Η κρίση εμπιστοσύνης δεν είναι πια αφηρημένη έννοια ούτε θέμα δημοσκοπήσεων – είναι καθημερινή εμπειρία. Ο κόσμος δεν πιστεύει τους θεσμούς, δεν εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη, δεν περιμένει πολλά από την πολιτική. Όχι από κυνισμό, αλλά από πείρα, γιατί έχει δει υποθέσεις να θάβονται, ευθύνες να χάνονται και ισχυρούς να μένουν πάντα στο απυρόβλητο. Η διαφθορά και η διαπλοκή δεν είναι πια «παθογένειες»· είναι το φόντο πάνω στο οποίο λειτουργεί και επίσημα το σύστημα.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι παλιές πολιτικές ταμπέλες έχουν καταρρεύσει. Δεξιά και Αριστερά δεν κινητοποιούν, δεν εμπνέουν, δεν πείθουν. Όχι επειδή δεν έχουν ιστορία, αλλά επειδή αδυνατούν να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα του σήμερα: ποιος υπερασπίζεται πραγματικά τον πολίτη; Ποιος συγκρούεται με τα συμφέροντα και ποιος απλώς τα διαχειρίζεται; Η ιδεολογία χωρίς πράξη μοιάζει κενή και ο λαός το αντιλαμβάνεται.
Σε αυτό το κενό δεν είναι περίεργο που κερδίζουν έδαφος όσοι «φωνάζουν», όσοι βγάζουν σκάνδαλα στη φόρα, όσοι δείχνουν με το δάχτυλο τους κυβερνώντες. Σε μια κοινωνία εξαντλημένη, η καταγγελία μοιάζει με πολιτική πράξη και για πολλούς πιθανόν να είναι αρκετή. Αλλά είναι; Ή απλώς μετατρέπεται σε εύκολη δημαγωγία που ανακυκλώνει την οργή χωρίς να αγγίζει τις αιτίες;
Γιατί το να αποκαλύπτεις δεν σημαίνει ότι μπορείς και να αλλάξεις. Το να λες «τα πράγματα όπως είναι» δεν αρκεί, αν δεν μπορείς να πεις και πώς θα γίνουν αλλιώς. Κι εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα: Η απουσία ηγετών με σχέδιο, σύγκρουση και πολιτικό θάρρος. Όχι σωτήρων, αλλά ανθρώπων που αντέχουν το κόστος.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το σύστημα είναι σε κρίση. Είναι αν μας αρκεί να το καταγγέλλουμε ή αν, κάποια στιγμή, θα απαιτήσουμε κάτι περισσότερο. Γιατί χωρίς αυτό το «κάτι παραπάνω», η αγανάκτηση απλώς αλλάζει στόχο, όχι την πραγματικότητα.







































































