Ο Δρόμος συνομίλησε με τον Γιάννη Κανέλλο Πάτσιο, που παίρνει μέρος στην Πανελλαδική Δικτύωση του Συνεδρίου για το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας, και είναι παραγωγός εκπομπών ενημέρωσης που συνδέουν την Ελλάδα με τη διασπορά της στην Αυστραλία:

 Αγαπητέ Κανέλλο, πώς αποφάσισες να μεταναστεύσεις στην Αυστραλία;

Ήθελα να αποκτήσω νέες γνώσεις και εμπειρίες σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, που θα μου άνοιγε περισσότερους ορίζοντες, σε συνδυασμό με σπουδές. Ωστόσο, συνειδητοποίησα ότι η κρίση στην Ελλάδα δεν ήταν κάτι προσωρινό κι επαναξιολόγησα τις προοπτικές μου. Έτσι, η παραμονή μου στην Αυστραλία έγινε μια πιο σταθερή απόφαση, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο…

Τι είδους επίδραση έχουν οι εκπομπές σου στην Κοινότητα;

Προσπαθώ μέσα από το κανάλι στο YouTube να ενημερώνω τους Έλληνες της ομογένειας για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, και να μεταφέρω μια πιο ρεαλιστική εικόνα της κατάστασης. Όμως οι περισσότεροι Έλληνες της Αυστραλίας με βρίσκουν μέσω του αλγορίθμου της πλατφόρμας. Δηλαδή, το περιεχόμενό μου φτάνει σε αυτούς πιο «τυχαία», παρά οργανωμένα μέσα από την κοινότητα. Παράλληλα, θεωρώ πως ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής ομογένειας διατηρεί μια μάλλον «φαντασιακή» εικόνα για την Ελλάδα. Αυτό ίσως κάνει πιο δύσκολη την πλήρη κατανόηση του περιεχομένου, το οποίο πολλές φορές προσπαθεί να αποτυπώσει την πραγματικότητα όπως είναι. Επιπλέον, διαπίστωσα ότι τα ελληνοαυστραλιανά μέσα ενημέρωσης με αντιμετωπίζουν περισσότερο ως ανταγωνιστή, παρά ως πιθανό συνεργάτη. Παρόλο που προσωπικά θα επιθυμούσα συνεργασίες, δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάθεση προς αυτή την κατεύθυνση. Κι όμως, μόνο μέσα από συνεργασία, συντονισμό και οργάνωση μπορεί να προχωρήσει μπροστά ο Ελληνισμός της διασποράς.

Ποιες είναι κατά τη γνώμη σου οι σημαντικότερες δραστηριότητες που εκπορεύονται από μέλη της ίδιας της Ελληνικής Κοινότητας;

Αυτές έχουν κυρίως να κάνουν με τη διατήρηση και τη διάδοση της ταυτότητάς μας. Πρώτα απ’ όλα, είναι εξαιρετικά σημαντική η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στις νεότερες γενιές. Κρατά ζωντανή τη σύνδεση με την Ελλάδα. Παράλληλα, βλέπουμε όλο και περισσότερους Αυστραλούς να έρχονται σε επαφή με την ελληνική ιστορία, ακόμη και με πιο δύσκολες πτυχές της, όπως το συλλογικό τραύμα – για παράδειγμα η Ποντιακή Γενοκτονία, η Μάχη της Κρήτης ή η Καλλίπολη. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η ελληνική κουζίνα και ο πολιτισμός μας αποτελούν πλέον κομμάτι της καθημερινότητας στην Αυστραλία, λειτουργώντας ως μια μορφή πολιτιστικής «γέφυρας». Ωστόσο, αν έπρεπε να ξεχωρίσω δύο από τα πιο καθοριστικά στοιχεία, θα έλεγα τα εξής: Το πρώτο είναι ο ρόλος της Εκκλησίας, η οποία λειτουργεί διαχρονικά ως μια μορφή «soft power», διατηρώντας συνοχή, αξίες και ταυτότητα μέσα στην κοινότητα. Το δεύτερο είναι η δυναμική που αρχίζει να διαμορφώνεται μέσα από πρωτοβουλίες όπως η Greek Australian Society, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τον πρόδρομο ενός πιο οργανωμένου ελληνικού λόμπι. Το ελληνικό στοιχείο έχει τη δυνατότητα να προσφέρει πολύ περισσότερα στην αυστραλιανή κοινωνία. Για να συμβεί αυτό, όμως, χρειάζεται να ξεπεράσει παθογένειες και εσωστρέφεια, και να κινηθεί με όραμα – όχι ευκαιριακά ή αποσπασματικά.

Τι μπορείς να μας πεις για τα μείζονα προβλήματα της ελληνικής κοινότητας στην Αυστραλία, σε σχέση και με την όποια στήριξη παρέχει η ελληνική πολιτεία;

Πέρα από το διαχρονικό ζήτημα της μετάδοσης της ελληνικής παιδείας, της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού στις νεότερες γενιές, υπάρχουν και βαθύτερα, δομικά προβλήματα που αφορούν τη σχέση της Ομογένειας με την Ελλάδα. Ένα από τα βασικότερα είναι ότι το ελληνικό κράτος ουσιαστικά αποδυναμώθηκε μετά την οικονομική κρίση, και ακόμη περισσότερο μετά την Πανδημία. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και στη λειτουργία των προξενικών αρχών, οι οποίες πολλές φορές υπολειτουργούν, ενώ η λεγόμενη «ψηφιοποίηση» δεν έχει καταφέρει να καλύψει τα κενά – αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις δυσκολεύει την καθημερινότητα. Δυστυχώς, υπάρχει και η αίσθηση ότι οι Έλληνες της Αυστραλίας αντιμετωπίζονται κυρίως ως εκλογική δεξαμενή (μέσω της επιστολικής ψήφου), ως πιθανοί επενδυτές στην αγορά ακινήτων ή ως τουρίστες. Λείπει δηλαδή μια ουσιαστική, στρατηγική προσέγγιση, που να βλέπει την Ομογένεια ως εθνικό κεφάλαιο με γεωπολιτική και πολιτιστική αξία. Αν και οι ίδιοι οι Έλληνες της Αυστραλίας έχουν αποδείξει ότι μπορούν να σταθούν και να προοδεύσουν με τις δικές τους δυνάμεις, θα ήταν σημαντικό η ελληνική πολιτεία να δείξει έμπρακτο ενδιαφέρον, ώστε –εφόσον διαμορφωθεί– ένα ισχυρό ελληνικό λόμπι να μπορεί να λειτουργεί συντονισμένα προς όφελος της Ελλάδας. Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα είναι η έλλειψη οργανωμένης στήριξης προς τους νεομετανάστες. Όταν ήρθα στην Αυστραλία, δεν υπήρξε κάποια δομημένη προσπάθεια να με καθοδηγήσει, να με ενημερώσει για τα δικαιώματά μου και τις βασικές πρακτικές της ζωής εδώ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετοί νέοι Έλληνες να χάνονται, ή ακόμη και να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης – πολλές φορές, δυστυχώς, από άλλους Έλληνες. Τέλος, όσο κι αν ακούγεται σκληρό, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ομογένειας είναι η περιορισμένη επιχειρηματικότητα σε συνδυασμό με το μικρό «gene pool», που σε βάθος χρόνου επηρεάζει τη δυναμική και την εξέλιξή της. Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα ενός κράτους που δεν λειτουργεί με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και εθνική στρατηγική απέναντι στην Ομογένεια. Χρειάζεται σοβαρότητα, οργάνωση και μια πραγματικά πατριωτική πολιτική που να στηρίζει τον Ελληνισμό της διασποράς – όχι αποσπασματικές κινήσεις ή ευκαιριακές προσεγγίσεις.

 Συμμετείχες στο 2ο Συνέδριο «για την Ελλάδα που θέλουμε», και πιο πρόσφατα πήρες μέρος σε συνάντηση του εργαστηρίου του για τον Οικουμενικό Ελληνισμό. Πώς βλέπεις την Πανελλαδική Δικτύωση που έχει προκύψει;

Μου αρέσει αυτή η πρωτοβουλία. Αξίζει να συνεχιστεί, με μεγαλύτερη συμμετοχή και παρουσία σε όσο το δυνατόν περισσότερα μέρη. Η ιδέα της δικτύωσης, σε πανελλαδικό επίπεδο αλλά και με προεκτάσεις στη διασπορά, μπορεί να δώσει πραγματική δυναμική. Τον Οικουμενικό Ελληνισμό τον καταλαβαίνεις πολύ περισσότερο όταν ζεις στο εξωτερικό. Είναι βίωμα. Και αυτός είναι ένας βασικός λόγος που κάνω συνεντεύξεις στο κανάλι μου: θέλω να αναδείξω αυτή τη διάσταση, και να ενημερώσω τους Έλληνες για το τι σημαίνει στην πράξη ο Οικουμενικός Ελληνισμός. Από την άλλη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι ένα διαχρονικό πρόβλημα του Ελληνισμού είναι η διχόνοια και ο έντονος εγωισμός. Ίσως γιατί, ως πολιτισμός, περάσαμε από τη λογική της κοινότητας στη λογική του ατόμου. Αυτό κάνει πιο δύσκολη κάθε συλλογική προσπάθεια και κάθε εγχείρημα δικτύωσης. Επίσης, ζούμε σε μια εποχή –τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς– όπου δεν είναι εύκολο να πείσεις κάποιον ότι ο Ελληνισμός μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική πρόταση ή ακόμη και μια «λύση». Κι όμως, μπορεί να λειτουργήσει ως μια εναλλακτική κοσμοθεώρηση, απέναντι στον μαζάνθρωπο και σε μια κοινωνία χωρίς όρια και αναφορές. Αργά ή γρήγορα, θεωρώ ότι οι Έλληνες θα αναγκαστούν να το ξανασκεφτούν και, πιθανόν, να ενωθούν όταν προκύψει ένας κοινός κίνδυνος. Η ιστορία μας δείχνει ότι τότε ενεργοποιούνται πιο έντονα τα συλλογικά αντανακλαστικά. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον ρόλο των φιλελλήνων, οι οποίοι διαχρονικά στήριξαν τον Ελληνισμό. Ίσως σε κρίσιμες στιγμές να αποδειχθούν και πάλι καθοριστικοί για την πορεία αυτού του ευρύτερου αγώνα. Εύχομαι Καλό Πάσχα!

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!