρατούμενοι της δικτατορίας Ενβέρ-Αλία, η οποία επικαλέστηκε ψευδώς την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη. Εκτίμηση της στήλης είναι ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία, μαζί με τη νεολαία που πρωτοστατούσε καθώς και με προσωπικότητες που δεν συνεργάστηκαν με το «σύστημα», θα μπορούσαν να είναι πρωταγωνιστές των πολιτικών εξελίξεων μετάβασης. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι Βορειοηπειρώτες κηδεμονεύτηκαν –πλην εξαιρέσεων– από επαγγελματίες πατριώτες, στην δε Αλβανία σε καίριες θέσεις του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτικού συστήματος βρίσκονται μέχρι σήμερα στελέχη της δικτατορίας ή απόγονοί τους. Ο Δρόμος συνομίλησε με τον συγγραφέα και νομικό Κώστα Κυριακού [1] ο οποίος πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της Ένωσης. Σήμερα συμμετέχει ενεργά στο Κέντρο Μελετών «Ευγένιος Τζιμογιάννης» και σε πρωτοβουλία που έχει στόχο την επίσημη αναγνώριση των μαρτυριών του (διαχρονικά) πολιτικά διωκόμενου Ελληνισμού στην Αλβανία [2].

Πώς φτάσατε στην ίδρυση του σωματείου σας;

Οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες φτάσαμε στη Μητέρα Πατρίδα ως νικητές μαραθωνοδρόμοι. Σχεδόν η μισή Αλβανία ήρθε στην Ελλάδα, κάτι έπρεπε να γινόταν. Ο Ελληνικός λαός ήταν ανενημέρωτος, αλλά μας συμπαραστάθηκε. Εκατοντάδες ήταν οι ιδιώτες και οι δημόσιες επιχειρήσεις που συγκέντρωναν ρουχισμό και τρόφιμα. Έχουν μεγάλη και ιστορική ευθύνη οι Σύλλογοι που ασχολούνται επί δεκαετίες με το βορειοηπειρωτικό, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν σχεδόν τίποτα στη νέα κατάσταση μετά την πτώση της δικτατορίας. Όμως τη συντριπτική ευθύνη έχει η επίσημη Ελλάδα. Τότε, οι περισσότεροι πρώην πολιτικοί κρατούμενοι Βορειοηπειρώτες καταφύγαμε στην Ελλάδα έχοντας εκτίσει 20, 30, ακόμα και 40 χρόνια φυλακή και εξορία [3]. Νιώσαμε ότι τα βάσανα τελείωσαν.

Η πρώτη σελίδα του καταστατικού της Ένωσης, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών το 1991.

Πού συναντιόσασταν, πώς ήταν το κλίμα;

Βρισκόμασταν στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία Ομονοίας. Ο ενθουσιασμός μεγάλος. Μαζευόμασταν πολλά άτομα μαζί και συζητούσαμε φωναχτά για πρώτη φορά στη ζωή μας. Από το 1945 και μέχρι τότε, ήταν πολύ επικίνδυνο να βρίσκονται μαζί έστω και δυο άνθρωποι που είχαν περάσει από τα κάτεργα των κομμουνιστών. Πάντα έπρεπε να ήμασταν μονάδες. Διαφορετικά κινδυνεύαμε με καινούργιες καταδίκες. Δεν φοβόμασταν πια τη Σιγκουρίμι [υπηρεσία ασφαλείας] και τους χαφιέδες της. Μάλλον επιδιώκαμε να φτάσουν μέχρι τα αυτιά τους οι κουβέντες μας. Μετά από αλλεπάλληλες συναντήσεις και πολλούς διαλόγους, διαπιστώσαμε ότι η πλειοψηφία είχαμε την καλή θέληση να συνεχίσουμε τις προσπάθειες μέχρι τη δικαίωση των αγώνων.

Οι άλλοι πώς πορεύτηκαν;

Κάποιοι ασχολήθηκαν με τις οικογένειές τους και άφησαν στην άκρη το παρελθόν, έριξαν πέτρα πίσω. Αυτοί πορεύτηκαν βάσει μιας αρχής που έλεγε περίπου: «Εμείς πράξαμε το καθήκον μας. Πάνω από μισό αιώνα καταδιωχτήκαμε άγρια. Όμως δεν αλλάξαμε την πίστη μας, κατορθώσαμε και παραμείναμε Έλληνες. Τώρα που έπεσε το Ανατολικό Μπλοκ, η σκυτάλη είναι στα χέρια της Μητέρας Ελλάδας. Αυτή έχει υποχρέωση να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στην επίλυση του Βορειοηπειρωτικού Ζητήματος». Ίσως να είχαν δίκιο. Το αν έπραξαν καλά ή όχι θα το κρίνει η Ιστορία. Μία άλλη ομάδα ατόμων, οι οποίοι στα κάτεργα είχαν γονατίσει και έγιναν όργανα-γενίτσαροι του καθεστώτος, δεν είχαν το θάρρος να έρθουν κοντά μας. Πίστευαν ότι θα έδιναν λόγο για τις ανθελληνικές τους πράξεις και εξαφανίστηκαν. Μ’ αυτούς δεν ασχοληθήκαμε.

Πού απευθυνθήκατε για να σάς αναγνωρίσει το ελληνικό κράτος;

Στην Αθήνα χτυπούσαμε πολλές πόρτες… Δεν συνειδητοποιούσαμε την πραγματικότητα. Δεν θέλαμε να πιστέψουμε ότι μας αγνοούσαν. Πιστεύαμε το αντίθετο, ότι δηλαδή εμείς φταίγαμε που ο πολιτικός κόσμος της Ελλάδας και η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε συγκεκριμένο πρόγραμμα για την επίλυση των πολλών ζητημάτων μας. Παντού, όπου κάναμε γνωστά τα προβλήματά μας, οι συνομιλητές μάς κατανοούσαν, δείχνανε συμπόνια, κάποιος βοηθούσε από την τσέπη του, κάποιος δάκρυζε. Αλλά την επόμενη μέρα και την επόμενη και την επόμενη ήμασταν ξανά και ξανά στο μηδέν. Σέρναμε βαρύ φορτίο στις πλάτες μας, ήμασταν σκοτωμένοι ψυχικά και σακατεμένοι βιολογικά, αλλά κάθε μέρα που ξημέρωνε μας έδινε καινούργιες δυνάμεις, φρεσκάδα, ελπίδα και δύναμη για καινούργιο ξεκίνημα. Πιστεύαμε ακράδαντα ότι τελικά θα μας καταλάβαιναν και θα έκαναν απέναντί μας το καθήκον τους, θα μας έδιναν αυτό που μας ανήκε, τα δικαιώματά μας. Παντού όπου απευθυνόμασταν, μας έδιναν μια συμβουλή: «Πρέπει να οργανωθείτε, να κάνετε ένα σύλλογο, να εκπροσωπείστε από έναν πρόεδρο, να είστε νόμιμοι, με καταστατικό κ.λπ., έτσι θα πάρουμε υπόψη τα αιτήματα και θα βρείτε υποστήριξη». Ιδρύσαμε λοιπόν το σωματείο μας, με την επωνυμία «Ένωση Πρώην Πολιτικών Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Βορειοηπειρωτών» με έδρα την Αθήνα, που αναγνωρίστηκε με την υπ’ αριθ. 1801/1991 απόφαση τού Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκλέχτηκε και το προεδρείο. Ήμασταν αγαπημένοι, ήμασταν όλοι ίσοι αναμεταξύ μας, βασίλευαν ο αλληλοσεβασμός και η απόλυτη εμπιστοσύνη. Είμαστε ο ένας για τον άλλο. Τότε, ήταν το μόνο σωματείο των Βορειοηπειρωτών πού λειτούργησε νόμιμα και πατριωτικά στη Μητέρα Πατρίδα…

[συνεχίζεται]

[1] «Το Βορειοηπειρωτικό τραύμα σήμερα | Μέρος Ε΄» (φύλλο 69).

[2] «Έκκληση» (μπλογκ oiapedw.blogspot.com, 26/7/2025).

[3] Ενδεικτικά: Μηνάς Πάρας (45 χρόνια φυλακή και εξορία), Λουκάς Χριστίδης-Μπονιάκου (30 χρόνια φυλακή), Χρήστος Μπόμπολης (25 χρόνια φυλακή), Στέφανος Σιάνης (32 χρόνια φυλακή), Βασίλης Λάιος (39 χρόνια φυλακή και εξορία), Θεόδωρος Μάλλιος (18 χρόνια φυλακή), Αντώνης Βάγιος (35 χρόνια φυλακή και εξορία), Γιώργος Παππάς (28 χρόνια φυλακή), Αποστόλης Θάνος (23 χρόνια φυλακή), Σπύρος Νάσιος (28 χρόνια φυλακή) και δεκάδες άλλοι, γέροντες άνω των 60 ετών. Εντυπωσιακές είναι περιπτώσεις όπως του Θεόδωρου Μάλλιου:
Πτυχιούχος δάσκαλος και δικηγόρος από τη Δερβιτσάνη Δρόπολης, ο Θεόδωρος Μάλλιος πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Γι’ αυτό το εμφυλιακό κράτος τον φυλάκισε το 1945, και αργότερα τον έστειλε σε εξορία. Το 1958 επαναπατρίστηκε στην Αλβανία μετά από συμφωνία ανταλλαγής κρατουμένων μεταξύ Ελλάδας-Αλβανίας, και ήρθε ενθουσιασμένος να προσφέρει στη νέα συνθήκη «κομμουνισμού» ως δάσκαλος. Όμως συνελήφθη το 1963 και καταδικάστηκε σε 8 χρόνια φυλάκισης για «προπαγάνδα κατά του Κόμματος» (άρθρο 73 του Ποινικού Κώδικα). Μετά την αποφυλάκισή του υποβαθμίστηκε σε οικοδόμο του Γεωργικού Συνεταιρισμού. Το 1978 σε δημόσια συγκέντρωση διαπομπεύτηκε παρουσία όλης της Κοινότητας Δερβιτσάνης, προειδοποιητικά, με το θεσμό του «ντεμασκαρίσματος» (demaskimi, «βγάζουμε τη μάσκα του εχθρού του λαού»), κατηγορούμενος πως «εξήρε την Ελλάδα». Το 1988 καταδικάστηκε ξανά σε 10 χρόνια φυλάκισης, πάλι με το άρθρο 73. Αμνηστεύτηκε μετά τη μεταπολίτευση στην Αλβανία, και κατέφυγε στην Ελλάδα. Ήταν ο πρώτος Γραμματέας της Ένωσης.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!