του Ανδρέα Παπαέλληνα*

Η Κύπρος, εδώ και πενήντα χρόνια, βιώνει τη μεγαλύτερη δοκιμασία της μακραίωνης ιστορίας της: Τον ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου από ένα σημαντικό τμήμα της μαρτυρικής γης της. Αυτούσια τα λόγια του αείμνηστου ποιητή μας, Μιχάλη Πασιαρδή, μας καλούν σε εγρήγορση.

«Το 1974 ήταν η ρήξη στον κυπριακό χρόνο. Υπήρξαν και άλλοτε κατοχές, αλλά δεν ήταν ξεριζωμοί. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά όλων των αιώνων πριν με το 1974. Εδώ ξεκαθάρισαν διαφορετικά οι λογαριασμοί. Κι αυτός είναι ο βαθύτατος πόνος που πρέπει να κρατάει τον καθένα μας και να τον συνέχει και να προσπαθεί να δει τί μπορούμε να κάνουμε για να λυτρωθούμε από αυτόν τον ογκόλιθο».

Αβίαστα, οδηγούμαστε στο ερώτημα: Πόσο πραγματικά μας συνέχει το δράμα του εκτοπισμού από τις πανάρχαιες ελληνικές μας εστίες στον τουρκοκρατούμενο κυπριακό βορρά και πόσο μας συνεγείρει και μας κινητοποιεί ο πόθος της ελευθερίας και της επιστροφής; Η αυτοκριτική επιβάλλεται.

Η στενάχωρη πραγματικότητα είναι ότι, τόσο σε επίπεδο ηγεσιών, σε Αθήνα και Λευκωσία, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, σε ελεύθερη Κύπρο, Ελλάδα και διασπορά, ο Ελληνισμός δεν δείχνει να έχει τη διάθεση για διεκδίκηση και ανατροπή. Με μικρές εξαιρέσεις, παρακολουθεί απαθώς την ομηρεία της μεγαλονήσου, χωρίς να αντιδρά, παρά μόνο σπασμωδικά, χωρίς να εξεγείρεται, να διαμαρτύρεται και να αντιστέκεται ουσιαστικά στον βιασμό που υφίσταται το ίδιο του το σώμα και που (θα έπρεπε να) αφορά όχι μόνο τον λαό της Κύπρου, αλλά σύμπαντα τον Ελληνισμό, απ’ την «πράσινη γραμμή» της Λευκωσίας ως τη Μελβούρνη και τη Νέα Υόρκη.

Με τις πολιτικές ηγεσίες ανίκανες ή και απρόθυμες να προτάξουν τα αναφαίρετα ανθρώπινα δικαιώματα των Ελληνίδων και των Ελλήνων της Κύπρου, που καταπατούνται κατά συρροή, εγκλωβισμένες σε αδιέξοδες λογικές κατευνασμού του τουρκικού θηρίου, οι οποίες δοκιμάστηκαν και απέτυχαν κατ’ επανάληψιν, αποθρασύνοντας το τέρας όλο και περισσότερο, δεν διακρίνεται καμιά σοβαρή προσπάθεια Εθνικής Αντίστασης.

Όμως, οι ευθύνες δεν είναι μόνο πολιτικές. Η εξοικείωση και ο συμβιβασμός με την κατοχή δεν είναι, δυστυχώς, γνώρισμα μόνο της κυπριακής και ελλαδικής πολιτικής ελίτ. Αντίθετα, βλέπουμε καθημερινά εκατοντάδες συμπατριώτες μας να ενισχύουν και να χρηματοδοτούν το ψευδοκράτος, διερχόμενοι για διάφορες «διευκολύνσεις» από τα κατοχικά οδοφράγματα. Βλέπουμε, ακόμα, μεγάλη μερίδα της κοινωνίας να έχει κυριευθεί από ατομικισμό, ηττοπάθεια και σύγχυση, συμπτώματα που δεν είναι άσχετα με την κρίση ταυτότητας που παρατηρείται πλέον σε ανησυχητικό βαθμό. Μια κοινωνία αδιάφορη, ηθικά διαβρωμένη, χωρίς ιστορική γνώση και συνείδηση, χωρίς ιδανικά, πρότυπα και όραμα. Με μια νεολαία άρτια καταρτισμένη, πλην όμως αποπροσανατολισμένη. Όλα αυτά δεν ευνοούν και δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή ενός πανελλήνιου αγώνα για την κυπριακή ελευθερία.

«Αρκετά κοιμηθήκαμε έως τώρα. Καιρός να ξυπνήσουμε, να εγερθούμε, να εξεγερθούμε και ενωμένοι να αντιμετωπίσουμε, όπως αρμόζει, τους μεγάλους κινδύνους που απειλούν την ιστορία, τον πολιτισμό, το ήθος, τις παραδόσεις και, τελικά, την ακεραιότητά μας.» – Μίκης Θεοδωράκης

Η επούλωση της ανοιχτής πληγής του ‘74 δεν πρόκειται να έρθει από μόνη της, ούτε φυσικά μέσα από παζαρέματα με τους κατακτητές για ερμαφρόδιτες και επικίνδυνες διχοτομικές «λύσεις» ομοσπονδιακής ή συνομοσπονδιακής μορφής. Η απελευθέρωση και η πολυπόθητη επιστροφή μας στα χώματα των προγόνων μας, θα έρθει μόνο μέσα από επίμονο και διαρκή αγώνα.

Χρειάζεται να κινητοποιηθούν οι υγιείς εκείνες πνευματικές και αγωνιστικές δυνάμεις του έθνους, οι καταξιωμένοι και επιφανείς ανά τον κόσμο Έλληνες, η φοιτητική και η μαθητιώσα νεολαία μας, οι απόδημοι, οι (όσοι απέμειναν) διανοούμενοι και οι (όσες απέμειναν) πατριωτικές πολιτικές δυνάμεις. Αυτά ήταν πάντα που καθόριζαν το μέγεθος και την εμβέλεια της πατρίδας μας. Πού είναι σήμερα; Ελλείψει ενιαίας πρωτοβουλίας και στρατηγικής για τη διατήρηση της μνήμης, τη διαφώτιση και τη διεκδίκηση των κυπριακών δικαίων σε διεθνές επίπεδο, οι δυνάμεις αυτές παραμένουν σκόρπιες, κατακερματισμένες και αναξιοποίητες.

Το όραμα μιας ελεύθερης Κύπρου πρέπει και μπορεί να γίνει η κινητήριος δύναμη που θα ενεργοποιήσει όλες αυτές τις δυνάμεις. Η Κερύνεια, συνώνυμη της Ελευθερίας, πρέπει και μπορεί να γίνει ξανά η σημαία και η πυξίδα μας. Μόνο έτσι θα εκπληρώσουμε το χρέος μας προς τους ηρωικούς νεκρούς του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ και των Θερμοπυλών του 1974. Μόνο έτσι θα φανούμε άξιοι συνεχιστές όλων όσοι μας μεταλαμπάδευσαν την αγάπη για τον σκλαβωμένο τόπο μας και τον καημό του γυρισμού στο Βαρώσι, στη Μόρφου, στον Απόστολο Ανδρέα.

* Ο Ανδρέας Παπαέλληνας είναι φοιτητής Ιστορίας-Αρχαιολογίας ΑΠΘ

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!