του Λαοκράτη Βάσση
1 Χωρίς, θέλω να πιστεύω, να φανεί ως φιλοφρονητική ανταπόδοση, τα όσα ακούστηκαν, με αφορμή την «Ανεκπλήρωτη Ρωμιοσύνη», συνεισφέρουν στην καλή σηματοδότηση της ζητούμενης στρατηγικής για τον Τόπο μας, σε τούτη την πολύ δύσκολη ανηφοριά του αιώνα μας.
Μιας στρατηγικής ανεξαρτησιακής αυτονομίας, όπως ορίζει το αξιακό διατακτικό του ’21 και επιτάσσει ο εσώτερος πυρήνας της αξιακής διαχρονίας του Ελληνισμού.
Στον αντίποδα, πάντοτε, της προτεκτορατικής λογικής της διαχειριστικής διαθεσιμότητας και της διαχειριστικής μετανεωτερικής υποτέλειας στους πολύ δίσεκτους καιρούς μας.
Μια κατεπειγόντως ζητούμενη στρατηγική, που η κατάκτησή της κρίνεται, πρωτίστως, στο ιδεολογικό πεδίο της αναμέτρησής μας: με τον επιστημονικοφανή νεο/ιστορικό αναθεωρητισμό και με τον σοβαροφανή πολιτικό νεο/φαναριωτισμό και νεο/ραγιαδισμό. Που, συνεργούσης (και) της «οργανικής» διανόησής μας, επιδιώκουν να ιδεολογικοποιήσουν ως εθνική και ευρωπαϊκή κανονικότητα τη μετά τη Χρεοκοπία του 2010 νεο/αποικιοποίηση του Τόπου μας.
2 Έχοντας δώσει το στίγμα αυτής της στρατηγικής στην Εισαγωγή της «Ανεκπλήρωτης Ρωμιοσύνης», όπου «προστατεύω» και το περιεχόμενο του τίτλου, επιτρέψτε μου να τελειώσω την αποψινή «παρουσίασή» μας με τρεις πολύ σύντομες επιλογικές προσθήκες, όπου:
Η πρώτη είναι διευκρινιστική του πολυ/κακοποιημένου όρου «πατριωτισμός», το καλό πνεύμα του οποίου διαπερνά τις σελίδες της «Ανεκπλήρωτης Ρωμιοσύνης».
Στην αντιδραστική του εκδοχή, αυτός ο όρος ως κάπηλη, νοσηρή και τοξική φιλοπατρία, είναι ομφαλοσκοπικός, αντιπαραθετικός και βαθιά ρατσιστικός. Κι υπ’ αυτή την έννοια, προφανώς και είναι, για να συμφωνήσω με τον Samuel Johnson, «το τελευταίο καταφύγιο των αχρείων».
Στην προοδευτική του, όμως, εκδοχή, τη δική μας εκδοχή, είναι η συναίρεση: πρώτον, της ταυτοτικής πολιτιστικής ιθαγένειας, που είναι η θεμέλια βάση του, δεύτερον, της δημοκρατίας, τρίτον, του ουμανισμού, και τέταρτον, της διεθνικής οικουμενικότητας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια βαθύτατα ποιοτική εκδοχή ανοιχτών οριζόντων, που, με το έντονα πολιτιστικό οικουμενικό της αντίκρυσμα, είναι και ομόλογη προέκταση της αξιακής διαχρονίας του Ελληνισμού.
– Με τις θεωρητικές αναζητήσεις και τεκμηριώσεις του Λουκά Αξελού για τον δημοκρατικό πατριωτισμό να είναι πολύ ουσιαστικές και πολύ σημαντικές.
Η δεύτερη, τονίζει την πολύ αναγκαία διαλεκτική σύζευξη του «εθνικού» με το «κοινωνικό» στην κατάκτηση και χάραξη της κατεπειγόντως ζητούμενης στρατηγικής, τόσο της Αριστεράς όσο και της ανεξαρτησιακής αυτονομίας του Τόπου μας, σε γραμμή: Ρήγα, Σολωμού, Κάλβου και Καποδίστρια, αλλά και των μετέπειτα ταυτοτικών νομοθετών του Νεότερου Ελληνισμού, όπως: ο Μακρυγιάννης, ο Παπαδιαμάντης, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Γληνός, ο Σεφέρης, ο Ελύτης κι ο Ρίτσος. Καθώς, μια ουσιαστική στρατηγική αυτονομίας, δεν μπορεί να είναι ούτε (μόνο) εθνο/κεντρική, υπό όλες τις μορφές του εθνοκεντρισμού, ούτε (μόνο) κοινωνιο/κεντρική και ιδεολογικο/κεντρική. Όπου στο δίλημμα αν υπάρχει ο Τόπος για την «Ιδεολογία» ή η «Ιδεολογία» για τον Τόπο, που για τη διεθνιστική Αριστερά έχει το ταλανιστικό του βάθος, η απάντηση είναι αυτονόητη: η Αριστερά για τον Τόπο κι όχι ο Τόπος για την Αριστερά! Κατά προέκταση της γκραμσιανής θέσης, που θέλει την αφετηρία να είναι εθνική και την προοπτική διεθνιστική.
– Με τη θεωρητική συμβολή του Ρούντι Ρινάλντι να φωτίζεται, εις βάθος, η πολυσύνθετη διαλεκτική σχέση και σύζευξη του «εθνικού» με το «κοινωνικό».
3 Η τρίτη, τέλος, προσθήκη μου, αναφέρεται στη βαθύτερη αιτιότητα της πολιτικής και εθνικής, τελικά, κακοδαιμονίας μας, που δεν είναι άλλη απ’ τη χρόνια προτεκτορατική λογική της ελληνικής πολιτείας, ως μετ/επαναστατικού, αρχικά, «κρατιδίου» και ως ελληνικού, αργότερα, Κράτους. Που είναι η απότοκος κληρονομιά της «ανάπηρης ανεξαρτησίας» μας. Με τις παρένθετες, βέβαια, μεγάλες εθνικές ανατάσεις, όπως του ’12-’13 και του διπλού Έπους του ’40 και της Εθνικής Αντίστασης, να είναι οι μεγάλες εθνικές μας ανάσες στην πορεία μας προς το μέλλον.
Δεν έχουμε, εδώ, τον χρόνο να αναλύσω περαιτέρω αυτή τη «λογική», που κατέστησε τη διαχειριστική διαθεσιμότητα κύριο γνώρισμα της άρχουσας τάξης μας και του πολιτικού μας συστήματος. Όπως δεν μπορώ να αναλύσω και τον αντίστοιχο αυτής της «λογικής» χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας στον Τόπο μας, διαμεσολαβητικής μεταξύ της Υπερεξουσίας των επικυρίαρχων και του λαού μας. Με όλα της τα «κουσούρια». Όπως, πρωτίστως, η έκπτωση της πολιτικής σε διαχειριστική νομή της εξουσίας, συχνά πολύ άγριας, αντί για υπέρτατη λειτουργία διακονίας των κοινών, αλλά και η όλη παρασιτική σε βάρος της κοινωνίας, δομή της διαχειριστικής εξουσίας.
Που αυτά μαζί, η πολιτική, δηλαδή, ως διαχειριστική νομή της εξουσίας και η παρασιτική δομή της διαχειριστικής εξουσίας, μοιραία οδήγησαν στη Χρεοκοπία της Μεταπολίτευσης, το 2010, και στη μετα/νεωτερική αποικιοποίηση της χώρας μας. Την οποία, μάλιστα, με όλους τους παραπλανητικούς εξωραϊσμούς, προσπαθούν, όπως προείπα, να ιδεολογικοποιήσουν ως εθνική και ευρωπαϊκή κανονικότητα. Όλα, όμως, τούτα, που μόνο υπαινικτικά μπορώ να αναφέρω στον σύντομο επίλογο της εκδήλωσής μας, σημαίνουν πως είναι πολύ βαθιά η συγκαλυπτόμενη αιτιότητα της πολιτικής και, κατ’ επέκτασή της, της εθνικής κακοδαιμονίας μας. Μια αιτιότητα, που, οριζόμενη απ’ την αντεστραμμένη λογική λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, έχει οδηγήσει στο αναποδογύρισμα της «πυραμίδας». Έτσι που, αντί να υπάρχει το πολιτικό σύστημα και το κράτος για την κοινωνία και τον Τόπο μας, να υπάρχει η κοινωνία και ο Τόπος μας για το πολιτικό μας σύστημα και το κράτος μας. Όπως αυτά, «σύστημα» και «κράτος», διαπερνώνται απ’ την αδηφάγο διαχειριστική νομή της εξουσίας.
Κι είναι αφόρητα μελαγχολικές οι πονηρές θεωρήσεις των διαχειριστών αυτού του «Συστήματος», που δεν θέλουν να ιδούν τη Χρεοκοπία, αλλά και τα σωρευτικά σκάνδαλα, όπως πολύ ενδεικτικά, τα μείζονα της Ζήμενς και του ΟΠΕΚΕΠΕ, ή την εθνική τραγωδία των Τεμπών, ως μοιραία συμπτώματα αυτής της βαθύτερης αιτιότητας της πολιτικής και της εθνικής μας κακοδαιμονίας. Του λάθους, δηλαδή, «πολιτικού συστήματος», και όχι ως αποτελέσματα, αποκλειστικά και μόνο, των αναμφισβήτητων μεγάλων λαθών εντός αυτού του «Συστήματος». Με τη θεραπεία, οπότε, όχι των λαθών του (για τα οποία, ούτε λόγος, πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά οι υπεύθυνοι!), αλλά του ίδιου του «λάθος συστήματος» να είναι, ως ριζική λύση, το μέγα εθνικό ζητούμενο. Μια θεραπεία, που πρωτίστως περιλαμβάνει την αποκατάσταση της αντεστραμμένης λογικής λειτουργίας της πολιτικής μας ζωής. Οπότε, το να βάλουμε την «πυραμίδα» να καθίσει στη βάση της. Έτσι που: τα Κόμματα και το Κράτος να υπάρχουν για την κοινωνία κι όχι η κοινωνία για τα Κόμματα και το Κράτος. Που αυτό, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει: εκπλήρωση των «ανεκπλήρωτων της Ρωμιοσύνης», με το ξανα-χτίσιμο εκ θεμελίων της ελληνικής πολιτείας, σύμφωνα με το αξιακό διατακτικό του ’21.
Ξέρω, πως τούτη η προσθήκη, καθώς αγγίζει τις βαθύτερες ρίζες της εθνικής κακοδαιμονίας, είναι φορτωμένη με πολλά ερωτηματικά, που σηκώνουν και πολλή συζήτηση. Ελπίζω η εκδήλωσή μας, τα όσα ακούσαμε απ’ τον Λουκά Αξελό, τον Στάθη Σταυρόπουλο, τον Γρηγόρη Ρουμπάνη και τον Ρούντι Ρινάλντι, μαζί με τα κείμενα της «Ανεκπλήρωτης Ρωμιοσύνης», όπως και με όλη τη θεωρητική συνεισφορά των ομιλητών στην πολιτική και πολιτιστική μας ζωή, να είναι μια καλή βάση γι’ αυτή τη μεγάλη συζήτηση. Που, μακάρι, να οδηγήσει, επιτρέψτε μου να το ονοματίσω, σε ένα αντι-ΕΛΙΑΜΕΠικό, πολιτικό και πολιτιστικό κίνημα, που θα σπονδυλώσει την υπαρξιακής αναγκαιότητας για τον Τόπο μας, για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό, στρατηγική της ανεξαρτησιακής αυτονομίας μας.
⃰ Κείμενο για την παρουσίαση του βιβλίου «Ανεκπλήρωτη Ρωμιοσύνη» στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών στις 27/3/2026.






































































