Η τρίτη επέτειος του εγκλήματος των Τεμπών μας βρίσκει σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής αβεβαιότητας. Η γεωπολιτική αστάθεια διεθνώς, μαζί με την κρίση νομιμοποίησης των πολιτικών ελίτ, συναντώνται εσωτερικά με τη συνεχιζόμενη απαξίωση των υποδομών, τη διάχυτη ανασφάλεια, τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης στη δικαιοσύνη και στους θεσμούς, την αίσθηση ότι η ζωή των πολλών μετρά όλο και λιγότερο. Και όλα τούτα συνθέτουν ένα τοπίο που δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση των Τεμπών παραμένει ανοιχτή πληγή, όχι μόνο για τους συγγενείς των θυμάτων, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία.

Το έγκλημα και η μετέπειτα διαχείρισή του άνοιξαν ένα μεγάλο ρήγμα. Έφεραν στο φως την κανονικοποίηση της συγκάλυψης, τη θωράκιση της ατιμωρησίας, την απόσταση ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα. Ταυτόχρονα, όμως, ανέδειξαν και κάτι άλλο: μια πλατιά κοινωνική διαθεσιμότητα που δεν χωρούσε στα υπάρχοντα σχήματα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στον δρόμο όχι επειδή τους κάλεσε κάποιο κόμμα, αλλά επειδή ένιωσαν ότι εδώ κρίνονται πράγματα θεμελιώδη, η αξία της ζωής, η αλήθεια, η αξιοπρέπεια.

Αυτή η δυνατότητα δεν ήταν αυτονόητη ούτε δεδομένη. Γεννήθηκε μέσα από τον πόνο, την επιμονή των συγγενών και τη συμμετοχή της κοινωνίας. Και ακριβώς γι’ αυτό, σήμερα, χρειάζεται να προστατευτεί και να ωριμάσει. Το κίνημα των Τεμπών δεν μπορεί να μείνει σε μια αυθόρμητη έκρηξη αγανάκτησης, αλλά ούτε και να συμπιεστεί σε στενά πολιτικά καλούπια. Η ανάγκη της περιόδου είναι διπλή: πλατιά ενότητα και ακηδεμόνευτος χαρακτήρας. Αυτή η κατεύθυνση πρέπει να υπηρετηθεί και στις κινητοποιήσεις για τα 3 χρόνια από το έγκλημα, στις οποίες πρέπει να πάμε όλοι μαζί, με μαζική συμμετοχή, χωρίς ανάθεση, χωρίς ιδιοκτησιακές λογικές, κρατώντας ζωντανή την απαίτηση για δικαιοσύνη και οξυγόνο.

Όχι σε πρακτικές που διαστρέφουν το μήνυμα των Τεμπών

Υπάρχουν όμως στάσεις και πρακτικές που σίγουρα δεν βοηθούν αυτή την πορεία και, στην πράξη, ακυρώνουν τη δυνατότητα που άνοιξε.

Πρώτα απ’ όλα, η προσπάθεια ελέγχου της κινηματικής έκφρασης από την υπαρκτή (και κατώτερη των περιστάσεων) αντιπολίτευση. Η απαίτηση το κίνημα να μιλά με συγκεκριμένους όρους (που τόσο πολύ θυμίζουν τη συνδικαλιστική και αντιπολιτευτική ρητορική), να κινείται με συγκεκριμένες μεθόδους, να αναγνωρίζει συγκεκριμένα «κέντρα» ως καθοδηγητικά, λειτουργεί περιοριστικά, αποξενώνοντας την πλειοψηφία των πολιτών. Αντί να πλαταίνει, περιορίζει. Αντί να εμπνέει, αποθαρρύνει. Έτσι, άνθρωποι που ένιωσαν τα Τέμπη ως δική τους υπόθεση, απομακρύνονται σιωπηλά.

Δεύτερον, ο διχασμός και τα «πεσίματα». Η καλλιέργεια της εικόνας ότι υπάρχει μία μόνη σωστή γραμμή, ένα μόνο αποδεκτό πλαίσιο, και η τάση ακύρωσης του άλλου, οδηγεί σε αδιέξοδες εσωτερικές συγκρούσεις. Δημιουργείται ένα κλίμα καχυποψίας και ανταγωνισμού που διαβρώνει το ίδιο το υπόστρωμα του κινήματος. Το αποτέλεσμα δεν είναι η δήθεν πολιτική καθαρότητα, αλλά η αποστράτευση. Και αυτό βολεύει μόνο μία πλευρά: αυτή που έχει συμφέρον από τη διαιώνιση της παρούσας κατάστασης.

Τρίτον, η αδιαφορία για το ίδιο το κίνημα μπροστά στις κομματικές σκοπιμότητες. Θυμίζουμε ότι το πολιτικό σύστημα (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) λίγα έκανε τρία χρόνια τώρα για να φωτίσει την αλήθεια. Εξαρχής έσπευσε να χωρέσει την υπόθεση στους κανόνες και τις συνήθειές του. Όταν όμως η συζήτηση μετατοπίζεται στο ποιος θα ωφεληθεί εκλογικά, ποιος θα πιέσει ποιον, ποιος θα κερδίσει πόντους στο πολιτικό παιχνίδι, τότε το πραγματικό αίτημα περνά σε δεύτερο πλάνο. Η κοινωνία το αντιλαμβάνεται αυτό. Και η απογοήτευση που γεννιέται δεν στρέφεται μόνο σε όσους κυβερνούν, αλλά συνολικά στο πολιτικό σύστημα.

Τέταρτον, το στένεμα των νοημάτων. Το κίνημα των Τεμπών μίλησε μια γλώσσα απλή και καθολική. Μίλησε για οξυγόνο, για δικαιοσύνη, για δημοκρατία. Οι γονείς, οι συγγενείς και φίλοι των θυμάτων, οι επιζώντες, μίλησαν μια γλώσσα ανθρώπινη και αληθινή, και γι’ αυτό τόσο επικίνδυνη για το σύστημα. Όταν αυτή η γλώσσα αντικαθίσταται από έναν ξύλινο, συνδικαλιστικό λόγο, χάνει τη δύναμή της. Δεν συγκινεί, δεν κινητοποιεί, δεν ενώνει. Γίνεται αναγνωρίσιμη μόνο σε όσους είναι ήδη μυημένοι, και αδιάφορη για τους πολλούς.

Να επιμείνουμε στη δυνατότητα

Απέναντι σε όλα αυτά, χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τις δυνατότητες που υπάρχουν. Το ρήγμα των Τεμπών ξεκινά από την απόδοση ευθυνών για ένα έγκλημα, αλλά δεν μένει εκεί. Η τραυματική εμπειρία των τριών αυτών χρόνων, άνοιξε τη δυνατότητα συγκρότησης όχι απλά ενός κινήματος διαμαρτυρίας, αλλά μιας κοινωνικής και πολιτικής δύναμης, της ίδιας της κοινωνίας σε κίνηση, που θα παρεμβαίνει ουσιαστικά στην πολιτική του τόπου, χωρίς να υποκαθίσταται από κόμματα ή να μετατρέπεται σε μηχανισμό.

Οι περσινές κινητοποιήσεις δεν ήταν γέννημα της δράσης της αντιπολίτευσης, ή των θεσμικών κινηματικών φορέων. Γεννήθηκαν από την ίδια την κοινωνία. Από τη στάση αξιοπρέπειας των συγγενών των θυμάτων. Από το σοκ που προκάλεσε η κραυγή «δεν έχω οξυγόνο». Από τη συστηματική δουλειά αποκάλυψης της μπαζωμένης αλήθειας από τεχνικούς συμβούλους. Αυτός ο μη ελεγχόμενος χαρακτήρας τρόμαξε τους κυβερνώντες, αλλά και όσους βολεύονται στην αντιπολιτευτική ηρεμία.

Σήμερα, ένα χρόνο μετά: Το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί σχεδιασμένα την υπόθεση το σύστημα, μπορεί να γεννά διαφορετικές τακτικές και εκτιμήσεις για το πώς πρέπει να βαδίζουμε μπροστά. Αυτό είναι φυσικό, σεβαστό και θεμιτό. Εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ο κοινός στόχος: να μην χαθεί η ενότητα, να μην αλλοιωθεί ο ακηδεμόνευτος χαρακτήρας, να δοθεί χώρος στην κοινωνία να εκφραστεί ξανά μαζικά και αποφασιστικά. Η ωρίμανση του κινήματος των Τεμπών περνάει σήμερα από αυτό τον στόχο.

Η 28η Φεβρουαρίου να μην αντιμετωπιστεί σαν μια εθιμοτυπική επέτειος. Είναι κρίσιμο να μην ξεχάσουμε τη δυνατότητα. Είναι κρίσιμο να μην επιτρέψουμε να κλείσει το ρήγμα των Τεμπών, να μην επιτρέψουμε να καναλιζαριστεί σε ελεγχόμενα μονοπάτια η απαίτηση για δικαίωση και δικαιοσύνη. Παρ’ όλα όσα, το στοίχημα παραμένει ανοιχτό. Και αφορά όλους μας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!