Με σολντάουτ προβολές και εκλεκτούς καλεσμένους ολοκληρώθηκε το 26ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου ταυτόχρονα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα και Χανιά. Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής Nova κέρδισε η νεανική ταινία «Φλεγόμενες Καρδιές», σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ορελιέν Περ.
Σε ένα φεστιβάλ που έχει περιοριστεί σε γαλλικές εμπορικές κωμωδίες και μελοδράματα, χωρίς τις άλλοτε ιδιαίτερες αραβόφωνες παραγωγές, στο Διαγωνιστικό παρουσίασε έντονο πολιτικο-κοινωνικό χρώμα το αστυνομικό θρίλερ «Ο φάκελος 137», του 63χρονου Γερμανο-Γάλλου Ντομινίκ Μολ, σκηνοθέτη των ψυχολογικών αστυνομικών θρίλερ «Μόνο αυτοί είδαν τον δολοφόνο» (2019) και «Η νύχτα της 12ης» (2022). Μετά από άλλη μια δυναμική διαδήλωση των «Κίτρινων Γιλέκων», Δεκέμβρη του 2018, στο Παρίσι, που αντιμετωπίστηκε με υπέρμετρη βία από τις δυνάμεις καταστολής, ένας 20χρονος τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι, από λαστιχένια σφαίρα. Την επομένη, η μητέρα του καταθέτει μήνυση, ευελπιστώντας στην τιμωρία των ενόχων. Την υπόθεση επιχειρεί να διαλευκάνει η Στεφανί, ερευνήτρια της Υπηρεσίας εσωτερικών υποθέσεων της Γαλλικής Αστυνομίας, δηλαδή της «αστυνομίας» της αστυνομίας. Διερευνώντας οπτικό υλικό καμερών κλειστού κυκλώματος, αποκαλύπτεται ότι δράστες είναι ένοπλοι άντρες των ειδικών μονάδων της Αστυνομίας, με πολιτικά. Τα στόματα παραμένουν κλειστά κατά την ανάκριση και η Στεφανί, εκτός από απροθυμία, συναντά και την επιθετικότητα τόσο των συναδέλφων, που θεωρούν πως τους πρόδωσε, όσο και από το περιβάλλον του τραυματισμένου διαδηλωτή, που πιστεύει πως θα επιχειρηθεί καθυστέρηση και συγκάλυψη. Όλα αλλάζουν, μόλις η Στεφανί ανακαλύψει την ύπαρξη αυτόπτη μάρτυρα.

Ο δυναμικός πρωταγωνιστικός γυναικείος χαρακτήρας, που ενσαρκώνει εξαιρετικά η Λεά Ντρουκέρ, βρίσκεται στο μεταίχμιο των δύο ξεχωριστών κόσμων της ταινίας, αστυνομικών και διαδηλωτών, θυτών και θυμάτων, ενώ η αστυνομική πλοκή ακολουθεί την περίπλοκη διαδικασία διερεύνησης στοιχείων, μέσα από καταθέσεις και ανακρίσεις, γεμάτες αποκαλυπτικές αντιφάσεις. Το σενάριο βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα, ενώ τα βίντεο αποτελούν κατασκευασμένες αναπαραγωγές των πραγματικών βίντεο, με τις βαναυσότητες των αστυνομικών. Μετά την κοινωνικών αιχμών κωμωδία «Η Μεγάλη Ρήξη» (Κατρίν Κορσινί /2021), με έκδηλη την αστυνομική βία απέναντι στο μαζικό κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», μέσα από δεκάδες περιπτώσεις τραυματισμένων διαδηλωτών με κατάγματα, στα «Κίτρινα Γιλέκα» αναφέρεται και η ταινία του Μολ, ανανεώνοντας παράλληλα και το είδος της παραδοσιακής γαλλικής αστυνομικής ταινίας.
Στην προβολή παρευρέθηκε η ηθοποιός Γκουσλαζί Μαλαντά, στο ρόλο-κλειδί της έγχρωμης καμαριέρας, επισημαίνοντας πως το γαλλικό κοινό ταυτίστηκε με αυτή την ταινία, που εστιάζει στην ατιμωρησία της αστυνομικής βίας, περισσότερο επειδή αποτυπώνει μια ιστορική στιγμή που βιώσαν όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων. Η προσέγγιση της Μαλαντά στόχευε στην ανάδειξη του φόβου που νιώθουν οι έγχρωμοι στη θέα αστυνομικών, ως συνήθεις ύποπτοι. Κλείνοντας, τόνισε πως κανένας από τους αστυνομικούς που έχουν κατηγορηθεί για βία, την περίοδο των «Κίτρινων Γιλέκων», δεν έχει καταδικαστεί μέχρι σήμερα.

Στο τμήμα Πανόραμα, ξεχώρισε το «Ζήτημα τιμής», του Αντονί Ντεσό, άλλο ένα κοινωνικών αιχμών καθηλωτικό θρίλερ, που εστιάζει στον αδυσώπητο πόλεμο των μονοπωλίων γαλακτομικών απέναντι στους μικρούς παραγωγούς. Η Οντρέ (Ανά Ζιραρντό), κόρη αγροτών και υπεύθυνη τμήματος επαρχιακού σουπερμάρκετ, μετατίθεται στα κεντρικά της εταιρείας για να υπερασπιστεί τα βιολογικά και τοπικά προϊόντα ανεξάρτητων κτηνοτρόφων, ανάμεσα τους και του αδερφού της Ρονάν, που έχει αναλάβει την οικογενειακή τους φάρμα. Ο Μπρουνό Φουρνιέ (Ολιβιέ Γκουρμέ), νέος προϊστάμενος της Οντρέ, την υποχρεώνει να ακολουθήσει τις ανήθικες μεθόδους των μονοπωλίων, ωθώντας την στα όριά της, ενώ αγωνίζεται να διατηρήσει τις ηθικές της αξίες.

Αναπάντεχα συναρπαστική αποκαλύφθηκε η παλιότερη μαροκινή ταινία «Ατίθασα όνειρα» (2020), του Ισμαέλ Ελ Ιρακί, στα πλαίσια της Λευκής Κάρτας στο Διεθνές Φεστιβάλ Μεσογειακού Κινηματογράφου Cinemed.
Φορώντας φιδίσιο τζάκετ και μπότες, ο τοξικοεξαρτημένος πρώην φημισμένος ροκ κιθαρίστας Λάρσεν Σνέικ (Αχμέντ Χαμούντ) επιστρέφει στην γενέτειρά του την Καζαμπλάνκα, προκειμένου να μαζέψει χρήματα για αποπληρωμή χρεών σε αδίστακτους εγκληματίες. Συναντώντας την αισθησιακή πόρνη Ραζά, που την υποδύεται η δημοφιλής Μαροκινή τραγουδίστρια ανατολίτικου ροκ Κάνσαν Μπάτμα, την ερωτεύεται τρελά και ενθουσιασμένος μόλις ανακαλύψει την υπέροχη φωνή της, επιχειρεί να την πείσει να συνεχίσουν μαζί μουσική καριέρα, αγνοώντας πως η Ραζά ανήκει στον σκληρό προαγωγό Σαΐντ (Σαΐντ Μπέι). Ο ψηλόλιγνος Λάρσεν -από το ηχητικό φαινόμενο ανατροφοδότησης Λάρσεν, δηλαδή τον ενοχλητικό διαπεραστικό οξύ ήχο μικροφώνου που βρίσκεται κοντά σε ηχείο- μαζί με την πληθωρική και ετοιμόλογη Ραζά αποτελούν εκρηκτικό ζευγάρι δυο τυραννισμένων αδερφών ψυχών σε πλήρη σύμπνοια, μετά το τραυματικό παρελθόν τους. Αυτή η ανατρεπτική ροκ ταινία καταλήγει σε ανελέητο κυνηγητό και απογειώνεται με ψυχεδελικές αραβόφωνες ανατολίτικου ροκ επιτυχίες.

Στο φετινό αφιέρωμα «Οι τέχνες στην οθόνη», που συνεπιμελήθηκε το Ίδρυμα Γουλανδρή, προβλήθηκε το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «Ernest Cole, ο φωτογράφος του απαρτχάιντ» (2024) του Ραούλ Πεκ, για τον Νοτιοαφρικανό φωτογράφο, που πρώτος αποκάλυψε στον δυτικό κόσμο τη φρίκη του Aπαρτχάιντ. Μετά το αποκαλυπτικό βιβλίο του «House of Bondage» (Οίκος της Δουλείας/1967), φωτογραφικό λεύκωμα με οδυνηρές φωτογραφίες για την ανισότητα και τον φυλετικό διαχωρισμό, με τις διάσπαρτες ρατσιστικές πινακίδες και την εξαθλίωση στις παραγκουπόλεις του αυτόχθονα πληθυσμού, ο 27χρονος τότε Κόλ υποχρεώθηκε να οδηγηθεί στην εξορία, καταφεύγοντας στη Νέα Υόρκη και σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, για το υπόλοιπο της ζωής του. Βαθιά επηρεασμένος από τον Ανρί-Καρτιέ Μπρεσόν, κατέγραψε λεπτομερειακά σε μια επιτομή του ρατσισμού, την αποστειρωμένη φυλακή του γκέτο, για να ξανοιχτεί αργότερα στα ψυχεδελικά χρώματα της νεοϋορκέζικης στυλάτης αφροαμερικάνικης περηφάνιας του ’60, φωτογραφίζοντας «στο ύψος των ματιών», πριν απελπιστεί οικτρά, μόλις πατήσει πόδι στον αμερικάνικο Νότο. Αυτοβιογραφικά κείμενα του Κόλ από ημερολόγια και επιστολές διαβάζονται εκτός κάδρου, ενώ οι εξαιρετικές φωτογραφίες του διατέμνουν και προσωπικές στιγμές, αποκαλύπτοντας την κατάθλιψη και την οργή μακριά από την πατρίδα. Το αξιόλογο αυτό ντοκιμαντέρ, πλημμυρισμένο από νοτιοαφρικανικά ακούσματα, τραγούδια της επίσης εξόριστης Μίριαμ Μακέμπα και τζαζ συνθέσεις Νοτιοαφρικανών μουσικών, παρουσιάζει για πρώτη φορά μερικά από τα 60.000 χαμένα αρνητικά φωτογραφιών του, που ανακαλύφθηκαν μετά θάνατον, το 2017, σε θυρίδα σουηδικής τράπεζας.

Στο ίδιο αφιέρωμα προβλήθηκε και η ταινία «Βαν Γκογκ» (1991) του Μωρίς Πιαλά. Μετά τον εγκλεισμό του σε άσυλο, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ ταξιδεύει στο Ωβέρ-συρ-Ουάζ και εγκαθίσταται στο σπίτι του φιλότεχνου γιατρού Γκασέ. Οι τελευταίες μέρες του τυραννισμένου ζωγράφου ξοδεύονται μεταξύ καλοκαιρινής ραστώνης, ζωγραφικής, ερωτικής διάθεσης με την Μαργκερίτ (Αλεξαντρά Λοντόν), την έφηβη κόρη του γιατρού που τον ερωτεύτηκε και τσακωμών με τον αδερφό του Τεό (Μπερνάρ Λε Κοκ), πριν βρεθεί μυστηριωδώς αυτοπυροβολημένος, για να ξεψυχήσει άδοξα, λίγο αργότερα.
Με το χαρακτηριστικό ύφος του ρεαλιστή Πιαλά, μακριά από συναισθηματισμούς και μανιερισμούς, δίνεται έμφαση με φυσικούς φωτισμούς και χρωματισμούς στην κοινωνική διάσταση της καθημερινής ζωής, στα τέλη του 20ου αιώνα, σε μια πειστική αναπαράσταση της εποχής, αλλά και του φυσικού τοπίου της περιοχής, που απαθανατίστηκε θριαμβευτικά στους πίνακες του ζωγράφου. Δίχως να καταπιαστεί με την ψυχική διάστασή του, όπως σε άλλες βιογραφικές ταινίες, ο Πιαλά απέδωσε πρωτίστως την ατμόσφαιρα της γαλλικής επαρχίας, αλλά και το μποέμ παριζιάνικο καλλιτεχνικό περιθώριο, σε καταγώγια και καμπαρέ, αντλώντας έμπνευση από αυτές τις εικόνες, σε μια πρωτοποριακή για την εποχή ζωγραφική προσέγγιση, σε ρήξη με τον μπουρζουάδικο καθωσπρεπισμό των ακαδημαϊστών. Εξαιρετικές παραμένουν οι γιορτινές σκηνές στις όχθες του ποταμού, βγαλμένες από πίνακες του Ρενουάρ, αλλά και οι ρυθμικοί χοροί στα παριζιάνικα καμπαρέ, θυμίζοντας πίνακες του Λωτρέκ, ενώ οι φυσιογνωμίες χωρικών που συναναστρέφεται ο Βαν Γκογκ, ανακαλούν τα εκφραστικά του πορτρέτα. Ο ισχνός και νευρώδης Ζακ Ντυτρόνκ, στον πρωταγωνιστικό ρόλο, σε μια αποστασιοποιημένη ερμηνεία που βραβεύτηκε με Σεζάρ, σκιαγραφεί έναν απαθή κυκλοθυμικό Βαν Γκογκ, που ολοένα και αποκόβεται από τη ζωγραφική, πριν από την τραγική κατάληξη.
* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com
INFO
Στο πλαίσιο μεταφεστιβαλικών δράσεων του 38ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, επαναπροβάλλεται το αφιέρωμα στα ρεβιζιονιστικά Γουέστερν, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, με 6 ευρώ / προβολή.
‒ Σάββατο 4/4/2026 στις 18:00 «Ο Δραπέτης» (Άμπραχαμ Πολόνσκι/1969) και στις 20:00 «Το Μεγάλο Ανθρωπάκι» (Άρθουρ Πεν/1970).
‒ Κυριακή στις 18:00 «Η έντιμος κυρία και ο χαρτοπαίκτης» (Ρόμπερτ Άλτμαν/1971) και στις 20:30 «Η μεγάλη μονομαχία» (Σαμ Πέκινπα/1973).





































































