Η πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών, Γ. Γεραπετρίτη, στις ΗΠΑ και η συνάντησή του με τον Αμερικανό ομόλογό του, Μ. Ρούμπιο, παράλληλα με την παρουσία του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σ. Παπασταύρου, στην Ουάσινγκτον παρουσιάστηκαν από την κυβέρνηση ως «επιβεβαίωση της στρατηγικής σχέσης» Ελλάδας-ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα αποτελούν κρίκο σε μια αλυσίδα βαθύτερης πρόσδεσης της χώρας στα αμερικανοΝΑΤΟϊκά σχέδια για την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα.
Η ρητορική περί «γεωπολιτικής αναβάθμισης» επιχειρεί να αποκρύψει ότι η Ελλάδα λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, εκτός αν κανείς είναι τόσο αφελής για να πιστεύει ότι στην εποχή των τεράτων που έχουμε εισέλθει η φράση του κ. Γεραπετρίτη, μετά τη συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του, πως σαν χώρα «συνδιαμορφώνουμε τις εξελίξεις και δεν τις παρακολουθούμε», είναι κάτι παραπάνω από επικοινωνιακό πυροτέχνημα κενό περιεχομένου. Η αναβάθμιση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας, η διεύρυνση της χρήσης στρατιωτικών εγκαταστάσεων –από τη Σούδα μέχρι την Αλεξανδρούπολη– και η εμπλοκή στους σχεδιασμούς περικύκλωσης της Ρωσίας, έχουν μετατρέψει τη χώρα σε κόμβο μεταφοράς στρατευμάτων και πολεμικού υλικού. Σε μια περίοδο γενικευμένης αστάθειας, η επιλογή αυτή δεν αυξάνει την ασφάλεια, αντίθετα καθιστά την Ελλάδα πιθανό στόχο σε μια σύγκρουση που δεν υπηρετεί τα συμφέροντα του ελληνικού λαού.
Παράλληλα, ο ενεργειακός τομέας αναδεικνύεται σε βασικό πεδίο πρόσδεσης. Η επιδίωξη να καταστεί η Ελλάδα «ενεργειακός κόμβος» της Νοτιοανατολικής Ευρώπης συνδέεται άμεσα με τα αμερικανικά σχέδια απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο και προώθησης του αμερικανικού LNG. Οι σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου, οι πλωτές μονάδες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης, καθώς και οι αγωγοί προς τα Βαλκάνια και την Ουκρανία, εντάσσονται σε ένα πλέγμα που εξυπηρετεί πρωτίστως γεωστρατηγικές στοχεύσεις (με μεγάλη οικονομική επισφάλεια), και ως εκ τούτου καθιστά επισφαλή όποιο σχεδιασμό. Το ερώτημα παραμένει: Ποιος ωφελείται; Οι πολυεθνικές της ενέργειας και οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί της Ουάσινγκτον ή η κοινωνία που πληρώνει πανάκριβο ρεύμα και βλέπει το ενεργειακό μείγμα να διαμορφώνεται χωρίς δημοκρατικό έλεγχο;
Η ταυτόχρονη παρουσία των δύο υπουργών στις ΗΠΑ δεν είναι τυχαία. Δείχνει τον στενό συντονισμό διπλωματίας και ενέργειας σε μια στρατηγική που αντιμετωπίζει τη χώρα ως «μεντεσέ» ανάμεσα σε ανταγωνιστικά μπλοκ. Η Ανατολική Μεσόγειος, με τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων και τις θαλάσσιες ζώνες υπό αμφισβήτηση, μετατρέπεται σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού. Η ελληνική κυβέρνηση (από κοντά κι αυτή της Κυπριακής Δημοκρατίας), αντί να προωθήσει μια πολυδιάστατη και ειρηνική εξωτερική πολιτική, επιλέγει να στοιχηθεί πλήρως πίσω από τις αμερικανικές (και ισραηλινές) προτεραιότητες, ελπίζοντας σε πολιτική στήριξη έναντι της Τουρκίας. Όμως η εμπειρία δείχνει ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την περιοχή με όρους ισορροπίας συμφερόντων και όχι με γνώμονα το διεθνές δίκαιο, με την εν εξελίξει διαδικασία διαλόγου Ελλάδας-Τουρκίας, να παράγει ήδη τετελεσμένα υπέρ της Άγκυρας, η οποία λογίζεται όχι ως δεδομένος, αλλά ως αδιαμφισβήτητα διεκδικούμενος σύμμαχος για τις ΗΠΑ.
Επιπλέον, η ενεργειακή «διπλωματία» συνδέεται άρρηκτα με την εσωτερική πολιτική διαχείριση, τα συμφέροντα των ολιγαρχών, τη διαπλοκή, τη δράση της πρεσβείας. Η προβολή της Ελλάδας ως «πυλώνα σταθερότητας» αξιοποιείται για να δικαιολογήσει εξοπλιστικές δαπάνες-ρεκόρ (αμφίβολης στόχευσης) και να περιορίσει τη δημόσια συζήτηση γύρω από το κόστος και τους κινδύνους της στρατηγικής αυτής. Η συναίνεση μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος, που υιοθετεί άκριτα το αφήγημα της γεωπολιτικής αναβάθμισης, δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο όπου κάθε αμφισβήτηση βαφτίζεται «ανευθυνότητα». Δεν είναι τέλος τυχαίο πως το έργο αυτό αναλαμβάνουν δύο εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί (ειδικού σκοπού), οι κ. Γεραπετρίτης και Παπασταύρου (θυμίζοντας τόσο έντονα τον αντίστοιχο ρόλο μη εκλεγμένων παραγόντων την περίοδο εδραίωσης του μνημονιακού καθεστώτος).
Ωστόσο, η πραγματική αναβάθμιση μιας χώρας δεν μετριέται με τον αριθμό των βάσεων ή των αγωγών που διασχίζουν το έδαφός της (θυμίζουμε ότι μέχρι πριν λίγα χρόνια ρόλο ενεργειακού κόμβου στην περιοχή είχε η Ουκρανία). Μετριέται με την ικανότητά της να ασκεί κυρίαρχη πολιτική προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, να διασφαλίζει ειρήνη και συνεργασία στην περιοχή και να χαράσσει ενεργειακή στρατηγική με κριτήριο τη βιωσιμότητα και τη λαϊκή ευημερία.
Αντί για «αναβάθμιση» μέσω της υποταγής, η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική αυτονομία, κοινωνικό έλεγχο των κρίσιμων υποδομών και ουσιαστική δημοκρατική λογοδοσία. Διαφορετικά, πίσω από τα μεγάλα λόγια περί στρατηγικής συμμαχίας, θα κρύβεται μια επικίνδυνη πραγματικότητα: η σταδιακή απώλεια βαθμών ελευθερίας και η μετατροπή της χώρας σε γρανάζι ενός μηχανισμού που δεν ελέγχει – αλλά που μπορεί να την παρασύρει σε περιπέτειες με βαρύ τίμημα.
Τα ενεργειακά ως μοχλός γκριζαρίσματος
Οι ενεργειακές ανακατατάξεις, οι σχεδιασμοί για εξορύξεις, οι νέοι αγωγοί και τα ηλεκτρικά καλώδια διασύνδεσης τοποθετούν την Ελλάδα στο επίκεντρο ενός σκληρού γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Όμως η εμπλοκή στο «μεγάλο παιχνίδι» δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με θωράκιση της χώρας. Όταν δεν διασφαλίζονται σαφείς βαθμοί κυριαρχίας, οι κινήσεις που προβάλλονται ως αναβάθμιση μπορεί να λειτουργήσουν ως μοχλοί γκριζαρίσματος.
Η υπόθεση της Κάσου είναι ενδεικτική. Η τουρκική παρεμπόδιση ερευνών, το καλοκαίρι του 2024, στην πράξη έχει τινάξει στον αέρα το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, παρά τις διαβεβαιώσεις του Γ. Γεραπετρίτη περί «απόλυτης ολοκλήρωσης» του προγράμματος. Αν σε μια περιοχή στην καρδιά του Αιγαίου, όπου θεωρητικά ασκούνται πλήρη δικαιώματα δημιουργούνται προβλήματα (μάλιστα αναπάντητα) που εγκλωβίζουν τη χώρα στα 6 ν.μ., τότε για ποια κυριαρχικά δικαιώματα μιλάμε στην «αχανή» Ν.Α. Μεσόγειο.
Αντίστοιχα, η συμφωνία με τη Chevron για έρευνες νότια της Κρήτης, που παρουσιάστηκε ως ψήφος εμπιστοσύνης στις ελληνικές θέσεις, συνοδεύεται από ρήτρες που προκάλεσαν ακόμη και εσωτερικές αντιδράσεις. Οι δημόσιες καταγγελίες του Αντώνη Σαμαρά για όρους που προβλέπουν αποχώρηση από περιοχές όπου «ενδέχεται» να μην υπάρχουν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, θέτουν ένα κρίσιμο ερώτημα: Πώς συνδυάζεται η επίκληση της κυριαρχίας με συμβάσεις που αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο συρρίκνωσής της;
Σαν να μην έφταναν αυτά, η Τουρκία επανήλθε με επιστολή στον ΟΗΕ, επιμένοντας στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», αμφισβητώντας τη μέση γραμμή και επαναφέροντας το τουρκολιβυκό μνημόνιο ως βάση «δικαιωμάτων». Η ενεργειακή κινητικότητα δεν ανέκοψε την αναθεωρητική ατζέντα, αντιθέτως, της προσφέρει νέο πεδίο πίεσης.
Δεν πρόκειται για κινδυνολογία. Είναι εκτίμηση που στηρίζεται σε απτά δεδομένα. Όταν οι εξορύξεις και οι αγωγοί εντάσσονται σε ευρύτερα παζάρια με ΗΠΑ και Ισραήλ, χωρίς σαφή εθνική στρατηγική και διαφάνεια, μπορούν να μετατραπούν σε επιταχυντές «συνεκμεταλλεύσεων» και διευθετήσεων εις βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και τότε το ενεργειακό χαρτί θα έχει γίνει εργαλείο εμπέδωσης των τετελεσμένων με γκρίζες ζώνες και περιοχές αμφισβητούμενου ελέγχου.









































































