Μια πραγματικά εκπληκτική δουλειά από τον Soloúp –κατά κόσμον Αντώνη Νικολόπουλο– που κυκλοφόρησε λίγο πριν φύγει το 2025 από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Ξεκινά με μια δική του εκδοχή της «Γένεσης» και καταλήγει στη δημιουργία του Πύργου της Βαβέλ, αξιοποιώντας και τα βιβλικά κείμενα.

Στη συνέχεια βρισκόμαστε στις σημερινές Βρυξέλλες, σε ένα ταξίδι του ίδιου του εικονογράφου-συγγραφέα που παρέα με ένα σκύλο ταξιδεύει στη σύγχρονη Βαβέλ της Ευρώπης.

Το βιβλίο, που εντάσσεται στη κατηγορία των Graphic Novel, είναι προϊόν σημαντικής έρευνας για τους Έλληνες μετανάστες / ανθρακωρύχους στο Βέλγιο.

Έχοντας ασχοληθεί και ταξιδέψει πριν χρόνια στο Σαρλερουά, όπου βρέθηκα με τους παλιούς Έλληνες ανθρακωρύχους, ένιωσα, διαβάζοντας και βλέποντας τις εικόνες, πως είμαι πάλι εκεί. Θυμήθηκα τις αφηγήσεις που συμπίπτουν σε πολλά από όσα λέει ο γηραιός ήρωας του βιβλίου στον αφηγητή.

Το βιβλίο περιλαμβάνει επεξηγηματικά κείμενα για την έρευνα και σημαντικό αρχειακό υλικό που το καθιστούν πολύτιμο για όσους θέλουν να ανακαλύψουν την εν πολλοίς άγνωστη αυτή ιστορία.

Ένα πραγματικό καλλιτεχνικό επίτευγμα…

Πώς γεννήθηκε η ιστορία της «Βαβέλ»;

Τα τελευταία 9 χρόνια είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ αρκετές φορές το Βέλγιο με διαφορετικές αφορμές. Πρώτη υπήρξε η παρουσίαση της γαλλικής μετάφρασης του Αϊβαλί στις Βρυξέλλες το 2016. Ακολούθησαν δύο προσκλήσεις στο ευρωκοινοβούλιο, αλλά και κάποια ταξίδια στη συνέχεια καθώς συμμετείχα με σκίτσα στο ντοκιμαντέρ που γύριζαν ο Κρις Κερτς και η Πόλυ Ρουμελιώτη για το La Rose Blanche, το τελευταίο ελληνικό καφενείο στην εργατική συνοικία του Μόλενμπεκ. Αυτά τα ταξίδια όμως, λες και είχαν μια αφηγηματική σειρά, καθώς κάθε φορά ήταν σαν να συμπληρώνονταν ένα ευρύτερο παζλ. Το παζλ των κεφαλαίων του graphic novel ΒΑΒΕL. Ένα ψηφιδωτό που ξεκινά από τους πρόσφυγες παππούδες και γιαγιάδες μου και φτάνει στο σήμερα μέσω των μεταπολεμικών ρευμάτων Ελλήνων (και όχι μόνο) μεταναστών στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Η πορεία αυτή θεώρησα πως θα μπορούσε να μας αφηγηθεί και μια εναλλακτική εκδοχή της βιβλικής εξιστόρησης του πύργου της Βαβέλ. Μια ιστορία για το νόημα της ζωής, τη δύναμη της φιλίας αλλά και τον παραλογισμό των ανθρώπινων αντιπαλοτήτων.

Υπάρχουν μέσα κάποια προσωπικά / οικογενειακά βιώματα;

Ναι. Όπως σας είπα, η αφορμή για το συγκεκριμένο βιβλίο υπήρξε μια οικογενειακή ιστορία και συγκεκριμένα η ανακάλυψη των αρχείων του γάμου του παππού Άγγελου και της γιαγιάς μου Μαρίας στην ορθόδοξη εκκλησία της Αμβέρσας. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το νεαρό ζευγάρι κατέφυγε σε συγγενείς του παππού μου στις Βρυξέλλες, όπου και παντρεύτηκαν. Τα αρχεία τα ανακάλυψε η Πόλυ Ρουμελιώτη καθώς, στο πρώτο μου ταξίδι εκεί, της αφηγήθηκα τη συγκεκριμένη ιστορία. Ο πατέρας μου, τότε 85χρονος, βρήκε στα έγγραφα του βέλγικου γάμου πληροφορίες για τους γονείς του που δεν ήξερε μια ζωή. Αυτή η εμπλοκή της προσωπικής οικογενειακής ιστορίας, με έβαλε κι εμένα ως φιγούρα αφηγητή, στα σκίτσα του graphic novel. Όπως άλλωστε είχε συμβεί ξανά και πριν 11 χρόνια με το graphic novel «Αϊβαλί», πάλι με αφορμή τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου (Εκδόσεις Διόπτρα).

Από τις περιπλανήσεις / επισκέψεις σου στις περιοχές των ανθρακωρυχείων, τι είναι αυτό που σου μένει πιο έντονα στη μνήμη ως εικόνα;

Το καλοκαίρι του 2014 και λίγο πριν αρχίσω τα μολύβια των σελίδων, γυρίσαμε με την Πόλυ και τον Κρις δέκα βιομηχανικούς χώρους ανθρακωρυχείων στο Βέλγιο. Σήμερα βέβαια είναι όλα κλειστά, αλλά τα πέντε από αυτά έχουν μετατραπεί σε μουσεία ή πολιτιστικά κέντρα, παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες. Καθώς σε κάποια από αυτά καταφέραμε να μπούμε στις γαλαρίες ή να ανεβούμε στους μεταλλικούς πύργους, η εμπειρία ήταν συγκλονιστική. Το να διαπιστώνουμε δηλαδή στους συγκεκριμένους χώρους, σε πόσο ακραίες και απαιτητικές συνθήκες δούλευαν για δεκαετίες τόσες χιλιάδες εργατών, παλεύοντας με τους κινδύνους από τα εργατικά ατυχήματα ή και τις αρρώστιες όπως η πνευμονοκονίαση. Ξέχωρα από την έγνοια της επιβίωσης των οικογενειών τους και τη νοσταλγία της πατρίδας. Η επαφή μας με τις εγκαταστάσεις των ορυχείων, νομίζω πως υπήρξε καθοριστική για την απόδοση αυτής της εργασιακής και ψυχολογικής συνθήκης στα σκίτσα του βιβλίου.

Το καφενείο La Rose Blanche αλλά και κάποιοι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στο Βέλγιο υπάρχουν και μέσα στο βιβλίο. Θα ήθελες να μας μιλήσεις για τον ρόλο τους;

Ναι, σας ανέφερα ήδη τα ονόματα της Πόλυ Ρουμελιώτη και του Κρις Κερτς. Αυτοί λοιπόν από το 2016 περίπου ξεκίνησαν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρότζεκτ για το τελευταίο αυτό ελληνικό καφενείο στην περιοχή του Μόλενμπεκ, ιδιοκτησίας των αδελφών Καρασσαβίδη. Ένας χώρος που δεν συγκέντρωνε μόνο Έλληνες αλλά και Βέλγους, Τούρκους, Μαροκινούς, Ισπανούς, Τυνήσιους, Γιουγκοσλάβους, Αιγύπτιους… Ακριβώς σαν να λέμε, μια μικρή Βαβέλ. Πολλοί από τους γέροντες θαμώνες του καφενείου είχαν δουλέψει στα νιάτα τους ως ανθρακωρύχοι. Έτσι, η εμπειρία που έζησα καθώς γυριζόταν το ντοκιμαντέρ αλλά και το τρίγλωσσο βιβλίο που το συνόδεψε και οι παράλληλες εκδηλώσεις που διοργάνωσαν (εκθέσεις φωτογραφίας, γλέντια με ρεμπέτικα, ξεναγήσεις κ.λπ.), αποτέλεσε τελικά το φυσικό σκηνικό του graphic novel.

Ο Πύργος της Βαβέλ. Ο πύργος της σύγχυσης. Η ανθρώπινη ματαιοδοξία γεννά τέρατα. Λέξεις ακατάληπτες, αντιλήψεις, ιδέες, θρησκείες ξένες. Εμείς και οι Άλλοι. Τι είχαν να μοιράσουν άραγε οι έκπτωτοι άνθρωποι, οι χτιστάδες εκείνου του ψηλού πύργου, ακόμα και όταν άρχισαν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες; Τι είχαν να χωρίσουν, αιώνες αργότερα, οι μουτζούρηδες απ’ όλα τα έθνη που σκάβανε το κάρβουνο βαθιά στις στοές του Βελγίου;

Μάλιστα ο Κρις και η Πόλυ μαζί με την Ιωάννα Γυμνοπούλου –καθόλου τυχαία απόγονοι ανθρακωρύχων και οι τρεις– με βοήθησαν στο να συλλέξουμε παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες από Έλληνες μετανάστες, αλλά και από άλλες χώρες, που δούλεψαν στις στοές. Φωτογραφίες που μας παραχώρησαν με μεγάλη προθυμία συγγενείς των παλαιών ανθρακωρύχων, τις οποίες παρουσιάζουμε στο παράρτημα του βιβλίου.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που μας περιμένει στη συνέχεια. Γιατί αυτή η επιλογή;

Το πρώτο κεφάλαιο ουσιαστικά αποτελεί μια σατιρική προσέγγιση του πρώτου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, «Γένεσις». Είναι εκείνο το κεφάλαιο στο οποίο περιγράφεται η δημιουργία του κόσμου αλλά και το γνωστό επεισόδιο του πύργου της Βαβέλ με το οποίο δικαιολογείται, ως θεϊκή τιμωρία, η πολυγλωσσία και οι έριδες των ανθρώπων. Ξεκινώντας έτσι το graphic novel, ο αναγνώστης εντάσσεται σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο πάνω στο οποίο έρχονται να κουμπώσουν στη συνέχεια τα όσα συμβαίνουν, με αναφορές και συνειρμούς, στην ιστορία. Η διαφοροποίηση αυτή του πρώτου κεφαλαίου αλλά και ο σατιρικός χιουμοριστικός του χαρακτήρας, καθόλου τυχαία ερμηνεύεται μέσα από ένα διαφορετικό σκίτσο που περισσότερο θυμίζει τις πολιτικές μου γελοιογραφίες παρά το σχέδιο που συνήθως χρησιμοποιώ στα graphic novels.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!