Με ρομαντικές κομεντί κυρίως στο ενεργητικό της, η 45χρονη πολωνο-μαροκινής καταγωγής Γαλλίδα σκηνοθέτρια και σεναριογράφος Ρεμπεκά Ζλοτοφσκί καταφέρνει στην 6η ταινία της «Μια ιδιωτική ζωή» να φτιάξει ένα απολαυστικό θρίλερ μυστηρίου, με κωμικές εκφάνσεις και γουντιαλλενικές επιρροές, που απογειώνεται κυρίως χάρη στην εξαιρετική γαλλόφωνη ερμηνεία της 63χρονης πρωταγωνίστριας.
Αμερικανίδα που ζει και εργάζεται για χρόνια στο Παρίσι, η 55χρονη διακεκριμένη ψυχαναλύτρια Λιλιάν Σταϊνέρ (Τζούντι Φόστερ) δυσκολεύεται να αποδεχτεί τον απροσδόκητο χαμό της ασθενούς της Πολά Κοέν-Σολάλ (Βιρζινί Εφιρά), ειδικά όταν η κόρης της Βαλερί υποστηρίζει πως αυτοκτόνησε. Βαθιά πεπεισμένη πως η ασθενής που παρακολουθούσε επί εννιά συναπτά έτη δεν είχε αυτοκτονικές τάσεις, η Λιλιάν επιχειρεί να διερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση. Κάποιες παλιές εκμυστηρεύσεις της ασθενούς, επιβεβαιώνουν την πεποίθησή της για πιθανότητα δολοφονίας, οπότε ξεκινάει μια συναρπαστική διερεύνηση, με πολύτιμο βοηθό τον πρώην σύζυγό της Γκαμπί (Ντανιέλ Οτέιγ), οφθαλμίατρο. Σκαλίζοντας καταστάσεις και πρόσωπα, δεν ξεδιπλώνονται μόνο λεπτομέρειες για το παρελθόν της Πολά, αλλά και μερικά στοιχεία για την ίδια την πρωταγωνίστρια. Σύντομα η έρευνα γίνεται η αφορμή να επανασυνδεθεί η Λιλιάν τόσο με τον πρώην σύζυγό της, αλλά και με τον γιο της Ζυλιέν (Βενσάν Λακόστ).
Με επίκεντρο κυρίως το χτίσιμο του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, δεν δίνεται προτεραιότητα στη λύση του μυστηρίου, αλλά πώς επιδρά στην ίδια την Λιλιάν, αποκαλύπτοντας εσώτερες και καλά κρυμμένες πτυχές της. Γεμάτη αυτοσυγκράτηση και αυτοπεποίθηση, παρουσιάζεται σχολαστική και απόμακρη, αφοσιωμένη στην καριέρα της, παρά τις επιθετικές εξάρσεις κάποιων ασθενών, που την αμφισβητούν. Ενοχλημένη από την αναίτια επίθεση του συζύγου της Πολά, τον Σιμόν (Ματιέ Αμαλρίκ), η Λιλιάν ηχογραφεί τη διάγνωσή της ως «κλασική περίπτωση άρνησης, με μετάθεση της ενοχής», σε μίνι-κασετόφωνο, δηλαδή ένα αναλογικό μέσο, που αποκαλύπτει τον δυσπροσάρμοστο χαρακτήρα της.
Ταραγμένη από την αυτοχειρία της αισθησιακής Πολά, η Λιλιάν εμφανίζεται δακρυσμένη παρά τη θέλησή της. Κατά την εξέταση του οφθαλμίατρου Γκαμπί δεν βρέθηκε κάτι παθολογικό, υπονοώντας πως το αίτιο είναι ψυχολογικό. Μια υπνωτίστρια είναι που διακρίνει πως τα ακούσια δάκρυα της Λιλιάν σχετίζονται με βαθύτερο πένθος, υπονοώντας εκτός από μια καταπιεσμένη ορμή και την αμοιβαία έλξη Λιλιάν-Πολά, όσο κι αν η ίδια αρνείται να το παραδεχτεί, απωθώντας εξίσου ενδόμυχους πόθους και ανομολόγητες επιθυμίες. Η υπνωτίστρια επισημαίνει μάλιστα πως η ειρωνική στάση της Λιλιάν φανερώνει ένδειξη φόβου. Μέσα από αυτή την υπόθεση η Λιλιάν τελικά αλλάζει δραστικά, μόλις βρίσκει τη χαμένη της λίμπιντο, αποτολμώντας να απελευθερωθεί από συμπλέγματα και αγκυλώσεις.
Η μετάθεση της λύσης του μυστηρίου προς την εσώτερη ψυχολογική κατάσταση της Λιλιάν, μέσα από βιαστικά συμπεράσματα, αλλά και η φανταστική διάσταση των αναμνήσεών της κατά την ύπνωση, μεταξύ φαντασιώσεων, ονείρου και πραγματικότητας, που παρουσιάζει στα όρια παραληρήματος ως βεβαιότητες και κατάλοιπα από προηγούμενες ζωές, δημιουργούν την κωμική αίσθηση, διαβάλλοντας την ορθότητα των συμπερασμάτων μιας ψυχαναλύτριας με άλυτα προσωπικά θέματα, σε αντιστοιχία με το φανταστικό στοιχείο των μάγων και των ταχυδακτυλουργών στις ταινίες του Γούντι Άλλεν, όπου επιχειρείται εξίσου μια αποδόμηση της ψυχανάλυσης, αλλά και του εβραϊκού στοιχείου.
Έντονο κωμικό στοιχείο προκαλείται και από τη γλαφυρότητα με την οποία παρουσιάζεται ένας δυσαρεστημένος ασθενής της, επειδή κατάφερε να κόψει το κάπνισμα με την μέθοδο της υπνωτίστριας, προσάπτοντας στην Λιλιάν πως ξόδεψε πολλά λεφτά στις συνεδρίες της, υποστηρίζοντας την κόντρα μεταξύ πολυδάπανης και χρονοβόρας ψυχαναλυτικής μεθόδου, σε αντίθεση με την αποτελεσματικότερη και άρα φθηνότερη ύπνωση. Στα όρια ανεκδοτολογικού χιούμορ θίγεται και ως αντισημιτικό σχόλιο το γεγονός ότι ο Φρόιντ διέκοψε τη μέθοδο ύπνωσης επειδή ήταν αποτελεσματικότερη από την ψυχανάλυση, υπονοώντας οικονομικό κίνητρο.

Παίζοντας με τα κλισέ, επιλέγεται για άλλη μια φορά -μετά τον Γούντι Άλλεν- η ψυχανάλυση να συνδεθεί με το εβραϊκό στοιχείο, καθώς τα ονόματα τόσο της Λιλιάν, όσο και της θανούσας ασθενούς της είναι εβραϊκά. Η πεποίθηση της Λιλιάν για τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ψυχανάλυσης κλονίζεται, συγκριτικά με τις αποτελεσματικότερες θεραπείες για την όραση των ασθενών του οφθαλμίατρου Γκαμπί, ο οποίος επιμένει πως η ψυχανάλυση θεραπεύει την ψυχή.
Παρουσιάζοντας πολλές ομοιότητες με την κωμική ταινία μυστηρίου «Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν» (1993/Γούντι Άλλεν), αυτή η ταινία της Ζλοτοφσκί έχει γενικότερη θεματική και σεναριακή αναφορά στο γουντιαλλενικό σινεμά, με την μορφωμένη ψυχαναλύτρια Λιλιάν να ανήκει στη μεσαία τάξη, ενώ αρκετοί από τους ασθενείς της, όπως η Πολά, είναι εβραϊκής καταγωγής.
Δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στο σενάριο και στους χαρακτήρες, παρά στην κινηματογράφηση, που ωστόσο ρέει με ζηλευτό ρυθμό σε μοντάζ και μεταβάσεις, δίχως να κουράζει, η ταινία απλοποιεί μέσα από τους διαλόγους μερικά ζητήματα για την ψυχανάλυση, χωρίς να περιέχει σκηνοθετικές περιπλοκότητες και συμβολισμούς. Ωστόσο, μερικά ελικοειδή πλάνα σε κάτοψη ή κοντρ-πλονζέ, από τα κλιμακοστάσια των παλιών αρ νουβό πολυκατοικιών του Παρισιού, που επανέρχονται σαν οπτικό μοτίβο, κινηματογραφούνται σαν ελικοειδείς δίνες και αποκτούν λαβυρινθοειδείς δομές, παραπέμποντας σε σχηματοποιημένες εικόνες που εκφράζουν το υποσυνείδητο.
Εξίσου σημαντική είναι και η επιλογή βροχερών καιρικών συνθηκών, όπως συνηθίζεται σε αρκετά φιλμ νουάρ, δραματοποιώντας περαιτέρω τη μυστηριακή ατμόσφαιρα, όπως και στον Χίτσκοκ. Κατεξοχήν χιτσκοκική αναφορά αποτελούν τα χαρτομάντηλα στην κηδεία της Πολά, που περνούν από το ένα χέρι στο άλλο, μέχρι να φτάσουν στην κόρη και στον θυμωμένο σύζυγο, σκηνή που κινηματογραφείται σε μονοπλάνο. Παρά τη γραμμική, δίχως χωροχρονικές μεταβάσεις, εξέλιξη της ταινίας, οι αφηγήσεις ασθενών, το άκουσμα ηχογραφημένων συνεδριών, η αφήγηση της Λιλιάν στην ύπνωση και τα όνειρά της συνοδεύονται από κοφτές εμβόλιμες συνοπτικές αναπαραστατικές σκηνές, σαν φλασμπάκ, που δίνουν εικόνα σε ό,τι περιγράφεται λεκτικά.
Η πρωτότυπη μουσική, που υπογράφει ο διακεκριμένος 47χρονος κινηματογραφικός συνθέτης Ρομπέν Ρομπ Κουντέρ, παλιός συνεργάτης της σκηνοθέτριας, μεταφέρει μέσα από την ενορχήστρωση το κωμικό στοιχείο, καθώς εισάγεται ρυθμικό ηχόχρωμα από καστανιέτες, ειδικά στις σκηνές με κοφτά διαδοχικά πλάνα, όπου παρελαύνουν αποσπάσματα από τις εκμυστηρεύσεις των ασθενών, που αναγκάζεται να ακούει ολημερίς η Λιλιάν, τονίζοντας περιπαικτικό αίσθημα. Αυτή η παιχνιδιάρικη σαν φάρσα μουσική υπονομεύει τη θλίψη του θανάτου, διαποτίζοντας με σαρκαστική διάθεση μια μαύρη κωμωδία μυστηρίου, όπου η πρωταγωνίστρια κλαίει δίχως να θέλει και βρίσκεται σε κατάσταση πένθους παρά τη θέλησή της, ενώ μια αυτοκτονία, αντί να την ρίξει στη κατάθλιψη, την αφυπνίζει και της ανοίγει τη δίοδο προς τον έρωτα και τη ζωή.
Τρία σημαδιακά τραγούδια επιλέγονται σε συγκεκριμένες στιγμές, χαρακτηρίζοντας τη μεταστροφή της πρωταγωνίστριας. Το τραγούδι των τίτλων αρχής «Psycho killer» (1977 / Talking Heads) ακούγεται ξανά όταν η Λιλιάν αποφασίζει να ακολουθήσει παράτολμα τη διαίσθησή της, αναζητώντας τα ίχνη του Σιμόν στη γαλλική επαρχία. Σε μια εξίσου τολμηρή παρόρμησή της, πηγαίνοντας να συναντήσει τον Γκαμπί, ακούει στο αμάξι το ιταλικό τραγούδι «Giorni» (1977/Mina), ενώ η μπλουζ-ροκ μπαλάντα «Don’t go to Strangers» (1972/J.J. Cale) στους τίτλους τέλους, σφραγίζει με αισιοδοξία τη μεταμόρφωσή της.
*Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου. ifigenia.kalantzi@gmail.com
INFO
‒ Κυριακή 11/1/2026 στις 17:ΟΟ στο Τριανόν προβάλλεται η ταινία «Παρίσι, Τέξας» (1984/Βιμ Βέντερς), στα πλαίσια του Σινέ-Λακάν. Προλογίζει η κριτικός κινηματογράφου Ιφιγένεια Καλαντζή, ενώ μετά την προβολή ακολουθεί συζήτηση που συντονίζει ο ψυχαναλυτής Αργύρης Τσάκος, με την κριτικό κινηματογράφου και την ψυχολόγο Εύη Γαβρά.




































































