Κύπρος: Οι συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου
Πενήντα χρόνια έχουν περάσει από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου και την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Κυπριακό ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει άλυτο. Αποτελεί μία από τις πλέον μακροχρόνιες και δυσεπίλυτες περιφερειακές συγκρούσεις της σύγχρονης εποχής με διεθνείς προεκτάσεις από τα τέλη της δεκαετίας του 1940.
Η γένεση του κυπριακού προβλήματος και η πορεία του έως το 1959, της Βασιλικής Λάζου
Το Κυπριακό ως πρόβλημα αυτοδιάθεσης, του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου: "Η αλυσιτελής ανεξαρτησία και η δεσμευμένη δημοκρατία", του Δημήτρη Στεμπίλη
Η στάση της ελληνικής και κυπριακής Αριστεράς απέναντι στις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, του Αντώνη Αντωνίου
Αποχαιρετώντας την Έλενα Πατρικίου
Στο δέκα θα βρίσκεστε στην Ευρώπη…
Φεμινισμός είναι η πράξη
Τον 19ο αιώνα και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού, η ελάχιστη δικαιοσύνη ήταν η πολιτική χειραφέτηση. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας της ψήφου προέκυψε από τον εξευτελισμό του αποκλεισμού. Όταν το 1846, στο 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο κατά της Δουλείας στο Λονδίνο, απαγορεύτηκε στις γυναίκες αντιπροσώπους των ΗΠΑ να συμμετάσχουν στις διαδικασίες, έγινε ολοφάνερο πως ήταν ειρωνικά μάταιο να αγωνίζονται (παίρνοντας αδιανόητα ρίσκα) για την ελευθερία των άλλων, την στιγμή που οι ίδιες δεν είχαν το στοιχειώδες δικαίωμα της συμμετοχής. Αλλά η διεκδίκηση συμμετοχής στα πολιτικά δικαιώματα πολύ γρήγορα έγινε διεκδίκηση συμμετοχής στην εκπαίδευση, την οικονομική ανεξαρτησία, τον λόγο, την πράξη. Και, χωρίς ακόμα να λέγεται εντελώς καθαρά, διεκδίκηση αυτονομίας και αυτοπροσδιορισμού, άρα δικαίωμα αυτονομίας του γυναικείου σώματος. Το σώμα μας, ο εαυτός μας – από τότε.
Το σώμα δέχεται πρώτο αυτό την ταπείνωση και την καταπίεση του ετεροπροσδιορισμού. Δέχεται πρώτο την επιβολή. Και προσχωρεί πρώτο στην πράξη της επανάστασης. Κι ας μοιάζει σαν οι διεκδικήσεις που αφορούν την ανεξαρτησία του γυναικείου σώματος να ήρθαν, ιστορικά μιλώντας, τελευταίες (με το δεύτερο κύμα του φεμινισμού, δηλαδή μετά το 1965). Γιατί όταν οι γυναίκες «βγήκαν», μεταφορικά, αλλά κυρίως κυριολεκτικά, από τον ιδιωτικό χώρο και διεκδίκησαν τον δημόσιο, αυτό που, μεταφορικά αλλά κυρίως κυριολεκτικά, βγήκε προς τα έξω για να διεκδικήσει και να εκτεθεί, ήταν το σώμα τους.
Η γυναικεία πράξη και, πολύ περισσότερο, η φεμινιστική πράξη είναι, σχεδόν εξ ορισμού, καταρχήν σωματική.
Ίσως γι’ αυτό οι γυναίκες εφηύραν ως πολιτικό όπλο την απεργία πείνας (το 1909). Η απεργία πείνας μεταφέρει την πολιτική διεκδίκηση στο επίπεδο του σώματος. Στο κοινωνικό επίπεδο, οι γυναίκες σιτίζονταν πάντα και σε κάθε κοινωνία λιγότερο καλά από τους άντρες. Στο ψυχικό επίπεδο, η οικειοθελής στέρηση της τροφής, σήμερα γνωστή ως νευρική ανορεξία, ήταν ένας τρόπος να δηλωθεί το χάσμα ανάμεσα στην αναπόδραστη καταπίεση και την επιθυμία της διαφυγής. Οι γυναίκες που δεν άντεχαν τη βιαιότητα της αντρικής εξουσίας στα σπίτια τους, έπαυαν να τρώνε. Οι γυναίκες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με την κρατική εξουσία στις φυλακές ανακάλυψαν ως όπλο την απεργία πείνας. Οι περιγραφές της βίαιης σίτισης (με ένα σωλήνα που, περνώντας από τα ρουθούνια και ξεσκίζοντας τον οισοφάγο, άδειαζε υγρή τροφή στα στομάχια των κρατούμενων γυναικών) μοιάζουν με περιγραφές βιασμού. Αλλά αν ο πραγματικός βιασμός είναι το απόλυτο όπλο στον ακήρυχτο πόλεμο κατά των γυναικών, ο μεταφορικός βιασμός της βίαιης σίτισης αποδείχθηκε ανεπαρκής. Γιατί οι γυναίκες που την υπέστησαν δεν κάμφθηκαν. Ακόμα χειρότερα, δημοσιοποίησαν τη φρίκη. Και η δημοσιοποίηση, η δημόσια έκθεση του σώματος και του λόγου τους, ήταν τελικά η αποτελεσματικότερη φεμινιστική πράξη σε ένα αγώνα που δεν έχει τελειώσει ακόμα.
Όταν, μισό αιώνα αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μια άλλη γενιά γυναικών ξανάπιασε το κομμένο νήμα του φεμινισμού, ήταν λογικό το γυναικείο σώμα να βρεθεί στο επίκεντρο των διεκδικήσεων και να γίνει το επίκεντρο της φεμινιστικής πράξης. Ο αγώνας για γυναικείο έλεγχο της μητρότητας και των αναπαραγωγικών λειτουργιών, ο αγώνας για ελεύθερη ασφαλή αντισύλληψη και ελεύθερη ασφαλή έκτρωση, ο αγώνας κατά του βιασμού, κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης, κατά της πορνογραφίας, ήταν τα επιμέρους κεφάλαια ενός ενιαίου αγώνα για το δικαίωμα των γυναικών να κατέχουν, αυτές και μόνον αυτές, επιτέλους, το ίδιο τους το σώμα.
Στην «Τζέιν», την Παράνομη Υπηρεσία Εκτρώσεων, που ιδρύθηκε το 1969 στο Σικάγο, συμμετείχαν πάνω από 3.000 νέες γυναίκες και ώς το 1973, όταν νομιμοποιήθηκαν οι εκτρώσεις στις ΗΠΑ, έκαναν πάνω από 12.000 παράνομες εκτρώσεις. Στην αρχή απλώς βοηθούσαν τις γυναίκες να βρουν γιατρό και πρόσφεραν ψυχολογική και πρακτική στήριξη, μετά επέβαλαν στους γιατρούς τους δικούς οικονομικούς και δεοντολογικούς όρους, μετά έγιναν παραϊατρικοί βοηθοί στις επεμβάσεις, μετά έμαθαν να προκαλούν ασφαλείς αποβολές σε γυναίκες που είχαν περάσει το πρώτο τρίμηνο εγκυμοσύνης, και στο τέλος έμαθαν να κάνουν οι ίδιες τις αποξέσεις. 12.000 παράνομες, αλλά εντελώς ασφαλείς εκτρώσεις, μέσα σε ανθρώπινες συνθήκες. Kάνοντας πράξη (και μάλιστα άκρως παράνομη) τη φεμινιστική διεκδίκηση, η «Τζέιν» εντάχθηκε σε μία πανάρχαια γυναικεία παράδοση μαιευτικής. Πολύ περισσότερο, έδωσε ένα νέο νόημα σ’ αυτήν την παράδοση, το νόημα της συνειδητής στάσης και του δικαιώματος στην ελεύθερη επιλογή για όποιο θέμα αφορά το σώμα μας. Δηλαδή, τον εαυτό μας.
Η φεμινιστική πράξη είναι πάντα προκλητική. Κυρίως εξαιτίας της άκρας σωματικότητάς της. Κυρίως επειδή εκθέτει το γυναικείο σώμα διεκδικώντας την απελευθέρωσή του από τους έξωθεν προσδιορισμούς. Κυρίως γιατί θυμίζει πως είμαστε το σώμα μας και πως η ελευθερία είναι πρώτ’ απ’ όλα ελευθερία του σώματος.
Η κλειδαριά – Επιστροφή στην Αρμενία
Ο Ιανός των δικαιωμάτων. Μια Γενεαλογία
Το Κυπριακό ως πρόβλημα αυτοδιάθεσης
Αποκέντρωση εναντίον συγκεντρωτισμού
των Δημήτρη Στεμπίλη – Δέσποινας Γρηγοριάδου *.
Η θεσμική ιστορία της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα έως τη δεκαετία του 1980.
Αφιέρωμα: ΔΕΘ 2010
Κάθε χρόνο, τις πρώτες ημέρες του Σεπτέμβρη η Θεσσαλονίκη έχει το δικό της Σαββατοκύριακο. Κυβερνητικές εξαγγελίες, μεγάλες διαδηλώσεις, συγκρούσεις και κοκτέιλ πάρτι στο περιθώριο της ΔΕΘ, στρέφουν τα φώτα της δημοσιότητας στη «συμπρωτεύουσα», που για δύο μέρες αποτελεί το επίκεντρο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας. Η Θεσσαλονίκη τον υπόλοιπο χρόνο χάνει τη «λαμπερή» εικόνα της και φιγουράρει στον Τύπο ως η πρωτεύουσα της ανεργίας, της ελαστικής εργασίας και της εθνικοδεξιάς του Άνθιμου και του Ψωμιάδη.
Η Θεσσαλονίκη είναι, όμως, και η πόλη των ιστορικών εργατικών αγώνων, των αντιστάσεων και των κινημάτων, που καταγράψαμε την προηγούμενη χρονιά μέσα από τις σελίδες της «άλλης Θεσσαλονίκης».
Με αφορμή τη ΔΕΘ ζητήσαμε από ενεργούς πολίτες αυτής της πόλης να αναδείξουν με κείμενα τους τα μεγάλα ανοιχτά ζητήματα της Θεσσαλονίκης, που σίγουρα δεν θα λυθούν με τις κυβερνητικές εξαγγελίες του διημέρου, αλλά θα μας συντροφεύουν όλη τη χρονιά που έρχεται, εκτός και αν οι αγώνες του λαού αλλάξουν το ρου των πραγμάτων.
Συντακτική oμάδα Δρόμου στη Θεσσαλονίκη
Από τις φιέστες υποδοχής στις αγωνιστικές διαδηλώσεις, του Λευτέρη Αρβανίτη
Τότε που Έκθεση σήμαινε πολιτισμός…, του Βασίλη Κεχαγιά
Σταθερά σε τροχιά οπισθοδρόμησης η Θεσσαλονίκη, του Γιώργου Τοζίδη
Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα της ανεργίας, του Θεόφιλου Σιχλετίδη
Οι ελεύθεροι χώροι στο απόσπασμα, του Γιάννη Καϊμακτσίδη
Το κύκνειο άσμα της πλήρους απασχόλησης, της Ντίνας Ταχταλίδου
68 χρόνια από τον Δεκέμβρη του ’44
Πέρασαν 68 χρόνια από τον Δεκέμβρη 1944 και οι 33 ημέρες που συγκλόνισαν την Αθήνα εξακολουθούν να εμπνέουν αλλά και να διχάζουν ιστορικούς και αναγνωστικό κοινό. Πολλά έχουν γραφεί για το Μεγάλο Δεκέμβρη, «το διαμάντι του αγώνα του έθνους μας για τη δημοκρατική αναδημιουργία και την ανεξαρτησία της Ελλάδας», όπως έγραφε ο Ριζοσπάστης εκείνων των ημερών.
Το κομβικό όμως ερώτημα παραμένει: Τι ήταν ο Δεκέμβρης; «Οργή λαού» και «παλλαϊκή ένοπλη αντίσταση ενάντια στο πραξικόπημα της αντίδρασης που ήθελε να ανακόψει με τη βία την ομαλή και ειρηνική δημοκρατική εξέλιξη της χώρας» ή ένα πλημμελώς μελετημένο και εκτελεσμένο σχέδιο του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας; Τα Δεκεμβριανά δεν μπορούν να ερμηνευτούν εκτός του ιστορικού πλαισίου της Κατοχής και της Απελευθέρωσης και της πολιτικής που ακολούθησε το ΕΑΜ κατά την περίοδο αυτή ούτε και εκτός του γενικότερου πλαισίου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Εκ των υστέρων πολιτικές αναλύσεις και ερμηνείες συσκότισαν μέσα από το πρίσμα όσων ακολούθησαν τα αίτια και το χαρακτήρα της δεκεμβριανής σύγκρουσης. Μέσα από το αφιέρωμα αυτό επιχειρούμε να συμβάλουμε σε μία πιο ψύχραιμη και επιστημονική αποτίμηση, θεωρώντας ότι το σύνθημα της λαϊκής αντίστασης των ημερών εκείνων «όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα» είναι πάντα επίκαιρο.
33 μέρες σκληρής αναμέτρησης, του Γιώργου Μαργαρίτη
Λαϊκό ξέσπασμα οργής και αντίστασης, συνέντευξη του Μιχάλη Λυμπεράτου
Η μάχη της Αθήνας μέσα από μαρτυρίες
Οι προθέσεις του ΕΑΜ, ο ρόλος των Βρετανών, οι συγκρούσεις, συνέντευξη του Μενέλαου Χαραλαμπίδη
Βιβλιοπαρουσιάσεις










































































