του Μανώλη Σουρανάκη*
Με αφορμή τα μπλόκα των αγροτών και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει ξεκινήσει ή μάλλον θα έπρεπε να ξεκινήσει μια ευρύτερη συζήτηση στην κοινωνία που αφορά τα τρόφιμα. Τις ανάγκες των κοινωνιών, τους τρόπους παραγωγής και την ασφάλεια των καταναλωτών.
Μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα η παραγωγή τροφίμων αγροτικών, κτηνοτροφικών κ.λπ., προϊόντων γινόταν κυρίως στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς με πατροπαράδοτους τρόπος, άροτρο, σκαπέτι, αλώνισμα κ.λπ.
Τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν από τότε που τα αγροτικά προϊόντα από ανταλλακτικές αξίες έγιναν εμπορεύματα. Από τότε που άρχισαν να χρησιμοποιούνται στη γεωργία μηχανικά μέσα (τρακτέρ, θεριζοαλωνιστικές μηχανές κ.λπ.). Από τότε που άρχισαν να χρησιμοποιούνται στον πρωτογενή τομέα χημικά, λιπάσματα, γεωργικά φάρμακα, κτηνιατρικά φάρμακα κ.λπ. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν η μείωση του αγροτικού πληθυσμού και η αύξηση της παραγωγής.
Μέχρι εδώ σχεδόν καλά.
Στη συνέχεια έχουμε την εξέλιξη της βιολογίας και την εμφάνιση της γενετικής μηχανικής και της βιοτεχνολογίας που σε συνδυασμό με τις ήδη εξελιγμένες τεχνολογίες των φαρμάκων, χημικών και μηχανημάτων υπόσχονται ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγής, με ακόμη όμως μεγαλύτερη μείωση των απασχολούμενων στον πρωτογενή τομέα και ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των κερδών των αντίστοιχων επενδυτών.
Ήδη βέβαια σε γενικότερο οικονομικό επίπεδο είχε χτυπήσει το καμπανάκι της υπερπαραγωγής στον τομέα της βιομηχανίας, των κατασκευών και όχι μόνο, άρα διάφοροι επενδυτές άρχισαν να ενδιαφέρονται για επενδύσεις στον πρωτογενή τομέα. Όλα αυτά βέβαια εξελίσσονται με άλματα και πισωγυρίσματα, που έχουν να κάνουν με τη δυναμική των κεφαλαίων που επενδύονται αλλά και με τις κρατικές παρεμβάσεις, οι οποίες γίνονται πάντα υπέρ των ισχυρότερων οικονομικών ομάδων.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μας τη συντομότατη αυτή εισαγωγή θα προσπαθήσουμε να δούμε, να κατανοήσουμε τι συμβαίνει σήμερα στη χώρα μας. Σε μία χώρα όπου διαπιστώνουμε τη ραγδαία μείωση του αγροτικού πληθυσμού, τη μετατροπή παραγωγικών γαιών σε μη παραγωγικές, την τεράστια εισαγωγή προϊόντων του πρωτογενούς τομέα από το εξωτερικό. Δηλαδή έχουμε τεράστια επισιτιστική ανεπάρκεια, άρα τεράστια εξάρτηση επισιτιστική, άρα τεράστια εξάρτηση στη χώρα. Πάει περίπατο η περιβόητη εθνική ανεξαρτησία.
ΣΤΗ ΧΩΡΑ μας δεν υπήρξε ποτέ μια εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα. Η ένταξη στην ΕΟΚ και η παγκοσμιοποίηση στη συνέχεια, έδωσε ουσιαστικά το τελειωτικό χτύπημα στον καρκινοβατούντα πρωτογενή τομέα. Τώρα απολαμβάνουμε αυτές τις συνέπειες. Η χώρα μας δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπη στη παραγωγή προϊόντων βοοειδών, χοίρων και κοτόπουλων. Τι έγινε όμως με τον τομέα της αιγοπροβατοτροφίας που δεν είχε ανταγωνισμό; Και εδώ δεν έγινε τίποτα, ανυπαρξία και ανικανότητα συγκρότησης εθνικής πολιτικής. Οι όποιες ενισχύσεις δόθηκαν, που δόθηκαν, οδηγήθηκαν σε τσέπες ημετέρων και σε κάθε περίπτωση δεν ελέγχθηκαν που πήγαν. Αυτά ήταν ο προπομπός του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) μια πολιτική στα πλαίσια της λογικής του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, έχει νόημα σε ισότιμες χώρες. Είναι ισότιμες οι χώρες Ε.Ε; Όχι βέβαια! Οι ελληνικές κυβερνήσεις στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους υπερασπίστηκαν τα συμφέροντα του πρωτογενούς τομέα, τη διατροφική επάρκεια ανεξαρτησίας της χώρας μας; Όχι βέβαια.
Σήμερα διεθνώς αλλά και ιδιαιτέρως στη χώρα ο πρωτογενής τομέας βρίσκεται στη συρρίκνωση και διωγμό.
- Καλλιεργήσιμες γαίες παύουν να καλλιεργούνται, γίνονται οικόπεδα για τουριστική χρήση και εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών.
- Εντατικοποιείται η χρήση φαρμάκων και άλλων τεχνολογιών για παραγωγή προϊόντων ισόποσων λόγω της μείωσης των καλλιεργούμενων εκτάσεων αλλά χαμηλής ποιότητας και αρκετές φορές επιβλαβών για την υγεία των καταναλωτών.
- Εξαφανίζονται ντόπιοι σπόροι, ντόπιες φυλές ζώων και αντικαθίστανται με πατενταρισμένα υποκείμενα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από τις παραγωγικές εταιρείες. Τα πατενταρισμένα αυτά υποκείμενα, φυτά και ζώα δεν είναι προσαρμοσμένα στον δικό μας περιβάλλον και άρα είναι ευπαθή και πολλές φορές το μολύνουν.
- Η όποια μικρή ποιοτική παραγωγή απευθύνεται σε εύπορα κοινωνικά στρώματα, μιας και η πλειοψηφία με τις χαμηλές αποδοχές αδυνατεί να αγοράσει τα καλύτερης ποιότητας αλλά και ακριβότερα τρόφιμα.
Πού βρισκόμαστε λοιπόν;
- Μείωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων.
- Μείωση αγροτικού πληθυσμού.
- Χρήση μη φυσικών τρόπων για παραγωγή ισόποσων ή περισσότερων προϊόντων ακατάλληλο πολλές φορές για τον καταναλωτή.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο εξής δίλημμα. Θέλουμε να παράγουμε ένα κιλό πατάτες με δέκα εργατοώρες και ένα κιλό φυτοφάρμακα ή ένα κιλό πατάτες με μία εργατοώρα και δέκα κιλά φυτοφάρμακα και στη συνέχεια να ψάχνουμε το καλύτερο ογκολογικό κέντρο για να θεραπευτούμε;
Ανέφερα αυτό το παράδειγμα για να πω ότι αυτό που πρέπει να προβληματίσει τους καταναλωτές αλλά και τους παραγωγούς είναι το παραγωγικό μοντέλο που επιθυμούμε.
ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ ένα παραγωγικό μοντέλο που θα καλύπτει τις ανθρώπινες ανάγκες ή ένα παραγωγικό μοντέλο που θα καλύπτει το χρηματιστήριο; Σ’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα, προέχει να απαντήσουν και οι παραγωγοί και οι καταναλωτές. Από την απάντηση που θα δοθεί θα εξαρτηθεί το μέλλον των ανθρωπίνων κοινωνιών. Τα μπλόκα λοιπόν των αγροτών θέτουν ένα τεράστιο ζήτημα. Είναι ο άνθρωπος κομμάτι της φύσης, είναι διαχειριστής της φύσης ή είναι κυρίαρχος της φύσης;
Ένα παραγωγικό μοντέλο με βάση τις ανθρώπινες φυσικές διατροφικές ανάγκες ή ένα παραγωγικό μοντέλο όπου η πηγή πρωτεϊνών θα είναι τα σκουλήκια, τα έντομα, τα φύκια ή οι τεχνητές πρωτεΐνες του εργαστηρίου;
Η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας μείωσε τις θέσεις εργασίας. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της υπερπερίσειας του εργατικού δυναμικού, απαιτείται μείωση των ωρών εργασίας, απασχόληση σε παραγωγικές εργασίες, στον πρωτογενή τομέα πρώτιστος και έμφαση του σκέλους του πολιτισμού. Αν λάβουμε υπ’ όψιν και την κλιματική κρίση, τότε η υιοθέτηση παραγωγικών μοντέλων στον πρωτογενή φιλικών προς το περιβάλλον και τον άνθρωπο είναι επιτακτική και αναγκαία.
Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και την πρόσφατη συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur τα πράγματα για τον πρωτογενή τομέα της χώρας μας είναι «μαύρα». Η συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur δεν είναι αναπτυξιακή ή αμοιβαία επωφελής. Είναι μια συμφωνία μη επωφελής για τον πρωτογενή τομέα της Ευρώπης και κυρίως της χώρας μας. Η αθρόα εισαγωγή χωρίς δασμούς αγροτικών προϊόντων από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου επιτρέπεται η καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένων φυτών και όχι μόνο που η μεταφορά των προϊόντων απαιτεί τη χρήση ισχυρών χημικών παραγόντων για να μην χαλάσουν, οδηγεί στη διάλυση του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας.
Αυτά πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους και οι απεργοί αγρότες και κτηνοτρόφοι, γιατί αυτά είναι τα σοβαρά προβλήματα της γεωργίας και της κτηνοτροφίας στη χώρα μας. Εάν με ένα μαγικό τρόπο λύνονταν όλα τα αιτήματά τους, τι νομίζετε ότι θα συνέβαινε του χρόνου ή την άλλη χρονιά, αν δεν αρχίσουν να λύνονται τα πιο βασικά προβλήματα;
* Ο Μανώλης Σουρανάκης είναι κτηνίατρος






































































