Ο πόλεμος βρίσκει την Ελλάδα ήδη ενταγμένη σε ένα πλέγμα δεσμεύσεων, εξαρτήσεων και επιλογών που παράγουν εσωτερικές αντιφάσεις και αλληλεπιδρούν με προϋπάρχουσες τάσεις αναδιάταξης του πολιτικού συστήματος. Το οποίο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην εμπλοκή και την αποστασιοποίηση, την κατ’ αυτούς γεωπολιτική «αναβάθμιση» και την αναδίπλωση μπροστά στην έκθεση σε κινδύνους.
Η επίσημη γραμμή επιμένει ότι «η Ελλάδα δεν εμπλέκεται», ενώ η χώρα λειτουργεί ως κόμβος στρατιωτικών επιχειρήσεων, με υποδομές, μέσα και προσωπικό να εντάσσονται στον ευρύτερο σχεδιασμό της Δύσης. Ο δε υπουργός Άμυνας επιχαίρει για το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων που εμπλέκονται στα πεδία των μαχών ενός πολέμου στον οποίο υποτίθεται ότι δεν συμμετέχουμε. Δεν πρόκειται απλά για διγλωσσία, ούτε για αντικρουόμενες ή προσωπικές στρατηγικές (παρόλο που και αυτές είναι παρούσες), αλλά για πραγματική αντίφαση. Η οποία τείνει να καταστεί εκρηκτική, ειδικά αν ο πόλεμος (και οι συνέπειές του στην οικονομία και αλλού) παραταθούν στον χρόνο.
Ισορροπίες χωρίς έλεγχο
Η κυβέρνηση παραμένει πλήρως ευθυγραμμισμένη με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και το Ισραήλ, κι αυτό παράγει αποτελέσματα επί του πεδίου. Ταυτόχρονα, επιδιώκει να υιοθετήσει έναν πιο «ευρωπαϊκό» τόνο, αποφεύγοντας την εικόνα άμεσης εμπλοκής σε έναν πόλεμο με απρόβλεπτες συνέπειες. Αυτή η διπλή τακτική όμως έχει όρια. Η χρήση της Σούδας, η παρουσία ελληνικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή, οι «αμυντικές επιτυχίες» των ελληνικών Patriot στη Σαουδική Αραβία, και η συνολική μετατροπή της χώρας σε κόμβο logistics, δεν είναι ουδέτερες επιλογές. Εντάσσουν την Ελλάδα σε έναν επιχειρησιακό σχεδιασμό που δεν ελέγχει η ίδια.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει αυτήν την κατάσταση σε πολιτικό κεφάλαιο, προβάλλοντας την εικόνα μιας χώρας που «μεγαλώνει τον ρόλο της» εν μέσω κρίσης. Κάπως έτσι έχουμε τη λογική που βλέπει τον πόλεμο ως ευκαιρία, από την Κύπρο μέχρι την Κάρπαθο, και από τα πυρηνικά μέχρι τον έλεγχο της εσωκομματικής αμφισβήτησης. Η «αναβάθμιση» παρουσιάζεται ως επιτυχία, κι ας βαθαίνει την εξάρτηση, κι ας πολλαπλασιάζει τους κινδύνους. Το σύστημα Μαξίμου προσπαθεί έτσι να κυριαρχήσει στο εσωτερικό μέτωπο, εμφανίζοντας ως εθνικές επιτυχίες τις εκδουλεύσεις προς τους «προστάτες». Όλα αυτά στην κόψη του ξυραφιού, καθώς «εθνικές επιλογές», όπως η ενεργειακή πρόσδεση στις ΗΠΑ ή η στρατηγική συνεργασία με το γενοκτόνο Ισραήλ, καθίστανται επισφαλείς λόγω των εξελίξεων.
Πολιτικά σενάρια ανακατατάξεων
Το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα δεν φαίνεται να διαφοροποιείται ουσιαστικά. Παρά τις επιμέρους λεκτικές διαφωνίες, τα βασικά κόμματα κινούνται εντός ενός κοινού πλαισίου ευρωατλαντικής κατεύθυνσης, χωρίς να αμφισβητούν έμπρακτα τις παραπάνω επιλογές. Αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη σύγκλιση που περιορίζει τον δημόσιο διάλογο. Οι φωνές που θέτουν ζήτημα απεμπλοκής, επαναπροσδιορισμού σχέσεων ή μείωσης της εξάρτησης παραμένουν στο περιθώριο. Ταυτόχρονα, τα ΜΜΕ ενισχύουν αυτή την εικόνα, λειτουργώντας συχνά ως αντηχεία των δυτικών αφηγημάτων.
Όλοι μοιάζουν να περιμένουν εξελίξεις, ενώ τα πολιτικά σενάρια για εκλογές επανέρχονται. Η διεθνής κρίση μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθεροποίησης, όπως επιθυμεί η κυβέρνηση, αλλά μπορεί να καταστεί και καταλύτης ανακατατάξεων. Η κυβέρνηση επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει την εικόνα «υπευθυνότητας», αλλά μια παρατεταμένη κρίση (πόσο μάλλον κάποιο «ατύχημα») μπορεί να φθείρει αυτήν την εικόνα, ιδίως αν οι οικονομικές συνέπειες γίνουν εντονότερες. Σε αυτές τις συνθήκες το πολιτικό σύστημα καθίσταται ακόμη πιο ανοιχτό σε έξωθεν εκβιασμούς και παρεμβάσεις. Η υπερδραστηριοποίηση της Κ. Γκίλφοϊλ και οι ειδικές σχέσεις με επιχειρηματίες και πολιτικούς, τα σκάνδαλα και οι τριγμοί του καθεστώτος Μητσοτάκη, οι πιέσεις για τους ενεργειακούς δρόμους, οι εξελίξεις στη σχέση με την Τουρκία, υπό αυτό το πρίσμα αποκτούν τη δική τους ιδιαίτερη δυναμική.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό θα πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα ο κατηγορηματικός τόνος (ασυνήθιστος για το συγκεκριμένο κόμμα) με τον οποίο ο γ.γ. του ΚΚΕ, Δ. Κουτσούμπας, «αποκάλυψε» σε συνέντευξή του στη Ράνια Τζίμα τα σενάρια που θέλουν την «έξοδο Μητσοτάκη», εντός του επόμενου διαστήματος, να δρομολογείται από κύκλους του συστήματος.
Εφοπλιστές, ενέργεια και ειδικά συμφέροντα
Η διάσταση των ειδικών συμφερόντων είναι καθοριστική. Η ελληνική ναυτιλία επηρεάζεται άμεσα από τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο και το Στενό του Ορμούζ. Για την Ελλάδα η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών δεν είναι μια αόριστη συζήτηση, αλλά πρωτίστως ένα θέμα οικονομικού συμφέροντος για ισχυρά τμήματα της ελληνικής οικονομικής ελίτ. Οι παρεμβάσεις υπέρ της στρατιωτικής προστασίας των θαλάσσιων διαδρόμων δείχνουν ότι η εμπλοκή δεν είναι μόνο πολιτική επιλογή, αλλά και αποτέλεσμα πίεσης συγκεκριμένων κύκλων.
Αντίστοιχα, στο ενεργειακό πεδίο, η αναδιάταξη των αγορών και η αναζήτηση νέων λύσεων (από LNG μέχρι πυρηνική ενέργεια) δημιουργούν νέα πεδία επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ενώ η ενεργή εμπλοκή της χώρας στον δυτικό πολεμικό άξονα καθιστά επισφαλείς άλλες επιλογές, όπως φάνηκε στο πρόσφατο χτύπημα ελληνόκτητου πλοίου στη Μαύρη Θάλασσα από την Ουκρανία, κατά την προσπάθειά του να εκμεταλλευτεί τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό πετρέλαιο. Έτσι, ο πόλεμος λειτουργεί και ως επιταχυντής οικονομικών και ενεργειακών επιλογών που υπό άλλες συνθήκες θα συναντούσαν μεγαλύτερες αντιδράσεις.
Η κοινωνία και ο κίνδυνος του διαρκούς πολέμου
Το πιο κρίσιμο πεδίο όμως είναι η κοινωνία. Οι συνέπειες του πολέμου δεν περιορίζονται στη γεωπολιτική. Έχουν άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών, στην αύξηση τιμών, την ενεργειακή αβεβαιότητα, την πίεση στα εισοδήματα και τη γενικευμένη ανασφάλεια.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, αυτές οι επιπτώσεις μπορεί να απορροφηθούν. Σε μεσοπρόθεσμο όμως ορίζοντα, μια παρατεταμένη κρίση μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερη αποσταθεροποίηση: οικονομική κόπωση, κοινωνικές εντάσεις, πολιτική απαξίωση, γενικότερο φρακάρισμα στην οικονομία – ιδίως για μια χώρα όπως η Ελλάδα, πλήρως εξαρτημένη από τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, και μετά από χρόνια λιτότητας.
Συμπερασματικά
Σε αυτή τη συγκυρία, το κρίσιμο δεν είναι απλώς η διαχείριση της κρίσης, αλλά η κατεύθυνση που παγιώνεται. Κάθε νέα αποστολή, κάθε διευκόλυνση, κάθε «προσωρινή» εμπλοκή δημιουργεί τετελεσμένα που δύσκολα αναιρούνται. Η χώρα εμπλέκεται πιο βαθιά, χωρίς ουσιαστικό δημόσιο διάλογο και χωρίς σαφή στρατηγικό έλεγχο, και αυτό ως μονόδρομος – χωρίς συγκροτημένη εναλλακτική γραμμή που να θέτει ως προτεραιότητα την απεμπλοκή, την υπεράσπιση της κοινωνίας και την ανάκτηση βαθμών αυτονομίας. Χωρίς μια τέτοια κατεύθυνση, η εμπλοκή θα βαθαίνει σχεδόν αυτόματα, ως άμεση συμμαχική «υποχρέωση». Το ερώτημα παραμένει, αν μπροστά στην πολεμική απειλή μπορεί να διαμορφωθεί μια άλλη πολιτική, που να σπάει αυτή τη φορά, και να επαναφέρει στο προσκήνιο το συμφέρον της ίδιας της χώρας.





































































