Ο Δρόμος συνέχισε τη συνομιλία με τον Κωνσταντίνο Καλυμνιό, ενεργό μέλος της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, επικεντρώνοντας τώρα στο κρίσιμο ζήτημα της ανάπτυξης της ελληνικής παιδείας στην Αυστραλία*:

 Η Κοινότητά σας σχεδόν μόνη της παλεύει, διαχρονικά, για την ανάδειξη της ελληνικής παιδείας και γλώσσας στην Αυστραλία. Θα θέλαμε μια περιεκτική παρουσίαση των επιτυχιών της.

Η ελληνική παροικία της Αυστραλίας έχει οικοδομήσει, επί περισσότερο από έναν αιώνα, ένα συνεκτικό και ανθεκτικό σύστημα ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης, που εκτείνεται από την προσχολική ηλικία έως την πανεπιστημιακή βαθμίδα. Σε ολόκληρη τη χώρα λειτουργούν απογευματινά σχολεία ελληνικής γλώσσας, ιδρυμένα και συντηρούμενα από κοινότητες, εκκλησιαστικούς φορείς και ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Στα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα του Ελληνισμού, όπως η Μελβούρνη και το Σίδνεϊ, λειτουργούν ημερήσια σχολεία όπου η ελληνική διδάσκεται συστηματικά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η γλώσσα έχει ενταχθεί στο επίσημο πρόγραμμα σπουδών σε δημόσια σχολεία.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του 2025, η ελληνική παραμένει μία από τις πλέον χρηματοδοτούμενες γλώσσες στη Βικτώρια, με περισσότερους από 4.000 μαθητές σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης. Η ένταξή της στο σύστημα εξετάσεων Λυκείου συνιστά έμπρακτη θεσμική αναγνώριση. Το γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα διατηρεί οργανωμένη παρουσία σε μια κατ’ εξοχήν αγγλόφωνη κοινωνία αποτελεί ιστορικό επίτευγμα για μια μεταναστευτική παροικία με παρουσία άνω των 150 ετών.

Η Κοινότητα δεν περιορίστηκε στη σχολική διδασκαλία. Δημιούργησε πολιτισμικό οικοσύστημα μέσω φεστιβάλ, θεατρικών παραστάσεων, μουσικών σχημάτων, ραδιοφωνικών εκπομπών και εκδοτικών δραστηριοτήτων. Η ελληνική απέκτησε δημόσια ορατότητα και κοινωνική λειτουργία. Η πρώτη γενιά μετέτρεψε την αγωνία διατήρησης της ταυτότητας σε θεσμική πράξη, επενδύοντας οικονομικούς πόρους και εθελοντική εργασία. Η επιβίωση της ελληνικής πέραν της τρίτης γενιάς σε σημαντικό βαθμό συνιστά παράδειγμα γλωσσικής ανθεκτικότητας, σπάνιο σε συγκρίσιμες κοινότητες διασποράς. Αυτά είναι τα θετικά.

Εμφανίζεται όμως σήμερα ένα πρόβλημα μη διάδοσης ή μη χρήσης της ελληνικής γλώσσας μέσα στην Κοινότητα…

Πράγματι, παρά τη θεσμική κατοχύρωση, παρατηρείται έντονη μείωση της συνέχειας της γλώσσας στις ανώτερες βαθμίδες. Το 2023 μόλις 196 μαθητές συνέχισαν τα Νέα Ελληνικά έως το επίπεδο Β΄ και Γ΄ Λυκείου στη Μελβούρνη. Η εικόνα αυτή αντανακλά βαθύτερες κοινωνιογλωσσικές μετατοπίσεις.

Η ελληνική παροικία αποτελεί πλέον καθιερωμένη και πλήρως ενταγμένη κοινότητα. Σε τέτοιες συνθήκες η γλώσσα της πλειονότητας καθίσταται γλώσσα κοινωνικής κινητικότητας, επαγγελματικής ανέλιξης και δημόσιας ζωής. Υπάρχει και μια ψυχολογική και πολιτισμική διάσταση ελάχιστα μελετημένη. Στις αγγλόφωνες κοινωνίες η πολυγλωσσία γίνεται ανεκτή ως πολιτισμικό χαρακτηριστικό, η αγγλική όμως λειτουργεί ως κανονιστικό πρότυπο κύρους. Η χρήση της μητρικής γλώσσας συχνά ταυτίζεται με την πρώτη γενιά μεταναστών. Υφίσταται σαφής ταξικός κώδικας. Οι πρώτοι μετανάστες απεικονίσθηκαν ιστορικά ως χαμηλής κοινωνικής και οικονομικής τάξης, περιορισμένης εκπαίδευσης, φορείς μιας παρωχημένης κουλτούρας. Το στερεότυπο αυτό ενσωματώθηκε στον δημόσιο λόγο και διαμόρφωσε υπόγεια μια ιεραρχία πολιτισμικού κύρους.

Ο Βορειοηπειρώτης Σπυρίδων Λιώλιος και η σύζυγός του Βασιλική διατήρησαν την Ελληνική Ακαδημία Μελβούρνης από το 1967 έως το 1992.

Η διαδικασία αυτή συνιστά μορφή θεσμικού και πολιτισμικού ρατσισμού, όπου η γλώσσα και η προφορά λειτουργούν ως δείκτες κοινωνικής θέσης. Η αγγλική αποκτά συμβολική υπεροχή, ενώ οι γλώσσες μεταναστών τοποθετούνται σε κατώτερη βαθμίδα. Η εσωτερίκευση αυτής της ιεράρχησης οδηγεί σε εσωτερικευμένο ρατσισμό. Τα παιδιά μεταναστών απορροφούν τα υπονοούμενα της κυρίαρχης κουλτούρας και επιδιώκουν αποστασιοποίηση από οτιδήποτε συνδέεται με το μεταναστευτικό παρελθόν. Η εγκατάλειψη της γλώσσας μετατρέπεται σε στρατηγική κοινωνικής ένταξης και συμβολικής αναβάθμισης.

Σε αυτή τη δυναμική προστίθεται η αντίληψη περί έλλειψης απτών επαγγελματικών προοπτικών. Δεν υφίσταται ευδιάκριτη επαγγελματική διαδρομή για αποφοίτους νεοελληνικών σπουδών, ούτε εκτεταμένο δίκτυο πανεπιστημιακών εδρών που να προσδίδει κύρος και ερευνητική συνέχεια. Από τα πέντε πανεπιστήμια που δίδασκαν ελληνικά στη Μελβούρνη το 1996, σήμερα παραμένει ένα. Η συρρίκνωση αυτή ενισχύει την εντύπωση περιορισμένου πρακτικού οφέλους. Έτσι, πολλοί γονείς πείστηκαν ότι η ελληνική θα επιβραδύνει την ένταξη των παιδιών τους ή θα περιορίσει τις επαγγελματικές τους προοπτικές. Η χαλάρωση των δεσμών με τον τόπο καταγωγής επιτείνει το φαινόμενο. Συχνά πλέον η ελληνικότητα βιώνεται ως πολιτισμική αναφορά και όχι ως καθημερινή γλωσσική πράξη.

Επιπλέον, ακόμη και όταν οι Ελληνοαυστραλοί διαθέτουν γλωσσική επάρκεια, αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στη διατήρηση ουσιαστικών επιχειρηματικών ή εκπαιδευτικών δεσμών με τη μητρόπολη. Τα επιχειρηματικά και νομικά συστήματα Ελλάδας και Αυστραλίας διαφέρουν αισθητά. Η εκτεταμένη γραφειοκρατία και η πολυπλοκότητα διοικητικών διαδικασιών στην Ελλάδα λειτουργούν αποτρεπτικά για επαγγελματίες που έχουν διαμορφώσει διαφορετική θεσμική κουλτούρα. Η περιορισμένη αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων δυσχεραίνει την άσκηση επαγγέλματος στην Ελλάδα, ενώ οι διαθέσιμες ευκαιρίες σταδιοδρομίας παραμένουν περιορισμένες.

Τέλος, υφίσταται και ιδεολογική διάκριση μεταξύ αρχαίου και σύγχρονου ελληνισμού. Η αρχαία Ελλάδα προβάλλεται ως παγκόσμιο πολιτισμικό κεφάλαιο, ενώ η σύγχρονη ελληνική ταυτότητα δεν απολαμβάνει αντίστοιχη συμβολική αναγνώριση…

Ποιες είναι οι προτάσεις της Κοινότητας προς τη Μητροπολιτική Ελλάδα για την ανάπτυξη και διάδοση της ελληνικής παιδείας;

Η Ελλάδα χρειάζεται μια συνεκτική, μακροπρόθεσμη και στρατηγικά επεξεργασμένη πολιτική για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση εκτός συνόρων, με σαφή ορισμό στόχων, ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμους δείκτες αξιολόγησης. Η πολιτική για τη διασπορά οφείλει να στηρίζεται σε θεσμική συνέχεια, επιστημονική τεκμηρίωση και ουσιαστική γνώση των συνθηκών που επικρατούν στις παροικίες.

Η αισθητή μείωση του αριθμού των αποσπασμένων εκπαιδευτικών τα τελευταία χρόνια δημιουργεί κενά και αποδυναμώνει τη λειτουργική σταθερότητα των σχολικών μονάδων. Παράλληλα, το σύστημα αποσπάσεων απαιτεί αναθεώρηση ως προς την ποιότητα και τη στόχευση. Επιπλέον, το υψηλό κόστος ζωής στην Αυστραλία καθιστά δυσχερή τη διαβίωση με μισθολογικά δεδομένα που ανταποκρίνονται στην ελληνική πραγματικότητα. Η οικονομική αναπροσαρμογή των όρων απόσπασης αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα του θεσμού. Επίσης η διοικητική ακαμψία έχει διακόψει σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυχημένες εκπαιδευτικές πορείες, καθώς ικανοί εκπαιδευτικοί επέστρεψαν στην Ελλάδα με τη λήξη της θητείας τους παρά την επιθυμία συνέχισης. Η πρακτική αυτή αποδυνάμωσε τη θεσμική μνήμη και την παιδαγωγική συνέχεια.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η απουσία συνολικής, επιστημονικά τεκμηριωμένης αξιολόγησης της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στην Αυστραλία. Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί αποτελούν πηγή υπερηφάνειας για την παροικία, γεγονός που συχνά συνοδεύεται από επιφυλακτικότητα απέναντι σε μια ειλικρινή κριτική εξέταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σχολικές μονάδες λειτουργούν περισσότερο ως χώροι κοινωνικής φύλαξης ή ως συμβολική ανταπόκριση σε οικογενειακές προσδοκίες, παρά ως δομές συστηματικής γλωσσικής καλλιέργειας. Η φοίτηση συχνά ικανοποιεί κοινοτικές ανάγκες ταυτότητας χωρίς να συνοδεύεται από μετρήσιμη γλωσσική πρόοδο…

Παράλληλα, απαιτείται επένδυση σε πανεπιστημιακές έδρες και ερευνητικά κέντρα στο εξωτερικό, ώστε να διασφαλιστεί η επιστημονική νομιμοποίηση και το διεθνές κύρος της νεοελληνικής. Ένα συνεκτικό πλαίσιο υποτροφιών, θερινών προγραμμάτων, ανταλλαγών και ψηφιακών συνεργασιών μπορεί να συνδέσει τη νέα γενιά με τη σύγχρονη Ελλάδα και να ενισχύσει τη βιωσιμότητα της γλώσσας. Οι Έλληνες της Αυστραλίας διαθέτουν ιστορία άνω των 150 ετών. Η ελληνική πολιτεία, εφόσον συνεχίζει να πιστεύει ότι η επένδυση στην ελληνομάθεια της διασποράς αποφέρει κέρδος, καλείται να διαμορφώσει θεσμοθετημένο και διαρκή διάλογο με την παροικία, ώστε να καθοριστούν κοινά αποδεκτοί στόχοι και μετρήσιμα αποτελέσματα.

* Η πρώτη συνομιλία αφορούσε τη στοχοποίηση ηλικιωμένων κυρίως Ελλήνων μεταναστών από νεοφερμένους «καθαρόαιμους λευκούς» σε γειτονιές της Μελβούρνης που τώρα «αναβαθμίζονται» («Οι ηλικιωμένοι Έλληνες στοχοποιούνται επειδή δεν είναι αόρατοι», φύλλο 759).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!