Ήτανε άνοιξη, Σάββατο προς Κυριακή. Τους περίμενα μέχρι να τελειώσουν και να φύγουν οι θαμώνες. Βοήθησα να μαζέψουν καλώδια και συμπράγκαλα που ήτανε απλωμένα στο πάλκο του κλαμπ. Ο Γιάννης Πετρίδης, που ήταν ο οργανωτής της εξόρμησης, μου είχε αναθέσει να συνοδέψω το γκρουπ στη Θεσσαλία. Ο οδηγός του πούλμαν περίμενε απ’ έξω με τη μηχανή αναμμένη. Πρέπει να φύγαμε από την Αθήνα κατά τις τρεις τη νύχτα γιατί φτάσαμε στη Λάρισα γύρω στις 8 το πρωί, από την Εθνική Οδό, την παλιά εννοείται. Δεν μου φάνηκε η διαδρομή καθώς ήμουν κουρασμένος από το ξενύχτι και χαλαρωμένος από το ντουμάνι μέσα στο πούλμαν.
Το φρέσκο αεράκι και η έξαψη που προκαλούσε ο σκοπός του ταξιδιού με ζωήρεψαν μόλις βγήκα έξω από το λεωφορείο, με ανυπομονησία γι’ αυτό που θα ακολουθούσε, αλλά και περιέργεια για τους ανθρώπους μιας άγνωστης πόλης, πολύ διαφορετικής από τα Πατήσια. Μπήκαμε κατευθείαν στο σινεμά κι αφού ξεφορτώσαμε και κουβαλήσαμε τους ενισχυτές και τα τύμπανα στη μακρόστενη σκηνή κάτω από την οθόνη, οι μουσικοί έστησαν τα όργανά τους και έκαναν μια ολιγόλεπτη πρόβα με την υποτυπώδη μικροφωνική που ήταν ο κανόνας της εποχής. Ούτε κονσόλες ήχου, ούτε προβολείς, ούτε στήλες από ηχεία, ούτε ασύρματα μικρόφωνα. Αλλά ποιος ακροατής έδινε σημασία σ’ αυτά τότε! Το πάθος και ο ενθουσιασμός τα έβρισκαν όλα τέλεια.
Κατά τις 9, η πρόβα είχε ολοκληρωθεί και όλο το γκρουπ βγήκε στην πλατεία για καφέ. Αγουροξυπνημένοι αράξαμε στις καρέκλες του καφενείου και μέχρι να πιούμε τους τούρκικους, πλην εμού που έπινα λεμονάδα, άρχισε να μαζεύεται κόσμος, όχι στα γύρω τραπεζάκια, αλλά μπροστά μας, όρθιοι! Στέκονταν ακίνητοι και αμίλητοι και μας κοιτούσαν! Μόνο εγώ φαινόμουν κανονικός άνθρωπος, κοντό μαλλί, πουκάμισο και πουλόβερ, μαθητής ακόμα, με ένα λεπτό χαϊμαλί που δεν καλοφαινόταν από απόσταση. Στους ολόιδια ντυμένους και κουρεμένους που μας έκλειναν την ορατότητα, τα μέλη του συγκροτήματος φαίνονταν σαν εξωγήινοι, αλλόκοτοι, αξιοπερίεργοι. Ήταν 1968. Τα κατάμαυρα μαλλιά του Αντώνη Τριανταφύλλου σκέπαζαν λίγο τ’ αφτιά και το μέτωπό του, ο Πουλικάκος είχε μουστάκι, κλασική ένδειξη ανδρισμού, που όμως δεν ταίριαζε με την αισθητική του τόπου, με κάτι μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου ακανόνιστου σχήματος, ένα εμπριμέ φουλάρι, μια ζώνη με μεγάλη αγκράφα και μπότες. Ο Πολύτιμος επίσης φορούσε μαύρα γυαλιά και είχε ένα πουλόβερ ριχτό στους ώμους και οι υπόλοιποι φορούσαν κάτι ριγέ χρωματιστά πουκάμισα, γιλέκα και σακάκια που έβλεπαν οι άνθρωποι στα φιγουρίνια. Η συνολική εικόνα των επισκεπτών ήταν μάλλον αταίριαστη με την αδιατάρακτη ομοιομορφία της πόλης. Ούτε μας μιλούσαν ούτε μας αποδοκίμαζαν, απλά μας κοιτούσαν, με κάποιο γελάκι μερικοί.
Το κυριακάτικο πρωινό είχε μεγάλη επιτυχία. Ο μεγάλος κινηματογράφος ήταν κατάμεστος από μαθητόκοσμο, κυρίως αγόρια, με πολύ κοντό κούρεμα και λευκά μακρυμάνικα πουκάμισα. Εδώ κι εκεί κάποια τολμηρά κορίτσια, άβαφτα, με κάποιο διακριτικό αξεσουάρ, ένα κολιεδάκι από χάντρες, ένα δερμάτινο βραχιόλι, ένα μαντίλι στο λαιμό, ένα χτένισμα λίγο εξωσχολικό. Ενθουσιασμός, αγωνία, ένταση και συγκίνηση, καθώς ο ήχος των MGC έσπαγε το μονοπώλιο των ακουσμάτων και μόλυνε την πόλη με το Satisfaction και το Foxy Lady! Μέχρι που μπήκαν στην αίθουσα οι καθηγητές με τα γκρι πολυκαιρισμένα κοστούμια κι άρχισαν να επιτηρούν τους θαμώνες-μαθητές και να βγάζουν έξω όποιον τους φαινόταν ότι εκδηλώνεται υπερβολικά. Το είχα ξαναδεί αυτό στην Αθήνα και θα το έβλεπα αρκετές φορές, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 1972. Η χούντα δεν είχε απαγορεύσει την ποπ μουσική, αλλά δεν ήθελε και να χαθεί ο έλεγχος στους νέους. Κι αυτή η εποπτεία είχε ανατεθεί, ειδικά στην επαρχία, περισσότερο στους πρόθυμους γυμνασιάρχες και καθηγητές παρά στους χωροφύλακες που είχαν πολύ δουλειά στο να εποπτεύουν τους ενήλικους. Κάποια παιδιά, που είχαν τελειώσει το σχολείο, συνέχιζαν να κάνουν θόρυβο και έκαναν πως δεν ακούν τις επιπλήξεις και διαταγές για συμμόρφωση, παρασύροντας και τα άλλα παιδιά που φοβόντουσαν όχι μόνο τους δασκάλους, αλλά και τους γονείς τους που θα τους κατσάδιαζαν εάν πληροφορούνταν από το σχολείο κάτι για την απρεπή συμπεριφορά τους στη συναυλία.
Στο τελευταίο, όμως, κομμάτι, πολλά παιδιά σηκώθηκαν από τα καθίσματα κι έτρεξαν μπροστά στη σκηνή, αχρηστεύοντας, για τρία-τέσσερα λεπτά, τον έλεγχο. Καθώς η συναυλία έκλεινε, η απειλή της αποβολής από την αίθουσα δεν είχε πια καμία αξία.

Στέλιος Ελληνιάδης

Υ.Γ. Αφηγήθηκα την ιστορία στους φίλους μου στη Λάρισα, που μου έλεγαν ότι οι επτά κινηματογράφοι της πόλης δεν υπάρχουν πια, ανάμεσά τους και ο «Ορφέας», ενώ το σινέ «Ολύμπια», κλειστό στην πλατεία Ταχυδρομείου, περιμένει μοιρολατρικά την κατεδάφιση ή τη μετατροπή του σε σούπερ μάρκετ ή γκαράζ. Όπως σε όλη την Ελλάδα, η κουλτούρα αναβαθμίστηκε, από τους κινηματογράφους στις καφετέριες…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!