Με θέμα την ενδοοικογενειακή βία, το συγκλονιστικό κινηματογραφικό ντεμπούτο των Σαρλότ Ντεβιλιέρ και Αρνό Ντυφεΐς «Σας πιστεύουμε» κινείται με ζηλευτή ισορροπία ανάμεσα σε κοινωνικό ρεαλισμό, δικαστικό θρίλερ και θεατρικό μονόπρακτο, καθώς στην ταινία καταγράφεται η μέρα της ακροαματικής διαδικασίας, στο Δικαστήριο Προστασίας Ανηλίκων, προκειμένου να απορριφθεί η διεκδίκηση επιμέλειας από τον πατέρα.
Δύο αδέρφια, ο 10χρονος Ετιέν και η 17χρονη αδερφή του Λιλά απορρίπτουν εδώ και δύο χρόνια κάθε επαφή με τον πατέρα τους, με την Λιλά μάλιστα να δηλώνει πως γι’ αυτήν είναι νεκρός. Η μητέρα τους Αλίς, στα όρια πανικού, προετοιμάζεται στο πλευρό της δικηγόρου της να ανταπεξέλθει στη δύσκολη διαδικασία παράθεσης των σοβαρών ψυχολογικών επιπτώσεων της κακοποίησης του γιου της από τον πατέρα, ο οποίος ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τι του προσάπτουν, επιχειρώντας να ενοχοποιήσει με συκοφαντίες ως υπαίτια την μητέρα.
Εκτός από τους αποξενωμένους γονείς και τα παιδιά, συμμετέχουν η Δικαστής και τρεις δικηγόροι -του πατέρα, της μητέρας και των παιδιών- οκτώ συνολικά χαρακτήρες σε ένα δικαστικό δράμα γεμάτο εντάσεις -στα όρια θρίλερ- που ξετυλίγεται σταδιακά, κατά την ακροαματική διαδικασία, κεντρική σκηνή της ταινίας όπου οι 5 συνολικά ακροάσεις κινηματογραφήθηκαν σε πραγματικό χρόνο και σε περιορισμένο χώρο, παραπέμποντας σε θεατρικούς μονολόγους.
Αυτή η ταινία γροθιά-στο-στομάχι βασίστηκε στην εμπειρία της Ντεβιλιέρ ως νοσοκόμας, που εργάζεται συχνά με θύματα κακοποίησης, με το σενάριο να διαμορφώνεται τόσο από την επικοινωνία της με τους ασθενείς και τις ιστορίες τους, όσο και από κάποιες επεξεργασμένες μαρτυρίες αντίστοιχων με την ταινία περιπτώσεων, που οι σκηνοθέτες παρακολούθησαν σε Δικαστήριο Προστασίας Ανηλίκων, καθώς στόχευαν να αναδείξουν πώς η παρατεταμένη, επαναλαμβανόμενη και συχνά εξαντλητική φύση των νομικών διαδικασιών ενισχύει το τραύμα της κακοποίησης, αφήνοντας τελικά απροστάτευτα τα παιδιά, καθώς συχνά αμφισβητείται ο λόγος τους και καλούνται να αφηγηθούν πολλαπλές φορές φριχτές εμπειρίες. Η συμμετοχή πραγματικών δικηγόρων, ικανών να αντιληφθούν τις αποχρώσεις της νομικής γλώσσας, τη δυναμική της δικαστικής αίθουσας και το συναισθηματικό βάρος των ρόλων τους, ενίσχυσε την αυθεντικότητα της ταινίας, ενώ η σκηνή της ακρόασης μεταγράφηκε με βάση πραγματικές μαρτυρίες που συγκέντρωσαν οι δυο σκηνοθέτες, σε συνδυασμό με μυθοπλαστικά στοιχεία, στις σκηνές που προηγούνται και έπονται της ακροαματικής διαδικασίας.
Επιχειρώντας ένα διαφορετικό σκηνοθετικό χειρισμό από τη χολιγουντιανή προσέγγιση του συναισθηματικού εκβιασμού, δεν επιλέγεται μια άμεση και ταυτίσιμη προσέγγιση προς το ανήλικο θύμα, αλλά μια περισσότερο έμμεση μεταφορά του ψυχικού του φορτίου, μέσα από τον ταραγμένο ψυχισμό της μητέρας, που φέρει και όλο το συναισθηματικό βάρος της ταινίας. Με την κάμερα στραμμένη στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα της μητέρας, και κυρίως στο αγχωμένο πρόσωπο και στις εκφράσεις της, δημιουργείται μια μπλοκαρισμένη ορατότητα και κάποια γεγονότα γίνονται έμμεσα αντιληπτά, μόνο μέσα από την αντίδραση ή τις εκφράσεις της. Έτσι, βλέπουμε στιγμιαία τον Ετιέν να φεύγει τρέχοντας, για να συνειδητοποιήσουμε μέσα από την αγωνία της Αλίς, που τρέχει να τον προλάβει στη σκοτεινή σκάλα που κρύφτηκε, πως έφυγε επειδή αντίκρυσε τον πατέρα του. Η κάμερα επικεντρώνεται στην ένταση της Αλίς, παρακολουθώντας την μέσα από κοντινά να προσπαθεί να προστατεύσει τον γιό της, αποκαλύπτοντας πόσο η ίδια υποφέρει από το ανείπωτο αυτό τραύμα. Ωστόσο, αυτή η συγγενική με τους αδερφούς Νταρντέν σκηνοθετική προσέγγιση ενός κοινωνικού σινεμά, αλλάζει ριζικά στην καταγραφή με σταθερά πλάνα, κατά την ακροαματική διαδικασία.
Με τις δικαστικές ακροάσεις να ακολουθούν παρόμοια δομή με αυτή ενός θεατρικού έργου, η ταινία παρουσιάζει αντίστοιχη απλή δομή, με εισαγωγή και έναν επίλογο, τοποθετώντας στο κέντρο την ακροαματική διαδικασία, όπου αποκαλύπτονται τα πραγματικά γεγονότα. Οι σκηνοθέτες επέλεξαν να κινηματογραφήσουν αυτή την 55λεπτη σκηνή σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντας στους ηθοποιούς να βιώσουν την αμεσότητα μιας πραγματικής ακρόασης, με μια μοναδική ευκαιρία παρουσίασης, καταγράφοντας σε συνεχή λήψη τη διαδικασία, με τρεις διαφορετικές κάμερες. Ωστόσο, δίχως να είναι κινηματογραφημένο σε μονοπλάνο, ακούμε μεν την ακροαματική διαδικασία σε πραγματικό χρόνο, βλέποντας όμως διαδοχικά πλάνα μέσα από το επεξεργασμένο μοντάζ.
Η επισημοποίηση της θεσμικότητας μεταφέρεται μέσα από μια αλληλουχία αυστηρών και κοφτών σταθερών πλάνων, που δίνουν έμφαση στη θέση των μορφών στο κάδρο, παρουσιάζοντας μεγάλη ποικιλία στις γειτνιάσεις των παρισταμένων.
Πότε έχουμε στο ίδιο πλάνο τις δύο αντιπαρατιθέμενες πλευρές, πότε τους πρωταγωνιστές με τους δικηγόρους τους, πότε πλάνα όπου παρατίθενται ή και αντιπαρατίθενται όλοι μαζί, σε προφίλ, μετωπικά, αλλά και κοντινά στον καθένα ξεχωριστά, πότε όλοι μαζί ιδωμένοι πλάτη, μπροστά από την Δικαστή.

Ωστόσο το σημαινόμενο ρέει από την επιλογή να ακούγονται συχνά οι καταθέσεις εκτός κάδρου, ενώ συνταιριάζονται με πλάνα που αναδεικνύουν αντιδράσεις και εκφράσεις της άλλης πλευράς, σε μια ταινία που χτίζεται με αντιπαραθέσεις και αντιφάσεις. Έτσι, απεικονίζονται τα ξεσπάσματα της μητέρας, καθώς ακούει την αμετανόητη και υποκριτική στάση του πατέρα, αλλά και ο σαρκασμός της, απέναντι στην αγόρευση του δικηγόρου των παιδιών, που αποφεύγει να θίξει το θέμα ταμπού της σεξουαλικής κακοποίησης και της αιμομιξίας, τον ελέφαντα δηλαδή που κανένας δεν θέλει να δει στο δωμάτιο. Στην άκρως συνταρακτική στο τέλος κατάθεση της Αλίς, με την εξαιρετική ερμηνεία της Μιριέμ Ακεντιού, καλύπτεται το φάσμα από την ενοχή της άρνησης, στην κατανόηση του τραύματος, μέχρι την επανάκτηση του ρόλου της ως μητέρας και όλα μπαίνουν τραγικά στη θέση τους, με τη βαθμιαία αποδοχή της συντελεσμένης διαστροφής.
Εκτός από την μπλοκαρισμένη ορατότητα, μέσα από την εστίαση στο πρόσωπο της μητέρας, δίνεται μεγάλη σημασία σε ήχους και ανάσες, αλλά και στη διακριτική παρουσία της πρωτότυπης μουσικής της συνθέτριας Λολίτα ντελ Πίνο, με ηλεκτρονικούς θορύβους, ρυθμικούς βόμβους, ήχους και ελάχιστα κρουστά να υποστηρίζουν τη σύγχυση ή να αυξομειώνουν ένταση, αναλογικά με τις αποκαλύψεις κατά τις ακροάσεις. Παράλληλα, συνυπάρχουν σιωπές, ανάσες και κοντινά σε εκφράσεις απόγνωσης, δακρυσμένα και σκοτεινιασμένα βλέμματα, με το ψυχολογικό σφίξιμο να υπερισχύει. Δεν πρόκειται για μια δικαστική περίπτωση με ηρωικές αγορεύσεις, αλλά για μια δύσκολη υπόθεση-ταμπού με επώδυνες καταθέσεις. Εκτός από την ακροαματική διαδικασία, όπου ακούγονται διαδοχικά όλοι, δικηγόροι, ενάγοντες και εναγόμενοι, στο τέλος, ακούγεται μέσω του τεχνάσματος της ηχογράφησης και η πλευρά των παιδιών, δικαιώνοντας τον τίτλο της ταινίας, που αντανακλά την πεποίθηση των σκηνοθετών ότι οι ενήλικες οφείλουν να ακούνε και να προστατεύουνε τα παιδιά, λαμβάνοντας τα λόγια τους στα σοβαρά.
Στα πλαίσια της νομικής διαφάνειας, συνταιριάζεται και η σύγχρονη αρχιτεκτονική του γυάλινου κτιρίου που στεγάζει το Δικαστικό Μέγαρο, σε ένα σύνολο διάφανο και διαπερατό. Καθόλου τυχαία, μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, η Δικαστής απεικονίζεται να κοιτάει βουβή τη θέα της πόλης, μέσα από το γυάλινο τοίχο του γραφείου. Ωστόσο, οι φευγαλέες αντανακλάσεις στα τζάμια του κτιρίου, όταν η Αλίς αναζητά τον Ετιέν, λειτουργούν σαν πειραματικές διπλοτυπίες, μεταφέροντας την ταραχή της μητέρας, ενώ το πλάνο από ψηλά στο κλιμακοστάσιο όπου έχει κρυφτεί ο Ετιέν παρουσιάζει αντίστοιχη δυναμική με κασαββετικού τύπου πλάνα σωματοποιημένων ενδοοικογενειακών εντάσεων.
Με κυρίαρχο τον κοινωνικό ρόλο, αυτού του είδους το σινεμά λειτουργεί παραδειγματικά, εξοικειώνοντας ή και προετοιμάζοντας τον θεατή με αυτή τη δύσκολη νομική διαδικασία, καθώς όπως αναγράφεται στο τέλος: «Σύμφωνα με εκτίμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας 20% των κοριτσιών και 10% των αγοριών παγκοσμίως είναι θύματα σεξουαλικής βίας στην παιδική τους ηλικία. 10% από αυτά τα θύματα προχώρησε σε καταγγελία και μόλις το 2% από αυτά δικαιώθηκε νομικά».
* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφο, ifigenia.kalantzi@gmail.com






































































