του Θανάση Μουσόπουλου*

 

Στις 2 Ιουλίου, καλεσμένος από τη Εφορεία Αρχαιοτήτων Ξάνθης, στην αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου Αβδήρων, μίλησα για τη Μικρασιατική Πληγή 1922, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον στην άφιξη, εγκατάσταση και προσαρμογή των προσφύγων στην περιοχή Ξάνθης.

Στο τελευταίο μέρος της ομιλίας μου παρουσίασα τέσσερα ανέκδοτα σχετικά ποιήματά μου, τα οποία παραθέτω:

 

1.

 

Οδύσσεια από την Ανατολική στη Δυτική Θράκη

«Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία»
γράφει η Ουαρσάν Σάιρ, ποίητρια από την Κένυα.

Όμως το 1922 άφησες την πατρίδα όχι θέλοντας –
έτσι αποφάσισαν τ’ Αφεντικά του κόσμου.

Τέσσερις χιλιάδες χρόνια τα χνάρια σου –
τ’ άφησες.
Αυτά όμως αντιστέκονται – φωνάζουν αέναα.

 

2.

[Οι δύο τελευταίοι αιώνες περιλαμβάνουν πολλούς αγωνιστές και αγωνίστριες, κυριαρχούν του 1821 και του 1922 – μια συνέχεια αγώνων για την Ελευθερία]

 

«Η ιστορία του παλιού αγωνιστή»

(Αφιερωμένο στη Δ. Στ. και στο επιτελείο της)

 

Ένας παλιός αγωνιστής τυφλός
στο πλάι πάει και κρύβεται
και κλαίει.
Ο γέρος του Μοριά
κι ο μπάρμπα- Μακρυγιάννης
από τα χέρια τον κρατούν
κι αυτοί μαζί του κλαίνε.
Ένας παλιός αγωνιστής τυφλός
στη Σμύρνη ακούει
κραυγές φωνές και κλάηματα
στην Οδησσό, στην Κύπρο, στην Αγχίαλο.
Ένας παλιός αγωνιστής τυφλός
δύο αιώνες τρέχει να βρει το φως του.
Μαζί του τρέχουνε παιδιά,
αγόρια και κορίτσια,
τα μάτια τους ανοίγουνε, διαβάζοντας.
Οράματα και Θάματα του θείου Μακρυγιάννη.
Φωτοχαράζει στον παλιό αγωνιστή,
στα μάτια τα τυφλά,
η νέα Ελευθερία.

 

3.

[Ένας διάλογος ανάμεσα σε Ρωμιό πρόσφυγα από τη Μικρασία που ήρθε στην Ελλάδα και Τούρκο πρόσφυγα που από την Ελλάδα πήγε στην Τουρκία]

 

Διάλογος προσφυγών (16/2/22)

 

– Έφυγες και μας άφησες μονάχους λυπημένους.
Περίμενα να ρθεις, τον ήλιο να δούμε το πρωί,
τον ήλιο και στη δύση.

Κράτησα μόνο τη σκιά του πρώτου βήματός σου.
Και δεν μιλάς κι όλο σιγάς –
δάκρυα μόνο έστειλες με τ’ άσπρο περιστέρι.

– Έφυγα και σας άφησα μονάχους λυπημένους.
Κι εδώ που ήρθα έβλεπα τον ήλιο, μόνος το πρωί,
τον ήλιο μόνος και στη δύση.

Κράτησα μόνο τη σκιά του πρώτου βήματός μου.
Και δεν μιλώ κι όλο σιγώ –
δάκρυα μόνο έστειλα με τ’ άσπρο περιστέρι,

απ’ την καινούρια μας φωλιά που ζούμε νέους τόπους…

 

4.

[Τα αρχαία Άβδηρα ιδρύθηκαν από πρόσφυγες της Ιωνικής πόλης Τέω]

 

Η διαλεκτική των προσφύγων

 

– Πατέρα, πέφτουμε στο πέλαγος
γιατί; πατέρα πες μου!

– Τι να σου πω αγόρι μου;
Ξέρω κι εγώ το λόγο;
Μέσα μου μια φωτιά ψιλή
Με καίει και με λιγώνει.
Γύρω φωτιές –
τρανές κραυγές –
ψυχές που βγαίνουν
με πληγώνουν.
Φουντώνουν την ελπίδα μου
να βρούμε τη ζωή μας.

– Πού θα τη βρούμε τη ζωή
πάτερα πατερούλη;
Μέσα στο αίμα στο λυγμό
στ’ αποκαΐδια μέσα ;

– Γλυκό ψωμί , γλυκό νερό
μας κόβουν κάθε μέρα
οι Πέρσες βάζουν τις φωτιές
αυτοί μας χαντακώνουν.

Μέσα στο πέλαγος ορμούν φωτιές
μα σβήουνε. Και – διες – ανάβουνε
στη θέση τους ελπίδες.
Την Τέω την πατρίδα μας
αφήνουμε με πόνο.
Όπου κι αν πας θα βρεις λίγη γη
ν’ ακουμπήσεις τον πόνο σου
και να φυτέψεις την πνοή σου
να καρπίσεις τον καινούριο τόπο
ένας θεός βαθιά στη γη σε περιμένει
γύρω ανθρώπινα χνώτα να ζεστάνουν τον αυλόγυρο και τη φωλιά σου.
Γι’ αυτό παιδί μου πέφτουμε στο πέλαγος, νυν και αεί.
– Νυν και αεί , πατέρα πατερούλη.

 

* Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!