Λίγες ημέρες πριν από τη συμπλήρωση τριών ετών από το τραγικό έγκλημα των Τεμπών, τίποτα δεν θα έπρεπε να είναι ίδιο. Τα Τέμπη αποτέλεσαν μια στιγμή σοκ αλλά και αφύπνισης για την κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα δημιούργησαν μια βαθιά ρωγμή ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα. Δυστυχώς, έπειτα από τρία χρόνια, και παρά τον συγκλονιστικό αγώνα των συγγενών και των πραγματογνωμόνων που συνεργάστηκαν μαζί τους, η έκβαση της υπόθεσης μοιάζει αβέβαιη. Η ενοχή της κυβέρνησης και του πολιτικού συστήματος, η μαφιόζικου τύπου συγκάλυψη και ο χειρισμός, τα αίτια της φονικής έκρηξης που ακολούθησε τη σύγκρουση παραμένουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα μπροστά στο ενδεχόμενο απόδοσης ευθυνών. Μάλιστα, το πολιτικό σύστημα σε κάθε ευκαιρία επιδιώκει να συσκοτίσει ακόμη και σήμερα την υπόθεση. Είναι ενδεικτικά όσα συμβαίνουν στην περίπτωση των εκταφών, αλλά και η στροφή σχεδόν του συνόλου των πολιτικών κομμάτων στην αποδοχή του κυβερνητικού αφηγήματος περί «ξυλολιάδας» και συνωμοσιολόγων. Ωστόσο, τρία χρόνια είναι αρκετά ώστε να μπορεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα, απλώς παρατηρώντας όσα συμβαίνουν ή όσα έχουν συμβεί μέχρι σήμερα σχετικά με την υπόθεση των Τεμπών και την ασφάλεια των σιδηροδρόμων:
ΕΚΤΑΦΕΣ: Οι εκταφές των σορών των θυμάτων, στις οποίες εξανάγκασε το κράτος η μεγαλειώδης απεργία πείνας του Π. Ρούτσι, επιχειρείται τώρα, έπειτα από μήνες απραξίας, να πραγματοποιηθούν με διαδικασίες fast track και με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι εφικτό να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις. Θυμίζουμε ότι οι εκταφές έχουν ζητηθεί προκειμένου να διενεργηθούν εξετάσεις DNA και τοξικολογικές αναλύσεις, ώστε να έρθουν στο φως νέα στοιχεία για τη διερεύνηση του θανάτου των θυμάτων που απανθρακώθηκαν. Εντούτοις, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας αποφάσισε να πραγματοποιηθεί η εκταφή την ερχόμενη εβδομάδα, θέτοντας περιορισμό ως προς τον έλεγχο των δειγμάτων, ο οποίος θα μπορεί να γίνει μόνο σε εργαστήρια εντός Ελλάδας. Ωστόσο, ο λόγος που έχουν καθυστερήσει οι εκταφές είναι ότι τα ελληνικά εργαστήρια δεν διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό, γεγονός που έχει γνωστοποιηθεί στις αρχές. Ακόμη πιο σκανδαλώδες είναι ότι η γνωστοποίηση της ημερομηνίας εκταφής στους συγγενείς έγινε μόλις μία ημέρα πριν από την πραγματοποίησή της, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η παρουσία των πραγματογνωμόνων των συγγενών στη διαδικασία. Μάλιστα, φαίνεται ότι από τη διαδικασία έχει εξαιρεθεί ιατροδικαστής-πραγματογνώμονας, η οποία σε προηγούμενη φάση είχε αποστείλει επιστολή προς τον Κ. Μητσοτάκη, στην οποία κατήγγελλε 20 παραβάσεις των ιατροδικαστών στην υπόθεση των Τεμπών. Όπως είναι προφανές, οι συγγενείς κινήθηκαν νομικά κατά της απόφασης της εισαγγελέως, η οποία, με τη μεθόδευση αυτή, συνεχίζει την κρατική συγκάλυψη των αιτιών του εγκλήματος.

ΔΙΚΗ: Ενώ βρισκόμαστε καθ’ οδόν προς τη δίκη για το έγκλημα των Τεμπών, η οποία πρόκειται να ξεκινήσει στις 23 Μαρτίου 2026, δεν λείπουν τα προβλήματα και οι καταγγελίες, τόσο σχετικά με τη σύνθεση της έδρας όσο και με την πορεία της δίκης που είναι ήδη σε εξέλιξη αναφορικά με το βιντεοληπτικό υλικό. Όσον αφορά τα βίντεο, τα οποία εμφανίστηκαν μετά από μήνες, ενώ είχαν καταγγελθεί ως αλλοιωμένα από τους τεχνικούς συμβούλους των συγγενών, φαίνεται να προκύπτει ότι, αντίθετα με όσα γνωρίζαμε μέχρι τώρα, ζητήθηκαν από τους αρμόδιους σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε 16 ημέρες μετά το δυστύχημα και όχι μήνες αργότερα, αίτημα το οποίο απέρριψε η εταιρεία με τη δικαιολογία ότι το υλικό είχε διαγραφεί αυτόματα. Ωστόσο, η κατασκευάστρια εταιρεία των συστημάτων υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί και ότι τα βίντεο υπήρχαν ακόμη τη στιγμή που ζητήθηκαν από τις αρχές. Παραμένει άγνωστο γιατί η διαδικασία αυτή δεν έγινε γνωστή νωρίτερα, καθώς και τι μεσολάβησε μέχρι να ζητηθούν εκ νέου τα βίντεο, ενώ ο ανακριτής της υπόθεσης δεν έχει καν κληθεί να καταθέσει, παρότι οι συγγενείς έχουν καταγγείλει και προσκομίσει στοιχεία για σωρεία παραλείψεων εκ μέρους του. Αντίστοιχα προβλήματα φαίνεται να υπάρχουν και με τη σύνθεση της έδρας για την «κεντρική» δίκη, για την οποία η Ζ. Κωνσταντοπούλου προχώρησε σε σοβαρότατες καταγγελίες, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία της κλήρωσης των δικαστών ήταν σκιώδης, ενώ συμπλήρωσε πως έχουν γίνει και ειδικές μεταθέσεις δικαστών στη Λάρισα με παρέμβαση του Γ. Φλωρίδη.
ΤΡΕΝΑ: Πέρα όμως από την ολιγωρία και τα εμπόδια που τίθενται στη διαλεύκανση της υπόθεσης, εύλογα τίθεται το ερώτημα για την ασφάλεια των τρένων σήμερα, τρία χρόνια μετά το δυστύχημα. Αν ίσχυαν έστω και στο ελάχιστο τα κροκοδείλια δάκρυα της κυβέρνησης, θα ήταν αναμενόμενο να έχει υπάρξει ουσιαστική τομή στον τομέα της ασφάλειας. Αντί αυτού, τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί πολλαπλά περιστατικά που παραλίγο να καταλήξουν σε ατύχημα, με τρένα και πάλι στην ίδια τροχιά. Λειτουργεί όμως το σύστημα τηλεδιοίκησης; Όπως φάνηκε από την επικοινωνιακή κόντρα ΠΑΣΟΚ–Ν.Δ., δεν λειτουργεί τίποτα. Τηλεδιοίκηση υπάρχει μόνο μέχρι το Λιανοκλάδι, το σύστημα HEPOS δεν λειτουργεί καθόλου, το κέντρο τηλεδιοίκησης παραμένει υποστελεχωμένο, ενώ ο ίδιος ο Κυρανάκης αποκάλυψε ότι στην Ελλάδα το ETCS δεν έχει λειτουργήσει ούτε μία ημέρα. Πρόκειται για τα ίδια συστήματα που έπρεπε να υπάρχουν τρία χρόνια πριν και θα μπορούσαν να έχουν αποτρέψει το δυστύχημα. Για τα ίδια συστήματα που, λίγες ημέρες μετά το δυστύχημα και μέχρι πρόσφατα, η κυβέρνηση υποστήριζε ότι υπάρχουν και λειτουργούν. Παράλληλα, σύμφωνα με νέο πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, τα καθίσματα των τρένων ‒όλων, όχι μόνο της τραγικής αμαξοστοιχίας‒ ενδέχεται να είναι εύφλεκτα και πρέπει να υποβληθούν σε σχετικούς ελέγχους, καθώς είναι πιθανό να μην πληρούν τις προδιαγραφές και να συνέβαλαν στην εξάπλωση της φωτιάς.
***
Τρία χρόνια μετά, αν το κράτος, η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα ενδιαφέρονταν πραγματικά για ασφαλείς σιδηροδρόμους, αν ήθελαν να πέσει άπλετο φως στην υπόθεση των Τεμπών, όπως διακηρύσσουν, τότε πολύ απλά τίποτα από τα παραπάνω δεν θα συνέβαινε. Ή, ακόμη και αν συνέβαιναν, λόγω ‒ας πούμε‒ κυβερνητικής συγκάλυψης, θα έπρεπε να έχουν αποκαλυφθεί εδώ και καιρό από την αντιπολίτευση και όχι να συνυπογράφονται τα περί «ξυλολιάδας». Ωστόσο, τρία χρόνια μετά, η συγκάλυψη και ο χειρισμός συνεχίζονται αμείωτα. Κυβέρνηση, πολιτικό και δικαστικό σύστημα επενδύουν στη διχόνοια και στη διάσπαση της κοινωνίας και των συγγενών, επιχειρώντας να «κοντύνουν» το ζήτημα ώστε να χωρά στα προεκλογικά τους πλάνα.







































































