Η συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν στο Σότσι της Ρωσίας πραγματοποιήθηκε σε μια εξαιρετικά δυσμενή διεθνή συγκυρία όπου η επιθετικότητα του ΝΑΤΟ και η προσπάθεια περικύκλωσης της Ρωσίας κλιμακώνονται με πρόσχημα τις εξελίξεις στην Ουκρανία. Είναι ενδεικτικό ότι είχε προηγηθεί τηλεδιάσκεψη μεταξύ Πούτιν και Μπάιντεν η οποία όχι μόνο δεν κατάφερε να γεφυρώσει τις αντιθέσεις αλλά ανέδειξε και την πρόθεση κλιμάκωσης της πολεμικής ατμόσφαιρας.

Το ίδιο δυσμενής είναι η συγκυρία στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας. Η πολιτική Ν. Κοτζιά, με την καθ’ υπόδειξη του συμμαχικού παράγοντα απέλαση των ρώσων διπλωματών δεν γεφυρώθηκε ποτέ, ενώ ακολούθησαν και άλλα επεισόδια που τραυμάτιζαν τις σχέσεις των δύο χωρών. Να θυμίσουμε το «μάθημα δημοκρατίας» του έλληνα Πρωθυπουργού κατά την τιμητική επίσκεψη του ρώσου ομόλογού του στους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 αλλά και την πιο πρόσφατη ομιλία του Υπουργού Άμυνας Ν. Παναγιωτόπουλου στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Εκεί, όπου βασιλικότερος του βασιλέως, αναφερόμενος «στην απειλή που συνιστά η Ρωσία» υπογράμμιζε ότι «υποτιμούν τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη που το ΝΑΤΟ έχει δηλώσει ρητά ότι υπερασπίζεται» καλώντας το ΝΑΤΟ να «προετοιμαστεί για μακρύ αγώνα στις σχέσεις του με τη Ρωσία».

Και αν όλα αυτά συνιστούν συνηθισμένες, διπλωματικές ρητορικές ακροβασίες, η Ρωσία δεν ξεχνά την πρόσφατη αμυντική συμφωνία Ελλάδας-ΗΠΑ που αυξάνει υπέρμετρα την στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ, καθιστά την Αλεξανδρούπολη στρατηγικό πυλώνα της περικύκλωσης της Ρωσίας και ενεργειακό κόμβο που ανταγωνίζεται τους ρωσικούς αγωγούς φυσικού αερίου.

Υπό το βάρος αυτών των όρων, η συνάντηση Πούτιν-Μητσοτάκη πήρε διεκπεραιωτικό χαρακτήρα χωρίς να γίνει δυνατή η αναθέρμανση των σχέσεων των δύο χωρών, όπως η διεθνής αστάθεια επέβαλε. Ο έλληνας Πρωθυπουργός, αφού πρώτα εξασφάλισε το «πράσινο φως» από τις ΗΠΑ για να πραγματοποιήσει το ταξίδι του (προηγήθηκε τηλεφωνική συνομιλία με τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ), αρκέστηκε στο να επισημάνει την ιστορικότητα των σχέσεων των δύο χωρών. Ενώ από την πλευρά του, ο Πούτιν τάχθηκε υπέρ «της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών» με την Τουρκία προσθέτοντας ότι δεν βλέπει κανένα εμπόδιο για τη διεξαγωγή ενός τέτοιου διαλόγου. Η σκόπιμη παράλειψη κάθε αναφοράς για διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου ήταν αναμφισβήτητα μια ειρωνική και ταυτόχρονα τιμωρητική παράλειψη. Με την έννοια ότι καθώς η Ελλάδα, χώρα «πρώτης γραμμής», δεν έχει εξασφαλίσει καμιά δέσμευση από ΝΑΤΟ και Ε.Ε. για εγγυήσεις της εδαφικής της ακεραιότητας έναντι της τουρκικής επιθετικότητας, δεν θα το έκανε η Ρωσία και μάλιστα υπό τη σκιά της Αλεξανδρούπολης. Επίσης ενδεικτική των προθέσεων της Ρωσίας είναι και η καταληκτική δήλωση Πούτιν ο οποίος πιστεύει πως «η στάση της Ελλάδος θα διέπεται από εγκράτεια» και ότι «στο μέλλον θα αξιοποιήσουμε τη στήριξη των Ελλήνων φίλων μας με στόχο να παίξουν θετικό ρόλο στις σχέσεις μας με Ε.Ε. και ΝΑΤΟ».

Κατ’ αναλογία με τη δυτική συμμαχία, έτσι και η Ρωσία αξιολογεί την ελληνική διπλωματία ως προφανή και δεδομένη και επομένως συμπεριφέρεται στη χώρα μας όπως ταιριάζει σε μια χώρα-προτεκτοράτο.

Σ.Π.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!