Εδώ και αρκετό καιρό στον Δήμο Merri-bek της Αυστραλίας κλιμακώνονται οι παρενοχλήσεις ηλικιωμένων Ελλήνων από «Αγγλοκέλτες»: υποδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο «οφείλουν» να ζουν (σε χώρους που κατοικούν επί δεκαετίες!), απαίτηση «να μιλούν αγγλικά στον δημόσιο χώρο» κ.ο.κ., με κλιμακούμενη λεκτική εχθρότητα. Το πώς κάποιοι νεοφερμένοι «καθαρόαιμοι λευκοί» αντιμετωπίζουν τους Έλληνες γείτονές τους είναι αποκαλυπτικό για την καλλιεργούμενη νοοτροπία σε μια χώρα που αποικήθηκε βίαια από τη Βρετανία, ασκώντας γενοκτονία επί των ιθαγενών πληθυσμών. Σήμερα βέβαια η πολιτική ηγεσία πραγματοποιεί την αυτοκριτική της, και η επίσημη Αυστραλία εμφανίζεται ως υπόδειγμα ανεκτικότητας και ενσωμάτωσης. Αλλά καταστάσεις όπως αυτή στον Δήμο Merri-bek (που από εργατικό προάστιο με ισχυρή ελληνική παρουσία «αναβαθμίζεται» σταδιακά σε τόπο εγκατάστασης εύπορων αγγλόφωνων) δείχνουν ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι… Μιλήσαμε με τον κ. Κωνσταντίνο Καλυμνιό, ενεργό μέλος της Ελληνικής Κοινότητας, συγγραφέα, νομικό και πρόεδρο της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αυστραλίας, για το φαινόμενο αυτό – το οποίο πληροφορηθήκαμε από άρθρο του στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος»*:
Είναι μεμονωμένα τα περιστατικά υποτιμητικής συμπεριφοράς απέναντι στην ελληνική κοινότητα του Δήμου Merri–bek;
Οι σχετικές μαρτυρίες προέρχονται από διαφορετικά νοικοκυριά και διαφορετικές γειτονιές, γεγονός που αποκλείει την εκδοχή ενός απομονωμένου ή συγκυριακού φαινομένου. Παράλληλα, παρουσιάζουν αξιοσημείωτες και επαναλαμβανόμενες ομοιότητες ως προς τη μορφή, το λεξιλόγιο, τη στόχευση των ηλικιωμένων Ελλήνων και το πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώνονται. Το σύνολο αυτών των στοιχείων υποδεικνύει την ύπαρξη ενός επαναλαμβανόμενου προτύπου συμπεριφοράς. Η σημασία του έγκειται στη συχνότητα της επανάληψής του, στη γεωγραφική του διασπορά και στον σωρευτικό ψυχολογικό και κοινωνικό του αντίκτυπο σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα.
Ο Δήμος Merri-bek αποτελεί μια περιοχή με ιστορικά ισχυρή και πολυπληθή παρουσία εργατικής τάξης μεταναστών, ιδίως Ελλήνων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί μεταπολεμικά και συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του κοινωνικού και οικονομικού ιστού της περιοχής. Η μακρόχρονη αυτή παρουσία, σε συνδυασμό με τη σημερινή ραγδαία διαδικασία κοινωνικής και χωρικής αναδιάρθρωσης, καθιστά τον Δήμο ιδιαίτερα ευάλωτο σε εντάσεις που συνδέονται με την αλλαγή πληθυσμιακής σύνθεσης, χρήσεων γης και κοινωνικών προσδοκιών. Δεν υποστηρίζω ότι οι ηλικιωμένοι Έλληνες στοχοποιούνται επειδή είναι Έλληνες καθαυτού: γίνονται αντικείμενο πιέσεων πρωτίστως επειδή είναι ηλικιωμένοι μετανάστες, συχνά με περιορισμένη γνώση της αγγλικής, μειωμένη εξοικείωση με θεσμικούς μηχανισμούς προστασίας και περιορισμένη δυνατότητα ή διάθεση να αντιδράσουν δυναμικά.
Ποια είναι η αιτία γι’ αυτή τη συμπεριφορά μελών της Αγγλοκελτικής κοινότητας;
Η συμπεριφορά αυτή φαίνεται να συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία «εξευγενισμού» των παραδοσιακά εργατικών προαστίων της Μελβούρνης, που δεν μετασχηματίζει μόνο το δομημένο περιβάλλον, αλλά και τις κοινωνικές ιεραρχίες, τις πολιτισμικές προσδοκίες και τα άρρητα όρια του «ανήκειν» σε έναν χώρο. Καθώς σε αυτές τις περιοχές εγκαθίστανται νεότεροι, οικονομικά ισχυρότεροι και επαγγελματικά καταξιωμένοι αγγλόφωνοι, ο χώρος επανανοηματοδοτείται ως πεδίο κατανάλωσης, αισθητικής ομοιογένειας και κοινωνικής αποδοτικότητας. Η γειτονιά παύει να λειτουργεί ως τόπος ζωής και μνήμης και αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως προϊόν, εικόνα και επένδυση.
Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, πολιτισμικές πρακτικές των παλαιότερων μεταναστών, όπως η καλλιέργεια κήπων και λαχανόκηπων, η παραμονή και κοινωνική συναναστροφή στον δημόσιο χώρο, η χρήση της μητρικής γλώσσας, η έντονη θρησκευτική παρουσία, παύουν να θεωρούνται ουδέτερες ή φυσιολογικές. Αντιθέτως, επαναπροσδιορίζονται ως «αναχρονιστικές», «αντιαισθητικές», «ανεπιθύμητες», ή ακόμη και ως εμπόδιο στην επιθυμητή εικόνα μιας «σύγχρονης», «λειτουργικής» και «προοδευτικής» πόλης, η οποία ορίζεται πλέον με όρους ταχύτητας, κατανάλωσης και αόρατης συμμόρφωσης.
Υπάρχουν υπολείμματα υποτιμητικών αναφορών από το παρελθόν;
Η σημερινή ρητορική παρουσιάζεται ως κοσμική, προοδευτική ή ακόμη και αντι-συντηρητική. Στην πράξη όμως υποκρύπτει μια σιωπηρή αλλά ανθεκτική ιεράρχηση πολιτισμών, όπου ο αγγλοσαξονικός τρόπος ζωής εξακολουθεί να λειτουργεί ως άρρητος κανόνας, μέτρο σύγκρισης και τελικός κριτής του αποδεκτού. Οι υπόλοιπες πολιτισμικές εκφράσεις γίνονται ανεκτές μόνο εφόσον παραμένουν ιδιωτικές, αόρατες και μη διεκδικητικές. Η ιστορική χρήση προσβλητικών όρων όπως «dagos» και η μεταγενέστερη αντικατάστασή τους από τον εξίσου υποτιμητικό χαρακτηρισμό «wogs» δεν αποτελούν απλώς λεκτικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Ο όρος wog, ετυμολογικά συνδεδεμένος με τη λέξη μικρόβιο, φέρει εντός του την ιδέα του ξένου σώματος ως μολυσματικού στοιχείου, που πρέπει να περιοριστεί, να ελεγχθεί ή να εξαφανιστεί. Αποτελεί, συνεπώς, συμπύκνωση μιας μακράς και βαθιά ριζωμένης πολιτισμικής απαξίωσης.
Δύο ομογενείς ακαδημαϊκοί, ο Γιώργος Βασιλακόπουλος και η Τούλα Νικολακοπούλου, έχουν μελετήσει εκτενώς τη θέση των μεταναστών στην αυστραλιανή κοινωνία και περιγράφουν τον μετανάστη ως «αιώνια ξένο». Ακόμη και μετά από δεκαετίες εργασίας, κοινωνικής συμβολής και θεσμικής ένταξης, παραμένει ένα σώμα που γίνεται ανεκτό μόνο εφόσον δεν καθίσταται υπερβολικά ορατό και δεν αμφισβητεί την κυρίαρχη αφήγηση. Ιδιαίτερα στην τρίτη ηλικία, όταν ο μετανάστης παύει να είναι οικονομικά «χρήσιμος», αλλά επιμένει να καταλαμβάνει δημόσιο χώρο, να μιλά τη γλώσσα του, να καλλιεργεί τον κήπο του, να πηγαίνει στην εκκλησία του και να επιβιώνει πολιτισμικά, η παρουσία του επανακωδικοποιείται ως υπολειμματική και εν δυνάμει υπονομευτική. Απειλεί απλώς επειδή επιμένει να υπάρχει εκτός των νέων κανόνων αισθητικής, ταχύτητας και κοινωνικής αποδοτικότητας. Οπότε μέσω της παρενόχλησης «υπενθυμίζεται» στα ηλικιωμένα μεταναστευτικά σώματα ότι η παρουσία τους ήταν και παραμένει πάντοτε υπό όρους…
Οι αρχές έχουν επιληφθεί των ευθυνών τους;
Μέχρι σήμερα, η θεσμική ανταπόκριση υπήρξε περιορισμένη, αποσπασματική και μάλλον ανεπαρκής. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι Έλληνες της περιοχής ανήκουν σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη κοινωνική ομάδα. Πολλοί ζουν μόνοι ή με συνομήλικους συζύγους, έχουν περιορισμένη γνώση της αγγλικής, ελάχιστη εξοικείωση με διοικητικές και νομικές διαδικασίες, και περιορισμένη εμπιστοσύνη στη δυνατότητα των θεσμών να τους προστατεύσουν. Σε αυτό το πλαίσιο, η καταγγελία ενός περιστατικού δεν βιώνεται τόσο ως πράξη ενδυνάμωσης, όσο ως ενδεχόμενος κίνδυνος περαιτέρω στοχοποίησης. Έτσι, μεγάλο μέρος των περιστατικών δεν καταγράφεται ποτέ επισήμως.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι και το φαινόμενο της σιωπής της επόμενης γενιάς, δηλαδή των παιδιών ή εγγονιών των ηλικιωμένων μεταναστών. Είτε από φόβο κοινωνικής σύγκρουσης, είτε από την επιθυμία να μην «ενοχλήσουν» την κυρίαρχη κοινωνική ομάδα, είτε από μια εσωτερικευμένη αντίληψη ότι τέτοια ζητήματα «δεν πρέπει να βγαίνουν προς τα έξω», συχνά τείνουν ακόμη και να αρνούνται την ύπαρξη του προβλήματος. Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή αορατότητα: αφενός οι ηλικιωμένοι υφίστανται πιέσεις, παρενόχληση και αποκλεισμό, αφετέρου οι θεσμοί καθυστερούν να αντιδράσουν.
Δεν υπάρχει αντίδραση τουλάχιστον από τις ομογενειακές οργανώσεις;
Είναι περιορισμένος ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν, καθώς η πλειονότητά τους έχει ως βασικό αντικείμενο τη διοργάνωση χορών και εκδηλώσεων. Παρότι ο ρόλος αυτός είναι σημαντικός για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, οι οργανώσεις αυτές συχνά στερούνται των εξειδικευμένων γνώσεων, των πόρων και της θεσμικής εμπειρίας που απαιτούνται για να υποστηρίξουν ηλικιωμένους ανθρώπους στη διαδικασία τεκμηρίωσης περιστατικών ή αναζήτησης θεσμικής προστασίας.
Σημαντικό ρόλο, ωστόσο, επιχειρούν να διαδραματίσουν οι ελληνικής καταγωγής δημοτικοί σύμβουλοι του Δήμου Merri-bek, οι οποίοι έχουν αρχίσει να αναδεικνύουν το ζήτημα, και να λειτουργούν ως κύριο σημείο αναφοράς για τις καταγγελίες. Σε αυτούς απευθύνεται σήμερα η πλειονότητα των παραπόνων, ακριβώς επειδή θεωρούνται γλωσσικά και πολιτισμικά εγγύτεροι, και περισσότερο πρόθυμοι να κατανοήσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνονται τα περιστατικά. Η παρέμβασή τους έχει συμβάλει ώστε το ζήτημα να τεθεί για πρώτη φορά με συνέπεια σε θεσμικό επίπεδο και να αρχίσει να απασχολεί ορισμένα τμήματα των αρμόδιων υπηρεσιών.
* «Στόχοι παρενόχλησης οι ηλικιωμένοι Έλληνες στο Merri-bek» (www.neoskosmos.com, 18/12/2025). Εδώ ορισμένες απαντήσεις του κ. Καλυμνιού στην εφημερίδα μας αποδίδονται συνοπτικά – το πλήρες κείμενο της συνέντευξης θα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της εφημερίδας.








































































