Ο Μαρκ Κάρνεϊ δεν είναι ούτε Ντε Γκολ, ούτε Βίλι Μπραντ, ούτε καν… Ανδρέας Παπανδρέου. Ένας πρώην αρχιτραπεζίτης είναι, και μάλιστα με λαμπρές περγαμηνές εξυπηρέτησης των ΗΠΑ (για παράδειγμα όταν διοικούσε την Τράπεζα της Αγγλίας πρωτοστάτησε στην παράνομη κατάσχεση του χρυσού της Βενεζουέλας). Κάπως έτσι, με τέτοια προσόντα, αναδείχθηκε ως εκλεκτός της ελίτ του Καναδά στη θέση του πρωθυπουργού – σε μια άτυχη όμως ιστορική στιγμή: την ώρα δηλαδή που ο «σύμμαχος» Τραμπ αποκαλεί τη χώρα του «51η πολιτεία των ΗΠΑ» και ανεμίζει χάρτες στους οποίους ο Καναδάς (όπως και η Βενεζουέλα και το Μεξικό!) χρωματίζεται με τη σημαία των ΗΠΑ. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, που στο πρόσφατο ακόμα παρελθόν οργάνωνε με ενθουσιασμό το πλιάτσικο των ΗΠΑ και συνολικά της Δύσης, υποχρεώνεται σήμερα, απειλούμενος, να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη – σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους νάνους, που ακόμη κάνουν γαργάρες. Να πει τι δηλαδή; Ότι η έως τώρα παγκόσμια τάξη βασιζόταν στην ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας των ΗΠΑ, που όμως δεν υπάρχει πια. Κι ότι, αντ’ αυτής, οι μεσαίες χώρες μπορούν να οικοδομήσουν μια διαφορετική συνύπαρξη. Η τοποθέτηση αυτή «εύλογα» προκάλεσε την οργή της διοίκησης Τραμπ, αλλά αντήχησε δυνατά και πολύ πέρα από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Ακολουθούν χαρακτηριστικά αποσπάσματα της ομιλίας του στο Νταβός, την οποία η ψοφοδεής Ε.Ε. και οι λοιποί «εταίροι» του στο ΝΑΤΟ παριστάνουν ότι δεν άκουσαν:

«ΣΗΜΕΡΑ θα μιλήσω για τη ρήξη στην παγκόσμια τάξη, για το τέλος μιας ωραίας ιστορίας και την αρχή μιας σκληρής πραγματικότητας, όπου η γεωπολιτική μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό. Αλλά θα σας πω επίσης ότι άλλες χώρες, ιδίως μεσαίες δυνάμεις όπως ο Καναδάς, δεν είναι ανίσχυρες. Έχουν την ικανότητα να οικοδομήσουν μια νέα τάξη που θα ενσωματώνει τις αξίες μας, όπως ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η βιώσιμη ανάπτυξη, η αλληλεγγύη, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα των κρατών.

Η δύναμη των λιγότερο ισχυρών ξεκινά με την ειλικρίνεια. Κάθε μέρα μας υπενθυμίζεται ότι ζούμε σε εποχή μεγάλης αντιπαλότητας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Ότι οι ισχυροί μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, και ότι οι αδύναμοι οφείλουν να υποφέρουν. Αυτός ο αφορισμός του Θουκυδίδη παρουσιάζεται ως αναπόφευκτος – ως μια φυσική και επαναβεβαιούμενη λογική των διεθνών σχέσεων. Αντιμέτωπες με αυτή τη λογική, οι χώρες έχουν μια ισχυρή τάση να συμμορφώνονται, να προσαρμόζονται, ελπίζοντας ότι έτσι θα είναι ασφαλείς. Αυτό δεν ισχύει!

Η ΙΣΧΥΣ του συστήματος δεν προέρχεται από την αλήθεια του, αλλά από την προθυμία όλων να συμπεριφέρονται σαν να ήταν αληθινό. Και η ευθραυστότητά του προέρχεται από την ίδια πηγή: όταν έστω και ένας άνθρωπος σταματήσει να συμπεριφέρεται έτσι, η ψευδαίσθηση αρχίζει να ραγίζει. Γνωρίζαμε ότι το αφήγημα της διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες ήταν εν μέρει ψευδές. Ότι οι ισχυρότεροι θα εξαιρούνταν όταν τους βόλευε. Ότι οι εμπορικοί κανόνες εφαρμόζονταν ασύμμετρα. Και γνωρίζαμε ότι το διεθνές δίκαιο εφαρμόζονταν με διαφορετική αυστηρότητα, ανάλογα με την ταυτότητα του κατηγορουμένου ή του θύματος. Όμως η ψευδαίσθηση ήταν χρήσιμη. Έτσι, συμμετείχαμε στα τελετουργικά, και σε μεγάλο βαθμό αποφύγαμε να επισημάνουμε τα κενά μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας.

Η συμφωνία αυτή δεν λειτουργεί πλέον. Θα είμαι ευθύς: Βρισκόμαστε εν μέσω ρήξης, όχι μετάβασης. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, μια σειρά κρίσεων στους τομείς των χρηματοοικονομικών, της υγείας, της ενέργειας και της γεωπολιτικής έχουν αποκαλύψει τους κινδύνους της ακραίας παγκόσμιας ολοκλήρωσης. Πιο πρόσφατα, όμως, οι μεγάλες δυνάμεις έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν την οικονομική ολοκλήρωση ως όπλο. Τους δασμούς ως μοχλό πίεσης. Τις χρηματοοικονομικές υποδομές ως μέσο εξαναγκασμού. Τις εφοδιαστικές αλυσίδες ως ευπάθειες που πρέπει να εκμεταλλευτούν.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ να ζεις μέσα στο ψέμα του αμοιβαίου οφέλους μέσω της ολοκλήρωσης, όταν η ολοκλήρωση γίνεται η πηγή της υποταγής σου. Οι πολυμερείς θεσμοί στους οποίους βασίζονταν οι μεσαίες δυνάμεις (ο ΠΟΕ, ο ΟΗΕ κ.λπ.), η ίδια η αρχιτεκτονική της συλλογικής επίλυσης προβλημάτων, απειλούνται. Ως αποτέλεσμα, πολλές χώρες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ότι πρέπει να αναπτύξουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Αυτή η παρόρμηση είναι κατανοητή. Μια χώρα που δεν μπορεί να τροφοδοτήσει ή να υπερασπιστεί τον εαυτό της, έχει λίγες επιλογές. Όταν οι κανόνες δεν σας προστατεύουν πλέον, πρέπει να προστατεύσετε τον εαυτό σας.

Το ερώτημα για τις μεσαίες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, δεν είναι αν πρέπει να προσαρμοστούμε στη νέα πραγματικότητα – πρέπει να το κάνουμε. Το ερώτημα είναι αν προσαρμοζόμαστε απλώς χτίζοντας ψηλότερα τείχη, ή αν μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο φιλόδοξο. Ο Καναδάς ήταν από τους πρώτους που άκουσαν το σήμα αφύπνισης, οδηγώντας μας σε μια θεμελιώδη αλλαγή της στρατηγικής μας στάσης. Οι Καναδοί γνωρίζουν ότι οι παλιές, εύκολες παραδοχές μας –ότι η γεωγραφική μας θέση και η συμμετοχή μας σε συμμαχίες μας εξασφάλιζαν αυτόματα ευημερία και ασφάλεια– δεν ισχύουν πλέον.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ τον κόσμο όπως είναι, δεν περιμένουμε έναν κόσμο όπως θα θέλαμε να είναι. Και δεν βασιζόμαστε πλέον μόνο στη δύναμη των αξιών μας, αλλά και στην αξία της δύναμής μας. Διαφοροποιούμαστε γρήγορα στο εξωτερικό. Συμφωνήσαμε μια ολοκληρωμένη στρατηγική εταιρική σχέση με την Ε.Ε., και υπογράψαμε άλλες 12 συμφωνίες εμπορίου και ασφάλειας σε τέσσερις ηπείρους σε έξι μήνες. Τις τελευταίες ημέρες συνάψαμε νέες στρατηγικές εταιρικές σχέσεις με την Κίνα και το Κατάρ. Διαπραγματευόμαστε συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία, την ASEAN, την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και την Mercosur…

Οι μεσαίες δυνάμεις οφείλουν να ενεργούν από κοινού, διότι αν δεν είμαστε στο τραπέζι, θα μας συμπεριλάβουν στο μενού. Όταν διαπραγματευόμαστε διμερώς με μια ηγεμονική δύναμη, διαπραγματευόμαστε από θέση αδυναμίας. Δεχόμαστε ό,τι μας προσφέρεται. Ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για να είμαστε οι πιο διαλλακτικοί. Αυτό δεν είναι κυριαρχία. Είναι η επίδειξη κυριαρχίας ενώ αποδεχόμαστε την υποταγή… Ας ενεργούμε με συνέπεια, εφαρμόζοντας τα ίδια πρότυπα σε όλους: όχι να επικρίνουμε τον οικονομικό εκφοβισμό όταν προέρχεται από τη μία πλευρά, αλλά να παραμένουμε σιωπηλοί όταν προέρχεται από την άλλη. Αντί να περιμένουμε να αποκατασταθεί η παλιά τάξη, ας δημιουργούμε θεσμούς και συμφωνίες που λειτουργούν όπως περιγράφονται. Και ας μειώνουμε την επιρροή που επιτρέπει τον εξαναγκασμό. Η οικοδόμηση μιας ισχυρής εγχώριας οικονομίας πρέπει πάντα να αποτελεί άμεση προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης…

ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ότι η παλιά τάξη πραγμάτων δεν θα επιστρέψει. Δεν πρέπει να τη θρηνούμε. Η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική. Πιστεύουμε όμως ότι μέσα από τη ρήξη μπορούμε να χτίσουμε κάτι καλύτερο, ισχυρότερο, πιο δίκαιο. Αυτό είναι το έργο των μεσαίων δυνάμεων. Των χωρών που έχουν τα περισσότερα να χάσουν από έναν κόσμο φρουρίων και τα περισσότερα να κερδίσουν από μια πραγματική συνεργασία.

Οι ισχυροί έχουν τη δύναμή τους. Αλλά και εμείς έχουμε κάτι: την ικανότητα να σταματήσουμε να προσποιούμαστε, την ικανότητα να αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα, την ικανότητα να χτίζουμε τη δύναμή μας στο εσωτερικό και να ενεργούμε από κοινού. Αυτή είναι η πορεία του Καναδά. Την επιλέγουμε ανοιχτά και με αυτοπεποίθηση. Και είναι μια πορεία ανοιχτή σε κάθε χώρα που επιθυμεί να την ακολουθήσει μαζί μας».

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!